Τρίτη, 18 Ιανουαρίου 2011

ΑΝΤΙΔΡΑΣΕΙΣ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΣ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΖΟΜΕΝΟΥΣ ΠΙΣΤΟΥΣ ΟΤΑΝ ΑΡΧΙΣΕ ΝΑ ΔΙΑΒΑΖΕΙ ΣΤΗΝ ΔΗΜΟΤΙΚΗ (Video)





Γνωρίζουμε ότι ο πιστός Ελληνικός λαός  είναι στην συντριπτική του  πλειοψηφία  εναντίον της  λειτουργικής παράφρασης  που ξεκίνησε  απο τον Μητροπολίτη Πρέβεζας και  που μαζί με άλλες "μετανεωτερικές" ιδέες  φιλοξενούνται απο την "Ακαδημία Θεολογικών Σπουδών" της  Ι.Μ Δημητριάδος υπο την σκέπη και την προστασία φυσικά του Μητροπολίτη  κ. Ιγνατίου. 
Αυτο όμως που είχαμε  ακούσει, και μέχρι στιγμής δεν είχαμε δεί, είναι οι αντιδράσεις των εκκλησιαζομένων όταν επιχειρείται  η αλλαγή της λατρευτικής μας γλώσσας   κατα την τέλεση  των ακολουθιών.
Δείτε λοιπόν στο Video που ακολουθεί πως αντιδρά ο πιστός Ελληνικός λαός  σε αυτον τον ευτελισμό  της  πολύτιμης απο κάθε άποψη Ιεράς Παραδόσεως της Εκκλησίας μας.
Ο Σεβασμιώτατος  Μητροπολίτης  Δημητριάδος όπως θα δείτε,  αγνοεί  αυτή την μαζική εκδήλωση δυσαρέσκειας των πιστών  στις  νεοεποχήτικες  καινοτομίες  και συνεχίζει παρά τα επίμονα "οχι" του ποιμνίου.Όταν ο πιστός λαός  επιμένει  κατηγορεί τους διαμαρτυρομένους ως "βαλτούς"  ενώ  φωνάζοντας  δίνει  εντολή στους  "άλλους" πιστούς να εκβάλλουν  εξώ απο τον Ιερό Ναό τους  "ταραξίες".Φυσικά όπως είδαμε στο video  δεν έδειξε κανείς  πιστός  προθυμία να εκτελέσει αυτην την εντολή.
Σε λίγο , αν δεν πάρει άμεσα  θέση   η  Ιερά Σύνοδος , οσοι  θα υπερασπίζονται τους Ιερούς κανόνες και τα όσα μας παρέδωσαν ως παρακαταθήκη  οι  Άγιοι Πατέρες μας και οι  Οικουμενικές Σύνοδοι,   θα θεωρούνται ενδεχομένως "ταραξίες" και  θα εκβάλλονται   απο τους Ιερούς Ναούς (όχι ασφαλώς  απο  τους συμπροσευχομένους  πιστούς  αλλά  πιθανόν απο ειδικούς  "σεκιουριτάδες").
Αυτή η  λαϊκή αντίδραση  είναι  ένα ακόμη δείγμα  που δεν  πρέπει να αγνοήσει η Ιερά Σύνοδος  η οποία  είναι απολύτως επείγον και αναγκαίο  να συγκληθεί  εκτάκτως  για να πάρει  σαφείς και τελικές αποφάσεις για όλα αυτά τα ζητήματα  πριν πληγωθεί  η ευταξία και η   εκκλησιαστική ειρήνη.


(Το παραπάνω είναι ένα μικρό απόσπασμα απο το αρχικό Video που μας έστειλε ο φίλος Β. και το οποίο μορείτε να δείτε ολόκληρο εδώ )
ΖΕΡΒΟΣ 19-1-11'ΓΙΑ VIDEO ME Μ.ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΣ Κ.Κ.IΓΝΑΤΙΟ




Και μια αναγκαία  επαναδημοσίευση παλαιότερων  αναρτήσεών  μας

Πέμπτη, 15 Απριλίου 2010


ΟΙ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΕΣ ΠΑΡΑΦΡΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΣΕΒ. ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΠΡΕΒΕΖΗΣ ΣΤΗΝ ΔΙΑΡΚΗ ΙΕΡΑ ΣΥΝΟΔΟ...





Συνήλθε σήμερα Τετάρτη, 14 Απριλίου 2010, στην πρώτη Συνεδρία Της η Διαρκής Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος, υπό την Προεδρία του Μακαριωτάτου Αρχιεπισκόπου Αθηνών και Πασης Ελλάδος κ. Ιερωνύμου.

 



Κατά την σημερινή Συνεδρία :
Η Διαρκής Ιερά Σύνοδος επικύρωσε τα Πρακτικά της προηγουμένης Συνεδρίας.

Η Διαρκής Ιερά Σύνοδος, ύστερα από διάφορα κείμενα που κατατέθηκαν στην Ιερά Σύνοδο για την μετάφραση των λειτουργικών κειμένων, άκουσε την εισήγηση του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Δρυϊνουπόλεως, Πωγωνιανής και Κονίτσης κ. Ανδρέα, που του είχε ανατεθεί από προηγούμενη Συνεδρία, και εν συνεχεία δέχθηκε διευκρινήσεις του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Νικοπόλεως και Πρεβέζης κ. Μελετίου για το θέμα αυτό από την πρακτική που γίνεται στην Ιερά Μητρόπολή του.
Ακολούθως έγινε ευρύτατη συζήτηση, κατά την οποία, λόγω της σοβαρότητος του θέματος, τοποθετήθηκαν όλοι οι Αρχιερείς, οι οποίοι εξέφρασαν τις απόψεις τους μέσα από την θεολογική τους γνώση και την ποιμαντική τους αγωνία.
Το θέμα αποδεσμεύθηκε από την πρακτική που τηρείται στην Ιερά Μητρόπολη Νικοπόλεως και Πρεβέζης και αντιμετωπίσθηκε γενικά, από πλευράς θεολογικής, λειτουργικής και ποιμαντικής.
Κοινό σημείο των συζητήσεων ήταν ότι η Ορθόδοξη Λατρεία και δη η θεία Λειτουργία είναι ένας μεγάλος λειτουργικός πλούτος, τον οποίο μας παρέδωσαν οι Άγιοι Πατέρες και όλη η διαχρονική παράδοση, όπως θαυμάζεται από τους ετεροδόξους, σε συνδυασμό με την ποιμαντική προσπάθεια μυήσεως των πιστών στα γινόμενα και τελούμενα της Θείας Λατρείας.


 Μετά την ολοκλήρωση των συζητήσεων η Διαρκής Ιερά Σύνοδος κατέληξε στα εξής :

1. Η Λατρεία της Εκκλησίας και μάλιστα η θεία Λειτουργία, αποτελούν το κέντρο της Εκκλησιαστικής ζωής, την καρδιά της Εκκλησίας, γι’ αυτό και κάθε προσέγγιση σε αυτήν πρέπει να γίνεται με βαθύτατο σεβασμό. Δεν πρόκειται μόνο για μία λογική κατανόηση, αλλά για μύηση στο «πνεύμα» της, για ένωση των Χριστιανών με τον Χριστό. Γι’ αυτό η Διαρκής Ιερά Σύνοδος εμμένει στην παράδοση του γλωσσικού ιδιώματος του παραδεδομένου τρόπου τελέσεως της θείας Λειτουργίας και των Ιερών Μυστηρίων. Οιαδήποτε μετάφραση λειτουργικών κειμένων μπορεί να δημιουργήσει προβλήματα στην ενότητα της Εκκλησίας.
2. Επειδή στην Εκκλησία όλα πρέπει να γίνονται «ευσχημόνως και κατά τάξιν» και τον αρμόδιο λόγο έχει η Ιερά Σύνοδος, γι’ αυτό ο Αρχιερεύς που ενδεχομένως έχει έναν ειδικό λόγο αναγνώσεως κάποιων κειμένων σε μετάφραση, θα πρέπει να λαμβάνει άδεια από την Διαρκή Ιερά Σύνοδο.
3. Το θέμα όμως αυτό θα συνεχισθεί να συζητείται στις αρμόδιες Συνοδικές Επιτροπές, σε Συνέδρια που θα διοργανωθούν για τον σκοπό αυτόν, σε συνεργασία με τις Θεολογικές Σχολές και όταν ωριμάσει η συζήτηση, και κριθεί αναγκαίο, θα εισαχθεί στην Ιεραρχία της Εκκλησίας της Ελλάδος, η οποία είναι το ανώτατο όργανο διοικήσεως της Εκκλησίας, προκειμένου να αντιμετωπισθεί Συνοδικώς.

Τέλος η Διαρκής Ιερά Σύνοδος συζήτησε και έλαβε αποφάσεις σχετικά με τρέχοντα υπηρεσιακά ζητήματα.
Ρομφαία

ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΤΟΥ "Ο.Π"  ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΜΕ ΤΟ ΘΕΜΑ:
Να σας ξαναθυμίσουμε τι έλεγε ο Όσιος Γέρων Παϊσιος ο Αγιορείτης για τις μεταφράσεις - Μία ευθεία και σαφής  Ορθόδοξη  απάντηση στην πλάνη των λειτουργικών παραφράσεων


" Τώρα, όπως οι άνθρωποι δεν σηκώνουν τίποτε και τα πετούν όλα, έτσι και τα γράμματα δεν σηκώνουν τίποτε, ούτε οξείες ούτε περισπωμένες! Και όπως όλοι τρέχουν, δεν βάζουν ούτε τελεία!
Βλέπω μια γλώσσα που γράφουν μερικοί!
Διάβαζα σε μία μετάφραση της Καινής Διαθήκης: «Από την Αίγυπτο κάλεσα τον γιο μου» (βλ. Ματθ. 2, 15). 
Δεν ταιριάζει, βρε παιδί!  
Δεν ξεχωρίζει το ιερό από το ανίερο! 
Γράφουν έτσι, δήθεν για να είναι όλα ίδια, να υπάρχη ομοιομορφία στην γλώσσα. Ποιος, ακόμη και από το πιο τελευταίο χωριό, δεν θα καταλάβαινε, αν έγραφε «τον υιόν μου»; 
’Aκουσα μια φορά στο ’Aγιον Όρος σε μια ανάγνωση: 
«Το ψωμί και το κρασί που κάνουν την Μεταλαβιά». Δεν ταιριάζει· πως να το κάνουμε; Ποιος δεν ξέρει τι θα πη «άρτος» και «οίνος»;"


http://orthodox-watch.blogspot.com/2010/03/blog-post_2517.html
http://orthodox-watch.blogspot.com/2009/12/blog-post_3440.html
http://orthodox-watch.blogspot.com/2009/11/blog-post_23.html
http://orthodox-watch.blogspot.com/2010/03/blog-post_9793.html
http://orthodox-watch.blogspot.com/2010/02/blog-post_1407.html
http://orthodox-watch.blogspot.com/2010/02/t.html
http://orthodox-watch.blogspot.com/2010/02/blog-post.html
http://orthodox-watch.blogspot.com/2010/01/blog-post_2272.html
http://orthodox-watch.blogspot.com/2010/01/blog-post_09.html
http://orthodox-watch.blogspot.com/2010/01/blog-post_08.html
 http://orthodox-watch.blogspot.com/2010/01/blog-post_02.html

Τρίτη, 22 Δεκεμβρίου 2009


Η ΓΑΓΓΡΑΙΝΑ ΤΩΝ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΩΝ ΠΑΡΑΦΡΑΣΕΩΝ


Ενώ παρά τις διαμαρτυρίες κληρικών και λαϊκών η Ιερά Σύνοδος τελεί εν υπνώσει, σαν τη γάγγραινα που νεκρώνει τη ζωτικότητα των μελών του ανθρωπίνου σώματος εξαπλώνεται μέσα στην Εκκλησία η μεταφραστική μανία των λειτουργικών κειμένων. 

Μ αυτές τις τερατώδεις μεταφράσεις νεκρώνονται οι πνευματικοί χυμοί που εκχέονται από τα κείμενα καί τους ύμνους των Αγίων και ετοιμάζεται μεθοδικά η πλήρης αλλαγή της Λατρείας της Εκκλησίας.  Σε λίγο δεν θα ξεχωρίζει κανείς την ψευδολατρεία των πεντηκοστιανών καί λοιπων αιρετικών από την Ορθόδοξη λατρεία.  Ηδη και σε άλλες Μητροπόλεις (Σισανίου, Κοζάνης, Δημητριάδος)  άρχισε ο ευτελισμός και η κακοποίηση της Λατρείας.  Οι υπεύθυνοι μητροπολίτες με φανερή αδιαφορία, ελαφρά τη καρδία, πειραματίζονται με τα Ἀγια των Αγίων.
Ποιός θά βάλει φραγμό;  Μήπως το πάθημα του πρώτου διδάξαντος Χριστοδούλου δεν έγινε μάθημα; Χρειάζεται μήπως επανάληψη του παθήματος-μαθήματος στους ασεβούντες για να εμπεδώσουν τό βάθος του ανομήματός τους; 
      Στη συνέχεια δημοσιεύουμε δύο απαντήσεις εκ μέρους δύο ιερέων πρός το υβριστικό κείμενο των ιερέων της Μητροπόλεως Πρεβέζης το οποίο τιτλοφορούσαν  : "Τό...Πέμπτο Ευαγγέλιο, ό π. Ιωάννης Φωτόπουλος και η παρέα του".  Το πρώτο είναι του π. Σταύρου Τρικαλιώτη και το δεύτερο του π. Ιωάννου Φωτοπούλου.  Και τα δύο αποστέλλονται εκ μέρους των υπογραψάντων το κείμενο " Η ανομία των λειτουργικών μεταφράσεων".




ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΠΕΤΑΜΑ Η ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΗ ΜΑΣ ΓΛΩΣΣΑ;
᾿Απάντηση σέ ἱερεῖς τῆς Μητροπόλεως Πρεβέζης
Πρεσβυτέρου π. Σταύρου Τρικαλιώτη
ἐφημερίου ῾Ιεροῦ Ναοῦ ῾Αγίας Παρασκευῆς ᾿Αττικῆς


   Οσα θά ἀκολουθήσουν, ἀποτελοῦν μιά ἀπάντηση στούς σεβαστούς ἱερεῖς τῆς Μητροπόλεως  Πρεβέζης, πού ἔκαναν τόν κόπο νά μᾶς ἀπαντήσουν σέ δικό μας κείμενο. Γιά νά κατανοήσει κάποιος τή σύντομη ἀπάντηση πού ἀκολουθεῖ, καλό θά ἦταν νά ἔχει διαβάσει δύο κείμενα πού καταχωρήθηκαν στό διαδίκτυο μέ ἀφορμή   μιά πιλοτική (;) ἐφαρμογή-εἰσαγωγή λειτουργικῶν μεταφράσεων (ἁγιογραφικῶν περικοπῶν καί εὐχῶν) στά ὅρια τῆς Μητροπόλεως Πρεβέζης. Τό πρῶτο κείμενο ἐπιγράφεται: « νομία τν λειτουργικν μεταφράσεων καί διαστροφή τς ρθοδόξου Λατρείας» τοῦ Πρωτοπρεσβυτέρου π. ᾿Ιωάννου Φωτοπούλου (δές διαδίκτυο: http://www.orthros.org/Greek/Keimena/K-MeletiosMetafraseis.htm), τό ὁποῖο κείμενο συνυπογράφουν δεκατρεῖς ἱερεῖς, μεταξύ τῶν ὁποίων κι ἐγώ. Τό δεύτερο κείμενο ἔρχεται ὡς ἀπάντηση στό παραπάνω κείμενο καί τιτλοφορεῖται μέ τόν εὐγενικό (!) τίτλο: «Τό ...πέμπτο Εὐαγγέλιο...῾Ο π. ᾿Ιωάννης Φωτόπουλος καί ἡ παρέα του!» (τό τελευταῖο θαυμαστικό εἶναι δικό τους) καί τό ὑπογράφουν ὀγδόντα ἑπτά ἱερεῖς τῆς Μητροπόλεως Πρεβέζης (δές διαδίκτυο:  http://www.enoriako.info/50_eyaggelio o p Iwannis).

   Κατ’ ἀρχήν τό κείμενο-ἀπάντηση τῶν ὀγδόντα ἑπτά κατά τά ἄλλα σεβαστῶν πατέρων ξεκινᾶ μέ ἕναν εἰρωνικό τίτλο! ῾Η εἰρωνική διάθεση διήκει καί ὅλο τό κείμενο. Κατόπιν μᾶς πληροφοροῦν πώς ὅ,τι γίνεται σήμερα στήν Πρέβεζα εἶναι «πρωτοβουλίες καί ἐνέργειες πού δέν προέρχονται ἀπαραιτήτως ἀπό τόν ἀρχιερέα τους (ἐνν. τόν Σεβασμιώτατο κ. Μελέτιο) ἀλλά ἀπό ἱερεῖς, μιᾶς περιοχῆς-ἐπισκοπῆς, ἁπλά καί αὐτονόητα». ῎Αν καί δέν διασαφηνίζεται πλήρως ἡ συμμετοχή ἤ μή τοῦ οἰκείου ποιμενάρχου στά ἐνδο-λειτουργικά δρώμενα, πληροφορούμαστε ὅτι οἱ ἱερεῖς τῆς Μητροπόλεως Πρεβέζης μποροῦν ἐλευθέρως νά τελοῦν τά ἱερά μυστήρια μέ μεταφράσεις δικῆς τους ἐμπνεύσεως, μιά καί ἔχουν ὑπερβεῖ τόν σκόπελο τῶν «ἱερῶν γλωσσῶν» καί ἄρα εἶναι ἐλεύθερος ὁ κάθε ἱερέας νά ἀποδίδει κατά τό δοκοῦν τά πρός χρῆσιν λειτουργικά κείμενα, «ὥστε  νά ξέρουν οἱ ἄνθρωποι τί λένε ὅταν προσεύχονται». Γιατί βλέπετε, μέχρι τώρα μιλούσαμε στούς πιστούς μέ τή νοηματική γλῶσσα τῶν κωφῶν, οἱ ὁποῖοι μᾶς κοίταζαν μέ ἀνοικτό τό στόμα, ἐνῶ τώρα στήν Πρέβεζα, χάρη στή λειτουργική ἀναγέννηση καλύτερα ἰσοπέδωση, ὁ λαός κατανοεῖ πλήρως τή θεία λατρεία καί δέν τοῦ ξεφεύγει τό παραμικρό νόημα!

    ᾿Αλλά, ἀγαπητοί μου, ἡ συμμετοχή στή θεία λατρεία εἶναι μόνο διανοητική κατανόηση ἤ κάτι ἄλλο, τό ὁποῖο ὑπερβαίνει σαφῶς (χωρίς βεβαίως νά καταργεῖ) τίς νοητικές  ἀνθρώπινες λειτουργίες; Τί θέλουμε δηλαδή, ἕναν πιστό ἀμόρφωτο καί ἀπαίδευτο, πού θά τοῦ δίνουμε μασημένη τροφή καί ἀμφιβόλου ποιότητος ἤ ἔναν πιστό πού θά τόν παροτρύνουμε νά μελετᾶ καί νά ἐνδιαφέρεται γιά τή λειτουργική μας γλῶσσα; ῞Εναν πιστό πού θά εἶναι σέ θέση νά ἀντιπαραβάλει τό πρωτότυπο κείμενο μέ τήν ὁποιαδήποτε μετάφραση ἕναν πιστό ἀνάπηρο διανοητικά, ὁ ὁποῖος θά ἔχει ἀδρανοποιήσει τίς διανοητικές  του δυνατότητες;
 
   Οἱ σύγχρονοι Γέροντες (π. Πορφύριος. π. ᾿Ιάκωβος, π. Παΐσιος), ἄν καί οἱ περισσότεροι τοῦ Δημοτικοῦ, δέν διανοήθηκαν κἄν τέτοιες καινοτομίες, ἀλλά μᾶς δίδαξαν σεβασμό στήν παράδοση καί στά καθιερωμένα λειτουργικά κείμενα. ῾Ο π. ᾿Ιάκωβος Τσαλίκης, λίγες ἡμέρες πρίν κοιμηθεῖ, νουθετοῦσε πατρικά νεώτερους μοναχούς τῆς Μονῆς: «Νά διαβάζετε ὅλους τούς κανόνες, νά μήν παραλείπετε τίποτε, ὅπως κάνω κι ἐγώ».
   ῾Ο π. Πορφύριος, προσπαθοῦσε νά ἀναπληρώνει τίς ὅποιες ἐλλείψεις του μέ ἐπίπονη προσπάθεια: «Διάβαζα πολύ, μοῦ εἶπε μιά μέρα ὁ Γέροντας. ῎Ημουν πολύ μελετηρός. Μυστικῶς διάβαζα. Ξέκλεβα χρόνο, ὅσο μποροῦσα. ῎Εμαθα ἀπ’ ἔξω τό εὐαγγέλιο τοῦ Ματθαίου, τοῦ Λουκᾶ καί τό μισό τοῦ ᾿Ιωάννη. ᾿Επίσης τούς ψαλμούς. Μελετοῦσα τούς πατέρες. Πολύ διάβαζα. ῎Εκανα πνευματική ἐργασία. Καί νά ξέρεις ὅτι ἐγώ γράμματα δέν ἤξερα. Μόλις τῆς Β΄ Δημοτικοῦ ἤμουνα». 


Φανταστεῖτε, ὁ Γέροντας εἶχε βγάλει μόνο δύο τάξεις τοῦ Δημοτικοῦ, ἀλλά δέν τό ἔβαζε κάτω. Δέν ὑπέκυπτε στόν πειρασμό τῶν μεταφράσεων. Γιατί περί πειρασμοῦ πρόκειται καί ὅσο τόν ἀφήνουμε καί ἐκκολάπτεται, σύντομα θά δρέψουμε τούς πικρούς καρπούς του. ᾿Αλλά ἄς ἀφήσουμε τόν θεοφώτιστο Γέροντα νά συνεχίσει: «῞Οταν πρωτοπῆγα στό Μοναστήρι, μοῦ δίνουν στόν ἑσπερινό τό Ψαλτήρι νά διαβάσω. ᾿Εγώ ἄρχισα νά συλλαβίζω: “μα-κά-ρι-ος ἀ-νήρ”. –Καλά, μοῦ λένε, φτάνει. Θά πάρεις τό ψαλτήρι, θά τό διαβάσεις καλά νά τό μάθεις. Θά διαβάσεις καί τά συναξάρια τῶν ῾Αγίων. Τίποτε ἄλλο. Διάβαζα, ἀλλά δέν καταλάβαινα. Λεξικά δέν εἶχα. Π.χ. δέν ἤξερα ὅτι οἶκος θά πεῖ σπίτι. ῎Ετσι εὕρισκα τήν ἴδια λέξη καί ἀλλοῦ, ἀλλά ἀπό τά συμφραζόμενα εὕρισκα τό νόημα τῶν λέξεων. ᾿Απεστήθιζα κομμάτια ὁλόκληρα καί ὅλη μέρα, καθώς ἔτρεχα στά βράχια, τά ἀπήγγελλα δυνατά, μέ νόημα. ᾿Αργότερα ἔπιασα τήν Παρακλητική, τό Τριώδιο, τά Μηναῖα. Διάβαζα μέ μανία». Καθώς ὁ Γέροντας Πορφύριος ἔλεγε αὐτά ἀπό τή ζωή του -μᾶς λέει ὁ μοναχός ᾿Αγάπιος-  «αἰσθανόμουν ὅτι τά λέει ἔμμεσα γιά νά μέ παρακινήσει νά κάνω τό ἴδιο, πολύ περισσότερο πού ἐγώ μέ τή βοήθεια τοῦ Θεοῦ ἔμαθα καί πέντε γράμματα, δέν ἤμουν ἀγράμματος» (Γέροντος Πορφυρίου ῾Ιερομονάχου, ᾿Ανθολόγιο Συμβουλῶν, σ. 137, 138, ἔκδ. ῾Η Μεταμόρφωσις τοῦ Σωτῆρος, Μήλεσι ᾿Αττικῆς, 2002).
    ᾿Εμεῖς ἄς κρατήσουμε ὅτι ὁ Γέροντας διάβαζε «μέ μανία»  τά λειτουργικά κείμενα, στήν παγιωμένη τους γλωσσική μορφή, τήν ᾿Αρχαία ῾Ελληνική γλῶσσα. Οἱ σεβαστοί Πρεβεζᾶνοι ἱερεῖς μᾶς κατηγοροῦν δῆθεν γιά υἱοθέτηση ἀπόψεων περί ἱερῶν γλωσσῶν, γλωσσαμυντορισμό καί μονογλωσσομανία. Κι ἐμεῖς τούς ἀπαντᾶμε: μακάρι νά εἴχαμε τό 1 % τῆς μέχρι μανίας ἀγάπης πού εἶχε ὁ Γέροντας Πορφύριος γιά τά λειτουργικά μας κείμενα. Δέν εἴμαστε προσκολλημένοι στούς τύπους, ὅπως μᾶς χαρακτηρίζουν κι οὔτε ἔχουμε λιγότερο ἐνδιαφέρον γιά τό λαό μας, τουλάχιστον ὄχι λιγότερο ἀπό αὐτούς. Θέλουμε ὅμως ὁ λαός μας νά ἔχει αὐτήν τήν «εὐλογημένη
μανία» πού εἶχε κι ὁ Γέροντας Πορφύριος, μιά μανία πού σέ κάνει νά ξεπεράσεις τά ὅποια ἐμπόδια καί ψευδοπροβλήματα, ἀκόμα καί νά μάθεις ἀρχαῖα.
   ῾Ο π. Παΐσιος σέ κάποια ἐρώτηση πού τοῦ ἔκαναν, καυτηρίαζε μερικές μεταφράσεις τῆς Καινῆς Διαθήκης, πού περιεῖχαν μεταφραστικές ὑπερβολές, πολύ περισσότερο δέν τό συζητοῦσε κἄν νά εἰσαχθοῦν τέτοιες ἀπόπειρες γιά λειτουργική χρήση: «Βλέπω μιά γλῶσσα πού γράφουν μερικοί! Διάβαζα σέ μία μετάφραση τῆς Καινῆς Διαθήκης:... «᾿Από τήν Αἴγυπτο κάλεσα τόν γιό μου». Δέν ταιριάζει, βρέ παιδί! Δέν ξεχωρίζει τό ἱερό ἀπό τό ἀνίερο! Γράφουν ἔτσι, δῆθεν γιά νά εἶναι ὅλα ἴδια, νά ὑπάρχη ὁμοιομορφία στήν γλῶσσα. Ποιός, ἀκόμη καί  ἀπό τό  πιό τελευταῖο χωριό, δέν θά καταλάβαινε, ἄν ἔγραφε «τόν υἱόν μου»; ῎Ακουσα μιά φορά στό ῞Αγιον ῎Ορος σέ μιά ἀνάγνωση: «Τό  ψωμί καί τό κρασί πού κάνουν τήν Μεταλαβιά». Δέν ταιριάζει,· πῶς νά τό κάνουμε; Ποιός δέν ξέρει τί θά πῆ ἄρτος καί οἶνος”»;
   Τώρα μπορεῖ νά καταλάβει κανείς τήν ἀγανάκτηση τῶν φοιτητῶν τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς ᾿Αθηνῶν στίς ἀρχές τοῦ εἰκοστοῦ αἰώνα καί τά λεγόμενα Εὐαγγελι(α)κά πού ἀκολούθησαν (1901) –δέν ἐγκρίνουμε ἀσφαλῶς τίς βιαιότητες στίς ὁποῖες προέβησαν- διαβάζοντας τό παραπάνω χωρίο στήν «περίφημη» μετάφραση τοῦ ᾿Αλέξανδρου Πάλλη: «κι ἔφυγε  στήν Αἴγυφτο (!), κι᾿ ἔμεινε ἐκεῖ ὡς τό θάνατο τοῦ ῾Ηρώδη, γιά νά ἀληθέψει (!) ὅ, τι  εἶπε ὁ Κύριος μέσο (!) τοῦ Προφήτη, πού λέει ᾿Από τήν Αἴγυφτο ἔκραξα (!) τό γιό μου» ( Τά θαυμαστικά καί τά ἔντονα γράμματα δικά μας. Βλ. «῾Η Νέα Διαθήκη», σέ μετάφραση ᾿Αλεξάνδρου Πάλλη, ῾Εταιρεία ῾Ελληνικοῦ Βιβλίου, σελ. 9, ᾿Αθήνα 1982). Εἶναι ἀξιομνημόνευτος ὁ χαρακτηρισμός πού δίνει στή μετάφραση τοῦ Πάλλη ἡ ἐφημερίδα «᾿Ακρόπολις» τοῦ δημοτικιστῆ Βλάσση Γαβριηλίδη: «χαρακτηρίζεται «ἀπό θεοειδῆ πραότητα καί γλυκύτητα καί ἁρμονικόττητα(!)» («᾿Ακρόπολις»,κύριο ἄρθρο, 9-9-1901).
   ᾿Ανάλογες ἐκφράσεις μπορεῖ νά συναντήσει κάποιος σέ Λειτουργικό στή Δημοτική πού χρησιμοποιοῦν σέ μεγάλο βαθμό οἱ ἱερεῖς τῆς Πρέβεζας. ᾿Αντιγράφω διά τοῦ λόγου τό ἀληθές:

ΚΕΙΜΕΝΟ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ
1.
Κλνον, Κύριε, τό ος σου
Σκύψε, Κύριε, γύρισε τ’ ατί σου.
2.
Μή ποστρέψῃς τό πρόσωπόν σου π’ μο καί μοιωθήσομαι τος καταβαίνουσιν ες λάκκον.
Μήν ἀποστρέψεις τό πρόσωπό σου από μένα καί καταντήσω πεθαμένος!
3.
Σήμερον Δεσπότης πρός τό βάπτισμα πείγεται
Σήμερα Δεσπότης τρέχει στό Βάπτισμα.
    Πάντως ἐγώ, ἄν ἤμουν πιστός στήν Πρέβεζα καί ἄκουγα τέτοια μαργαριτάρια, ὄχι μόνο δέν θά μποροῦσα νά προσευχηθῶ, ἀλλά οὔτε νά συγκεντρωθῶ, γιά νά μήν χρησιμοποιήσω κάποιο ἄλλο ρῆμα, πού φέρνει στό νοῦ τή θυμηδία! Εἶναι πολύ χαρακτηριστικά ὅσα εἶπε ὁ κ. Φίλιας σέ βιβλιοπαρουσίαση τοῦ βιβλίου τοῦ κ. Φώτη Σχοινᾶ, «Λειτουργική γλσσα (δοκίμια προβληματισμο), κδόσεις ΤΗΝΟΣ, θήνα 2006», πού ἔγινε στό Δημαρχεῖο ᾿Αμαρουσίου ( Δεκέμβριος 2006), ὅπου φαίνεται ὁ μεγάλος κίνδυνος πού ἐλλοχεύει ἀπό μεταγλωττίσεις, ὅπως αὐτές πού χρησιμοποιοῦν σήμερα οἱ ἱερεῖς στήν Πρέβεζα. Παραθέτουμε ἀπομαγνητοφωνημένο ἀπόσπασμα ἀπό τήν βιβλιοπαρουσίαση, (ὁμιλεῖ λειτουργιολόγος κ. Γώργιος Ν. Φίλιας): «Τό πρῶτο θέμα πού ἀναδεικνύω ἀπό τά γραφόμενα καί πού διήκει ὅλο τό βιβλίο εἶναι ὅτι μιά πιθανή μεταγλώττιση τῶν λειτουργικῶν κειμένων, μιά μετάφραση δηλ. θά δυσχεράνει τίς ἔννοιες καί τήν κατανόηση, διότι θά συρρικνώσει τίς ἔννοιες. ῞Οπως γνωρίζετε, ὑπάρχει ἡ  ἄποψη ὅτι οἱ μεταφράσεις διευκολύνουν στήν κατανόηση. ᾿Αλλά, ὅπως μᾶς λέει ὁ κ. Σχοινᾶς, ἡ μεταγλώττιση μικραίνει τό νοηματικό περιεχόμενο τους κι αὐτό εἶναι ἐξαιρετικά ἐπικίνδυνο καί καθόλου δέν συμβάλλει σέ αὐτό πού λέμε κατανόηση. Ὅταν ἀπό μία ἔννοια πρέπει νά καταλάβουμε ἑκατό σημεῖα καί ἡ  μετάφρασή της μᾶς φέρνει νά καταλάβουμε τά πενήντα, τότε ὁπωσδήποτε δέν ἔχουμε διανοητική κατανόηση. ῾Ο κ. Σχοινᾶς ἀναφέρεται σ᾿ αὐτά τά θέματα χωρίς νά ἀπολυτοποιεῖ τή γλῶσσα. Λέει σέ ὁρισμένα σημεῖα ὅτι δέν μιλᾶμε γιά ἱερές γλῶσσες, δέν εἶναι ἡ γλῶσσα ἱερή καθ᾿ ἑαυτήν. Θά μοῦ ἐπιτρέψετε νά πῶ δέν θεοποιοῦμε τή γλῶσσα. (......) ᾿Επίσης συμφωνῶ μαζί του ὅτι ὅποια μεταγλώττιση καί  μάλιστα ἀδόκιμη, ἐπιφέρει μιά ἀποϊεροποίηση τῆς γλώσσας (ἔκφραση τοῦ κ. Σχοινᾶ τήν ὁποία καί προσυπογράφω). ῾Η ἱερότητα μιᾶς γλῶσσας βρίσκεται στό περιεχόμενό της καί μπορεῖ νά ὑπάρξει μιά ἀποϊεροποίηση τῆς  λειτουργικῆς γλώσσας». 
   ῾Ο Πρωτοπρεσβύτερος π. Βασίλειος Χαβάτζας, σέ ὁμιλία τήν ὁποία ἀνέπτυξε σέ σύναξη Προέδρων τῶν ᾿Εκκλησιαστικῶν Συμβουλίων τῶν ῾Ιερῶν Ναῶν τῆς ῾Ιερᾶς ᾿Αρχιεπισκοπῆς ᾿Αθηνῶν στόν ῾Ιερό Ναό ῾Αγίου Διονυσίου  τοῦ ᾿Αρεοπαγίτου (23-9-2009), ἀνέφερε τά ἑξῆς χαρακτηριστικά, τά ὁποῖα ἀπηχοῦν καί τίς ἀγωνίες πού διατύπωσαν οἱ ἱερεῖς τῆς Πρέβεζας: «Νομίζω πάντως ὅτι ὑπάρχουν δύο πράγματα στά ὁποῖα δέν μποροῦμε νά κλείνουμε πάντα τά μάτια μας: τό γεγονός ὅτι τό κλῖμα τῆς ἐνορίας κάνει μερικές φορές ἕνα νέο νά αἰσθάνεται ἀπόβλητος καί τό πρόβλημα τῆς γλῶσσας, πού δέν ἐπιτρέπει ἰδίως στούς νέους ἀνθρώπους νά προσεγγίσουν τή λατρεία τῆς ᾿Εκκλησίας. Στό θέμα αὐτό, ἀναρωτιέμαι γιατί ἡ λατρεία τῆς ᾿Εκκλησίας μπορεῖ νά τελεῖται σέ ὅλες τίς γλῶσσες καί διαλέκτους τοῦ κόσμου, ἐκτός ἀπό τή γλῶσσα πού μιλοῦν οἱ σύγχρονοι ῞Ελληνες;» (τά ἔντονα γράμματα εἶναι τοῦ π. Βασιλείου).
   Καταρχήν, ὡς πρός τό πρῶτο θέμα πού θίγει ὁ π. Βασίλειος («Τό κλῖμα τῆς ἐνορίας») θά συμφωνήσω ἀπόλυτα. ῎Οχι μόνον οἱ νέοι, ἀλλά καί τά παιδιά πολλές φορές θεωροῦνται κάτι ἀπόβλητο ἀπό τό εὐχαριστιακό σῶμα. Εἴτε πολλές φορές (τά παιδιά) παραπέμπονται ἀπό ὁρισμένους  ἱερεῖς νά ἐκκλησιάζονται μόνο τά Σάββατα (λόγ προφανῶς τοῦ θορύβου πού προκαλοῦν) καί ἀποκλείονται ἔτσι ἀπό τήν κατ’ ἐξοχήν εὐχαριστιακή σύναξη τῆς Κυριακῆς, ετε κι ὅταν ἐκκλησιάζονται, τά θεωροῦμε πολλοί «ἀναγκαῖο κακό» καί τά στηλιτεύομε «εὐκαίρως ἀκαίρως», ἤ στήν χειρότερη περίπτωση τά διοχετεύουμε σέ ὑπόγειους χώρους «ἑκόντα ἄκοντα» μαζί μέ τούς γονεῖς τους, γιά νά μήν ἐνοχλοῦν τό ὑπόλοιπο σῶμα. Πῶς, ὅμως, συγκροτεῖται μέ αὐτές τίς νεωτερικές μεθόδους τό εὐχαριστιακό σῶμα σέ κοινωνία ἀγάπης, ὅταν ἕνα μέρος τῆς λατρεύουσας ἐκκλησιαστικῆς κοινότητας «ἀποκόπτεται βιαίως» καί βάλλεται σέ ἀποστειρωμένους ἠχητικά χώρους;
   ᾿Ανάλογη συμπεριφορά ἀντιμετωπίζουν ἀπό μερικούς ἐκκλησιαζομένους καί οἱ νέοι, οἱ ὁποῖοι μπορεῖ νά μήν «ἐκβάλλονται εἰς τόν λειτουργικό Καιάδα», ἀλλά νιώθουν ἀφιλόξενα, ὅταν τά μάτια τῶν μεγαλυτέρων στήν ἡλικία τούς περιεργάζονται ὡς κάτι τό ἀξιοπερίεργο, ἑστιάζοντας τίς περισσότερες φορές τήν προσοχή τους στό ντύσιμό τους ἤ στήν κόμη τους. ῎Αν τύχει μάλιστα καί βροῦν κάποιο κάθισμα, μιά καί προσέρχονται στήν θεία Λειτουργία κάπως ἀργά, σίγουρα δέν θά τό ἔχουν γιά πολύ, διότι κάποιος μεγαλύτερος θά τό διεκδικήσει μέ πολλές φορές «ἄκομψο καί ἀπολυταρχικό τρόπο» δικαιωματικά. ῾Επομένως, ἡ στάση τῶν μεγαλυτέρων νομίζω ὅτι εἶναι καταλυτική στήν προσέλευση καί κυρίως στήν παραμονή τῶν νέων στήν ᾿Εκκλησία.
   Τώρα ὡς πρός τό «πρόβλημα τῆς γλώσσας, νομίζω ὅτι ὁ π. Βασίλειος ἔχει ἐπηρεασθεῖ ἀπό τίς διάφορες φωνές πού κατά καιρούς ἀκούγονται σέ διάφορα συνέδρια ἀπό ὀρθοδόξους ὁμιλητές καί ἀπό ἀνάλογες ἀπόψεις πού κατά καιρούς κυκλοφοροῦν στόν ἔντυπο λόγο. 
Οἱ ἀπόψεις αὐτές ὡς ἐπί τό πλεῖστον ἀποτελοῦν «μετακένωση» (δηλ. μεταφορά)δεῶντεροδόξων κέντρων τῆς Εὐρώπης καί τῆς ᾿Αμερικῆς. Τό ἐπιχείρημα σέ πρώτη ἀνάγνωση φαίνεται εὐλογοφανές: «ἀναρωτιέμαι γιατί ἡ λατρεία τῆς ᾿Εκκλησίας μπορεῖ νά τελεῖται σέ ὅλες τίς γλῶσσες καί διαλέκτους τοῦ κόσμου, ἐκτός ἀπό τή γλῶσσα πού μιλοῦν οἱ σύγχρονοι ῞Ελληνες;» (π. Βασίλειος). Μά,  ἀγαπητέ μου π. Βασίλειε, ὅταν ὁμιλοῦμε γιά τή γλῶσσα τῆς λατρείας μας ἤ γιά τή γλῶσσα τῶν βιβλικῶν κειμένων πού χρησιμοποιεῖ, ἡ ὁποία δέν γίνεται  «ἀπόλυτα κατανοητή», κατά τήν ἔκφραση μετακενωτή (δηλ. μεταφορέα) ξένων ἰδεῶν, δέν ὁμιλοῦμε γιά μιά γλῶσσα ξένη, ἀλλά γιά τήν ἴδια γλῶσσα, μέ ὁρισμένες διαφορές καί τροποποιήσεις πού ὑπέστη στή μακραίωνη ἐξέλιξή της. 
῞Ενας μάλιστα διαπρεπής ξένος φιλόλογος μελετητής –καί τονίζω ἰδιαιτέρως τό ξένος φιλόλογος- μᾶς ἐπισημαίνει «γλωσσικές ἀλήθειες» πού καλό θά ἦταν νά τίς λάβουμε σοβαρά ὑπ᾿  ὄψη μας: «᾿Από τότε [7ο π. Χ. αἰώνα] ἡ  ἑλληνική γλῶσσα   ἀποκτᾶ μιά συνεχῆ παράδοση πού φθάνει ὥς τήν ἐποχή μας. ‘Υπῆρχαν βέβαια ἀλλαγές, ἀλλά δέν δημιουργήθηκε κάποιο ρῆγμα στή συνέχεια, ὅπως ἔγινε ἀνάμεσα στά λατινικά καί τίς ρωμανικές γλῶσσες (δηλ. τίς γλῶσσες πού προέρχονται ἀπό τή δημώδη Λατινική, ὅπως λ.χ. ἡ Γαλλική, ἡ ᾿Ιταλική, ἡ ᾿Ισπανική, ἡ Πορτογαλική, ἡ Ρουμανική καί ἄλλες ). Τά ᾿Αρχαῖα ῾Ελληνικά δέν ἀποτελοῦν ξένη γλῶσσα γιά τόν σημερινό ῞Ελληνα, ὅπως συμβαίνει μέ τά ᾿Αγγλοσαξωνικά γιά τόν σύγχρονο ῎Αγγλο [...] ῾Η συνέχεια τοῦ γλωσσολογικοῦ της ἀποθέματος [τῆς ῾Ελληνικῆς] εἶναι ἐντυπωσιακή [....]. Καί παρά τό γεγονός ὅτι ὑπῆρξαν πολλές ἀνακατατάξεις τῶν μορφολογικῶν σχημάτων, ὑπῆρξε καί μεγάλη συνοχή· ἔτσι τά ῾Ελληνικά ἀποτελοῦν, ἀκόμα καί σήμερα, ἀρκετά ἐμφανῶς, ἕναν ἀρχαϊκό ἰνδοευρωπαϊκό τύπο γλώσσας, ὅπως τά Λατινικά ἤ τά Ρωσικά» (Robert Browning: ῾Ελληνική γλῶσσα, Μεσαιωνική καί Νέα). Οἱ ξένοι λαοί δέν εἶχαν τά κείμενα αὐτά ὡς κληρονομιά ἀπό τήν μητέρα τους γλῶσσα, ὅπως ἐμεῖς ἀπό τήν ᾿Αρχαία ῾Ελληνική, ἀλλά μετέφρασαν στή γλῶσσα τους ὅ,τι παρέλαβαν ἀπό ἐμᾶς (Καινή Διαθήκη, Λειτουργικά Βυζαντινά κείμενα καί ῾Υμνολογία). 

   ῎Αν συμβιβαστοῦμε μέ αὐτή τή λογική τῆς κατεδαφίσεως τῶν πάντων, γιατί νά μήν γκρεμίσουμε καί τήν ᾿Ακρόπολη, μιά καί δέν ἀνταποκρίνεται στίς σύγχρονες ἀρχιτεκτονικές προτιμήσεις μας; 
῞Ομως τήν ᾿Ακρόπολη τή σεβόμαστε ὡς πολιτιστικό μνημεῖο ἀξεπέραστου κάλλους. Τό ἴδιο σεβασμό δέν πρέπει νά δείξουμε καί στήν γλωσσική μας κληρονομιά, μέρος τῆς ὁποίας ἀποτελοῦν καί τά ἐν χρήσει λειτουργικά μας κείμενα (συμπεριλαμβανομένης καί τῆς Βίβλου); Τό παιδί τοῦ Δημοτικοῦ ἤ τοῦ Γυμνασίου ἄν δέν μάθει ὁρισμένα πράγματα ἀπό τό σχολεῖο του, δέν θά μπορέσει «νά κατανοήσει ἀπόλυτα» τί σημαίνει ᾿Ακρόπολη, πῶς ἐντάσσεται ἱστορικά στόν συγκεκριμένο τόπο καί χρόνο καί τί συμβολίζει διαχρονικά γιά ἐμᾶς τούς νεοέλληνες. Τό παιδί καί ὁ ἔφηβος, ἄν δέν λάβουν τήν κατάλληλη γλωσσική παιδεία, πῶς θά μπορέσουν νά κατανοήσουν τά λειτουργικά δρώμενα, τά ὁποῖα ἀπαιτοῦν καί τήν ἀνάλογη γλωσσική προσπέλαση;
   Θεωρῶ ὅτι τό ἐπιχείρημα τοῦ «φραγμοῦ τῆς γλώσσας» εἶναι ψευδοεπιχείρημα. Τό πρόβλημα ἔγκειται σέ μιά ραθυμία πού παρατηρεῖται μεγάλη μερίδα τῆς νεοελληνικῆς κοινωνίας, πού τά θέλει ὅλα στό χέρι καί ἀκόπως. ῾Η νοοτροπία τοῦ καναπέ, ὅπου καθόμαστε  στήν τηλεόραση ἀναπαυτικά καί βλέπουμε προγράμματα πού μᾶς εὐχαριστοῦν καί μάλιστα ἀκόπως, πατώντας ἕνα κουμπί ἤ κάνοντας «περιήγηση» στή λίστα τῶν προσφερομένων τηλεοπτικῶν διαύλων, ἔχει περάσει δυστυχῶς σέ μέρος τῆς κοινωνίας μας. Κύριο μέλημα τῆς ᾿Εκκλησίας σήμερα γιά τήν ὑπέρβαση «τοῦ προβλήματος τῆς γλώσσας» -γιά ὅσους ἀποτελεῖ πρόβλημα- θά πρέπει νά εἶναι ἡ Λειτουργική Κατήχηση κληρικῶν καί λαϊκῶν μέ τήν παροχή ὄχι μόνο στείρων μεταφράσεων, ἀλλά καί τῆς πατερικῆς ἑρμηνείας καί διδαχῆς.
   ᾿Εμεῖς οἱ κληρικοί θά πρέπει νά προσέξουμε ἰδιαιτέρως τήν ὀρθοφωνία μας –χωρίς νά γίνουμε βέβαια ἀπό κληρικοί ἠθοποιοί- γιατί ἡ μετάφορά τοῦ λόγου τῆς λατρείας θά πρέπει νά φτάνει στόν πιστό χωρίς παράσιτα καί ἀλλοιώσεις. Τό ἴδιο ἰσχύει καί γιά τούς ἀγαπητούς ἱεροψάλτες μας, οἱ ὁποῖοι μερικές φορές δίνουν μεγαλύτερη ἔμφαση στήν ἄρτια ἐκτέλεση ἑνός λειτουργικοῦ ὕμνου, χωρίς τήν παράλληλη ἐπιμέλεια στήν ὀρθοφωνία. ᾿Ιδίως ἡ ἀνάγνωση τῶν κανόνων στόν ὄρθρο δέν πρέπει νά γίνεται ἐπί τροχάδην, μόνο καί μόνο γιά νά γίνει, ἀλλά σωστά καί κατανοητά, ἀκολουθώντας  τήν παράδοση τοῦ ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ. ῾Ο μακαριστός π. Πορφύριος συνήθιζε, ὅταν τοῦ ἐπιτρεπόταν, νά ἐπισκέπτεται γυναικεῖα Μοναστήρια, ὅπου οἱ μοναχές ἀπέδιδαν πολύ ὄμορφα τά κείμενα τοῦ ὄρθρου καί τοῦ ῾Εσπερινοῦ. Κυρίως νά ἀποκτήσουμε πραγματική ἀγάπη γιά τόν Χριστό, θεῖο ἔρωτα ὅπως τόνιζε ὁ μακαριστός Γέροντας. ῎Ερωτα πού θά μᾶς κάνει νά ξεπεράσουμε τά ὅποια ἐμπόδια καί φραγμούς, εἴτε γλωσσολογικούς εἴτε προέρχονται ἀπό τά πάθη καί τήν ἐγωκεντρική μας στάση ετε ἀπό ἄλλους παράγοντες, πού δηλητηριάζουν τή σχέση μας μέ τόν Θεό.
   ῾Η νηπτική ἐργασία εἶναι ἀπαραίτητη προϋπόθεση συμμετοχῆς στή λατρεία, τόσο τῶν μεγάλων ὅσο καί τῶν μικροτέρων. ᾿Ιδίως οἱ μεγαλύτεροι καί πρωτίστως οἱ κληρικοί ὀφείλουν νά καταστοῦν προσευχόμενες ἀναμμένες λαμπάδες, οἱ ὁποῖες θά ἐκπέμπουν τό φῶς τοῦ Χριστοῦ, πού θά ζεσταίνει τίς ψυχές τῶν πιστῶν. ῎Εχουμε ἀνάγκη ἀληθινῶν προτύπων καί ἁγίων κληρικῶν καί λαϊκῶν καί ὄχι εἰσαγωγή μεταφράσεων στή λατρεία μας. ῾Ο Γέροντας Πορφύριος μᾶς δίνει τό κλειδί γιά τήν
πέρβαση τῶν ὁποιοδήποτε προβλημάτων μας: «῾Η ψυχή πού εἶναι ἐρωτευμένη μέ τόν Χριστό, εἶναι πάντα χαρούμενη καί εὐτυχισμένη, ὅσους κόπους καί θυσίες κι ἄν κοστίσει αὐτό»(Γέροντος Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου, «Βίος καί Λόγοι», σελ. 232, ἔκδ. ‘Ιερά Μονή Χρυσοπηγῆς, Χανιά 2006). ῾Ο ἴδιος -ὅπως είδαμε- ἄν καί ἀγράμματος κατά κόσμον, διδακτός ὅμως παρά Θεοῦ), ξεπέρασε τούς ὅποιους γλωσσικούς φραγμούς- διότι «ἠγάπησε πολύ». Μήπως ἡ μεμψιμοιρία μας δείχνει μιά πνευματική χαλάρωση; Μήπως μεριμνᾶμε καί πολυπραγμονοῦμε γύρω ἀπό πολλά , ἐνῶ  «Ἑνός ἐστί χρεία»; Μήπως χρειάζεται νά ἀποκτήσουμε θεϊκή τρέλα –ὅπως κι ὁ Γέροντας Πορφύριος-, νά βγοῦμε ἀπό τά στενά ὅρια τοῦ ἐγωκεντρισμοῦ μας καί τῶν ὅποιων ἐκκοσμικευμένων προκαταλήψεών μας;
   ᾿Εδῶ ἀξίζει νά ἀναφέρουμε τό πρωτοφανές ἐγχείρημα τοῦ Γέροντος  ᾿Εφραίμ τοῦ Φιλοθεΐτη στήν ᾿Αμερική, «ὁ ὁποῖος ἵδρυσε δεκαεννέα ἀνδρες καί γυναικεῖες μονές, πού βρίσκονται σέ μεγάλη ἄνθιση ἐξ ἀπόψεως κτιριακοῦ ὀργασμοῦ ἀνοικοδόμησης, ἀλλά καί προσέλευσης νέων νά ἐγκαταβιώσουν σ᾿ αὐτές. Τό πιό ἐντυπωσιακό εἶναι ὅτι τά μοναστήρια τοῦ π. ᾿Εφραίμ εἶναι ἡ κυρία πηγή εὐαγγελισμοῦ στήν ᾿Ορθοδοξία χιλιάδων ἀνθρώπων πού δέν ξέρουν καθόλου ἑλληνικά, παρόλον ὅτι ὅλες οἱ ἀκολουθίες τελοῦνται ἀποκλειστικῶς στά ἑλληνικά (ἐνν. τά ἀρχαῖα). ῎Ας σημειωθεῖ ὅτι οἱ πλεῖστοι μοναχοί καί μοναχές εἶναι ᾿Αμερικανοί προσήλυτοι (μή ἑλληνόφωνοι) στήν ᾿Ορθοδοξία ἤ ὁμογενεῖς πού ἀγνοοῦσαν ἤ τό πολύ ψέλλιζαν τή γλῶσσα μας» (πηγή: διαδίκτυο, http://www.zoiforos.gr, ἄρθρο: Οἱ Μονές τοῦ π. ᾿Εφραίμ καί ἡ γλῶσσα τῆς λατρείας, ἀνατύπωση ἀπό τό περιοδικό «ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ, Τεῦχος 89, Φθινόπωρο 2009).
     Προσωπικῶς ντρέπομαι πού στήν ᾿Αμερική μᾶς ἔχουν βάλει τά γυαλιά καί ἐμεῖς στήν ᾿Ορθόδοξη ῾Ελλάδα θέλουμε νά βγάλουμε τά μάτια μας μέ τά ἴδια μας τά χέρια! ᾿Επιτέλους, ἀγαπητοί μου ἐν Χριστῷ ἀδελφοί. ῾Η λατρεία μας δέν εἶναι γραμμένη στήν ὁμηρική διάλεκτο γιά νά ἰσχυριζόμαστε ὅτι οἱ ἄνθρωποι δέν καταλαβαίνουν. ῾Η μόνη δυσκολία πού μπορεῖ νά ἀντιμετωπίσει ὁ πιστός ὡς κατανόηση στή λατρεία εἶναι τά ἀποστολικά ἀναγνώσματα, τά ὁποῖα ἔχουν πυκνά νοήματα καί κάπως δύσκολη γλῶσσα καί χρήζουν ἀναλυτικῆς ἑρμηνείας καί ὄχι ρηχῆς μετάφρασης. ῾Η λύση ὅμως δέν εἶναι κι ἐδῶ ἡ εἰσαγωγή μεταφράσεων, οἱ ὁποῖες μόνο μέρος τοῦ νοήματος μποροῦν νά ἀποδώσουν. ῾Η κατ’ ἰδίαν μελέτη τῶν πιστῶν ἀπό ὀρθόδοξα ἐγχειρίδια καί πατερικά ἑρμηνευτικά ἔργα ἀποτελεῖ τή μόνη σίγουρη καί ἀσφαλῆ ὁδό.
   Προσωπικῶς, βλέποντας αὐτήν τήν ἀνάγκη τῆς κατ᾿ ἰδίαν μελέτης κειμένων τῆς λατρείας μας, συνέγραψα πόνημα μέ τίτλο: «Τά ῞Ενδεκα ῾Εωθινά Εὐαγγέλια», ὅπου βρίσκει κανείς μιά πατερική προσέγγιση τῶν ἀναστασίμων εὐαγγελικῶν διηγήσεων (᾿Αθήνα, 1997, τ. Α΄, ἐκδ. Τῆνος). Στό πόνημα αὐτό δίνονται μεταφρασμένα τά εὐαγγελικά κείμενα τῶν ῾Εωθινῶν Εὐαγγελίων, καθώς καί  ἡ λεπτομερής ἑρμηνεία τους ἀπό τούς Πατέρες τῆς ᾿Εκκλησίας μας καί τούς ᾿Εκκλησιαστικούς συγγραφεῖς. Δόξα τῷ Θεῷ ἔχουν ἐκδοθεῖ στή γλῶσσα μας ἀρκετά λειτουργικά βοηθήματα, τά ὁποῖα μποροῦν νά βοηθήσουν τούς πιστούς γιά μιά περαιτέρω ἐμβάθυνση στά λειτουργικά μας κείμενα.
   Στήν δύσκολη περίοδο τῆς Τουρκοκρατίας , ὅπου πράγματι ὁ λαός μας λόγῳ τῶν ἱστορικῶν συνθηκῶν ἀντιμετώπιζε δυσκολίες στή μόρφωση, ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός δέν πρότεινε νά εἰσαχθοῦν στή λατρεία μας μεταφρασμένα κείμενα  -οὔτε καί ἡ ᾿Εκκλησία μας ἔπραξε κάτι τέτοιο- ἀλλά παρότρυνε τούς γονεῖς νά ἱδρύουν σχολεῖα ἑλληνικά, ὅπου τά ἑλληνόπουλα θά μάθαιναν τήν ἀρχαῖα ἑλληνική γλῶσσα: «Καί ἄν δέν ἐμάθατε οἱ πατέρες, νά σπουδάζετε τά παιδιά σας νά μανθάνουν τά ἑλληνικά, διότι καί ἡ ᾿Εκκλησία μας εἶναι εἰς τήν ἑλληνικήν καί ἄν δέν σπουδάζης εἰς τό ἑλληνικόν ἀδελφέ μου, δέν ἠμπορεῖς νά καταλάβης ἐκεῖνα, ὅπου ὁμολογεῖ ἡ ᾿Εκκλησία μας» (Διδαχή Β΄, 208, ᾿Ιω. Μενούνου, Κοσμᾶ Αἰτωλοῦ Διδαχές, σελ. 209, ᾿Αθήνα,  ἐκδ. Τῆνος).
   Βλέπουμε ὅτι ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλος δέν παρέβλεπε τό πρόβλημα, πρότεινε λύσεις. ᾿Εξηγοῦσε μέ ὑπομονή στούς ἀνθρώπους καί μάλιστα στήν ἁπλή Δημοτική τῆς ἐποχῆς. Τό κήρυγμα στούς ναούς μας ἔχει ἐπικρατήσει νά γίνεται στή δημοτική, πλήν ἐλαχίστων ἐξαιρέσεων. Στό κήρυγμα, λοιπόν, ἔχει τήν εὐκαιρία ὁ κήρυκας νά διασαφηνίσει ὁρισμένα «δυσνόητα» σημεῖα τῶν εὐαγγελικῶν καί ἀποστολικῶν κυρίως ἀναγνωσμάτων. Τά ὑπόλοιπα κείμενα τῆς Θείας Λειτουργίας, καθώς καί   τῶν ἄλλων ῾Ιερῶν ᾿Ακολουθιῶν, νομίζω, ὅτι ὁ περισσότερος κόσμος πού ἐκκλησιάζεται, τά κατανοεῖ ἐπαρκῶς. Καί στό κάτω κάτω, ἄν μᾶς ξεφύγει κάποια λέξη ἤ κάποιο νόημα, δέν εἶναι ἁμαρτία πρός θάνατον, δέν μποροῦμε νά εἴμαστε ὅλοι μας φιλόλογοι. ᾿Ακόμα καί φιλολόγους νά ρωτήσεις γιά ὁρισμένα «δύσκολα» γλωσσικά τῆς λατρείας μας κι αὐτοί θά τά ἀγνοοῦν. ῞Οποιος θέλει μπορεῖ, ὅπως εἴπαμε, μέ τήν φιλομάθειά του νά καλύψει τίς ποιες ἐλλείψεις.

   ᾿Ενθυμοῦμαι, ὅταν ἤμουν ἔφηβος, εἶχα δεῖ στήν κρατική τότε τηλεόραση ἕνα ἐνημερωτικό πρόγραμμα στό ὁποῖο παρουσιαζόταν κάποιος ῞Ελληνας βοσκός καί ὁ ὁποῖος, ὅπως τοῦ εἶχαν πεῖ οἱ γιατροί, σέ λίγο καιρό θά ἔχανε τό φῶς του λόγῳ κάποιας ἀνίατης ὀφθαλμολογικῆς παθήσεως. ᾿Εκεῖνος, λοιπόν, ὄντας πιστός χριστιανός, προτοῦ χάσει τό φῶς του, κάθισε καί ἔμαθε ὁλόκληρη τήν Καινή Διαθήκη ἀπ’ ἔξω καί μάλιστα ἀπό τό πρωτότυπο. Τήν ἔμαθε μάλιστα τόσο καλά, πού ἄν τόν ρωτοῦσες κάποιο κεφάλαιο καί τόν ἀνάλογο στίχο, θά στό ἔλεγε ἐπακριβῶς. Πραγματικά, αὐτή ἡ ἱστορία χαράχθηκε βαθιά στή μνήμη μου καί μέ δίδαξε ὅτι ἄν ὁ ἄνθρωπος ἔχει θέληση, μπορεῖ μέ τή βοήθεια τοῦ Θεοῦ νά ὑπερβεῖ κάθε δυσκολία.

   ῎Αν τά παιδιά μας σήμερα θεωροῦνται ἱκανά νά μάθουν ὑποχρεωτικά κι ἀπό τό Δημοτικό μάλιστα δύο ξένες γλῶσσες, γιατί νά μήν μποροῦν νά μάθουν τά ᾿Αρχαῖα ῾Ελληνικά, πού εἶναι καί ἡ γλωσσική μήτρα τῆς νεοελληνικῆς μας γλώσσας; Μεγάλοι γλωσσολόγοι καί λογοτέχνες τονίζουν τή διαχρονικότητα καί τήν ἀδιάσπαστη ἑνότητα τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας. ῾Ο ᾿Οδυσσέας ῾Ελύτης τονίζει: «᾿Εγώ δέν ξέρω νά ὑπάρχει παρά μία γλῶσσα, ἡ ἑνιαία γλῶσσα, ἡ ἑλληνική, ὅπως ἐξελίχθηκε ἀπό τήν ᾿Αρχαία, πού ἔφτασε νά εἶναι τό μεγάλο καμάρι μας καί τό μεγάλο μας στήριγμα». ῾Ο ἴδιος ἀναδείχθηκε τεχνίτης τοῦ λόγου ἐμπνεόμενος  κι ἔχοντας ὡς πηγές τά ἀρχαῖα καί τά βυζαντινά κείμενα. ῾Ο ᾿Ελύτης, ἐπίσης, παραλαμβάνοντας τό Νόμπελ Λογοτεχνίας ἀπό τή Σουηδική ᾿Ακαδημία, εἶπε τά ἑξῆς ἀποκαλυπτικά: «Μοῦ δόθηκε νά γράφω σέ μία γλῶσσα πού μιλιέται μόνον ἀπό μερικά ἑκατομμύρια ἀνθρώπων. Παρ᾿ ὅλα αὐτά, μιά γλῶσσα πού μιλιέται ἐπί δυόμισι χιλιάδες χρόνια, χωρίς διακοπή καί μέ ἐλάχιστες διαφορές». Πῶς, λοιπόν, αὐτή τή γλῶσσα θέλουμε νά τή διασπάσουμε καί νά στερήσουμε ἀπό τά ἑλληνόπουλα νά ἔρχονται σέ παφή μέ  γλωσσικό θησαυρό αἰώνων πού βρίσκεται στή λειτουργική μας γλώσσα;

   ᾿Ακόμα καί ὁ ἀκραῖος δημοτικιστής Γιάννης Ψυχάρης δέν διστάζει νά ὁμολογήσει: «Πρέπει νά σπουδάσουμε καλύτερα τήν ἀρχαία γιά νά καταλάβουμε τήν ἱστορική ἀξία τῆς δημοτικῆς» («Τό ταξίδι μου»). Τά ἑλληνόπουλα δέν μποροῦν νά διδαχθοῦν τή νεοελληνική γλῶσσα ἐρήμην τῆς ἀρχαίας. Τελευταῖα ἀκούγοντα ἀνησυχητικές φωνές γιά τήν μή διδασκαλία τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς γλῶσσας στό γυμνάσιο, διότι δῆθεν τά παιδιά ὁδηγοῦνται σέ μιά «γλωσσική Βαβέλ». Σέ συνάντηση πού εἶχε πρόσφατα ὁ νῦν πρωθυπουργός μέ τόν κ. ᾿Εμμανουήλ Κριαρᾶ, στό τέλος ὁ τελευταῖος εἶπε στούς δημοσιογράφους: ««Συζητήσαμε τό θέμα πού μέ ἀπασχολεῖ ἐδῶ  καί   πολλά χρόνια. Τό θέμα τῆς Παιδείας καί τῆς διδασκαλίας τῶν ἀρχαίων ἑλληνικών ἀπό τό Γυμνάσιο. Θεωρῶ ἐγκληματικό νά  διδάσκονται τά ἀρχαῖα ἑλληνικά ἀπό τό Γυμνάσιο.(!!!)  Πρέπει νά μείνουν μόνο στό  Λύκειο. Μόνο ἀφοῦ βασικά κατακτήσει ὁ μαθητής τή γλῶσσα του (καί ξέρουμε σέ τί κατάσταση γλωσσικῶς ἔρχεται σήμερα ὁ μαθητής στό  Γυμνάσιο), μόνο τότε θά  μπορέσει κάτι νά κερδίσει ἀπό τή γνωριμία του μέ τήν ἀρχαῖα γλῶσσα. Διαφορετικά, βαδίζουμε νομίζω σέ γλωσσική Βαβέλ» (᾿Εφημ. «Τό βῆμα, Τρίτη 27 ᾿Οκτωβρίου 2009). Μά κ. Κριαρᾶ, δέν διδαχθήκατε ἀπό τά παραπάνω λόγια τοῦ ὁμογάλακτοῦ σας μακαρίτη Γιάννη Ψυχάρη; Κι ἄν σήμερα μᾶς κάνετε τή χάρη καί μᾶς ἀφήνετε τά ᾿Αρχαῖα μόνο στό Λύκειο, αὔριο θά προτείνετε νά καταργηθοῦν κι ἀπό ἐκεῖ. ῎Ας εὐχηθοῦμε ὁ κ. Πρωθυπουργός νά μήν ἀκούσει τίς εἰσηγήσεις τοῦ κ. καθηγητῆ, γιατί διαφορετικά ἡ ᾿Εκκλησία θά πρέπει νά ἀναλάβει ὁπωσδήποτε σταυροφορία ἐπαναφορᾶς τῶν ᾿Αρχαίων στό Γυμνάσιο.

  Κι ἐμεῖς τί κάνουμε; Μέ τίς ἀπόψεις μας περί εἰσαγωγῆς τῆς Δημοτικῆς γιά λειτουργική χρήση στρώνουμε τό χαλί στούς γλωσσικούς μας ἀναμορφωτές, οἱ ὁποῖοι σύν τοῖς ἄλλοις ἐμφοροῦνται κι ἀπό ἕνα ἀντιεκκλησιαστικό μένος, ἐν πολλοῖς ἀδικαιολόγητο καί δογματικό. Σέ ὅλους αὐτούς ἀπαντοῦμε μέ τά ὅσα διδακτικά ἔγραψε ὁ κ. Σαράντος Καργάκος: «Πρέπει νά σοβαρευτοῦμε κάποτε. ῞Ολοι οἱ μεγάλοι πολιτικοί ἡγέτες, γιά νά μορφώσουν τή σκέψη καί νά ὀξύνουν τήν πολιτική τους εὐαισθησία, μελετοῦν ἀρχαίους ῞Ελληνες. ῾Ο Μάρξ κι ὁ ῎Ενγκελς ὀφείλουν πολλά στήν ἀρχαιομάθειά τους. ῞Οποιος ἁπλῶς ξεφυλλίσει τά ἔργα τους, βλέπει παντοῦ σάν λουλούδι νά φυτρώνει ἡ ἑλληνική λέξη ἤ φράση. ῾Ο Λένιν τελείωσε τό γυμνάσιο μέ ἄριστα στά ῾Ελληνικά. Σήμερα σέ μιά βιβλιοθήκη τῆς Στοκχόλμης δείχνουν μέ περηφάνεια τά 12 ἀρχαῖα βιβλία, πού “καταβρόχθισε μέσα σέ δύο μῆνες καί γέμισε τά περιθώρια μέ σημειώσεις ὁ Βλαδίμηρος ῎Ιλιτς. Πῶς ἀλλιῶς θά γινόταν ἕνας Λένιν; ῾Ο Μάρξ εἶχε καταλάβει πρῶτος τήν ἀξία τοῦ ἀρχαίου πνεύματος κι εἶναι χαρακτηριστικό αὐτό πού μᾶς παραδίδει ἕνας πού τόν γνώρισε καλά, ὁ Μέριγκ: “῾Ο Μάρξ παρέμενε  πάντα προσηλωμένος στούς ἀρχαίους ῞Ελληνες καί ἦταν ἕτοιμος νά διώξει μέ τό μαστίγιο ἀπό τόν ναό τοῦ πολιτισμοῦ κάθε ἄθλια ὕπαρξη, πού ἤθελε νά στρέψει τούς ἐργάτες ἐνάντια στήν ἀρχαία κληρονομιά”.

   Γι᾿ αὐτό κι ὁ κ. Καργάκος καταλήγει μέ ἱερή θά λέγαμε ὀργή: «Φαντάζεται, λοιπόν, κανείς πόσο χρήσιμος θά ἦταν σήμερα ἕνας Μάρξ (ἄν μάλιστα κρατοῦσε καί μαστίγιο), ὅταν ἡ ἕξωση τῶν ᾿Αρχαίων ῾Ελληνικῶν θεωρεῖται προοδευτική πράξη! Εἶναι καιρός πού φωνάζω τώρα πώς μιά τέτοια πράξη εἶναι πέρα- γιά πέρα ἀντιδραστική καί συνακόλουθα ἀνθελληνική» (ΑΛΑΛΙΑ, ἤτοι τό σύγχρονο γλωσσικό μας πανόραμα, σελ. 72, 73, ἐκδ. GUTENBERG).  Τά παραπάνω ἄς προβληματίσουν τούς σύγχρονους ἀριστερούς γλωσσικούς  μας ἀναμορφωτές καί ὅσους ἐν ἀγνοία τους τούς ἀκολουθοῦν. ῾Ο George Orwell  ἔχει γράψει: «῾Οποισδήποτε ἐλέγχει τή γλῶσσα ἑνός ἀνθρώπου, ἐλέγχει καί τίς σκέψεις του. Κι αὐτό ἔγινε δυστυχῶς ἐπί Κομμουνισμοῦ στή Ρωσία: «῾Ο Λένιν καί οἱ Μπολσεβίκοι κομμουνιστές του, οἱ ὁποῖοι τό 1917 ἐξουσίαζαν τή Ρωσία, κατανόησαν πολύ καλά τόν παραπάνω Νόμο. ᾿Αντελήφθησαν ὅτι ἐάν ἤθελαν νά κυβερνήσουν στή Ρωσία σοβαρά  καί γιά μεγάλο χρονικό διάστημα, θά ἔπρεπε νά ἐλέγξουν τή σκέψη τοῦ Ρωσικοῦ λαοῦ. Καί γιά νά τό κάνουν αὐτό, ἔπρεπε νά ἀφαιρέσουν ἀπό τή συνείδηση τοῦ λαοῦ τή ρωσική γλῶσσα, ὁ ὁποία ἀπό τή φύση της καί μόνο, εἶναι μιά χριστιανική γλῶσσα, δημιουργημένη, ἐπηρεασμένη καί διαμορφωμένη ἀπό τήν ὀρθόδοξη πίστη. Καί ἀμέσως οἱ κομμουνιστές ἄρχισαν νά ἐξαναγκάζουν τόν καθένα νά μιλάει τή δική τους σοβιετική διάλεκτο, ἡ ὁποία γρήγορα ἔγινε γλῶσσα τῆς χώρας. Πολλές λέξεις ἔσβησαν ἀπό τή συνείδηση τοῦ λαοῦ -εἰδικά οἱ λέξεις ἐκεῖνες  οἱ ὁποῖες ἀναφέρονταν στήν ᾿Εκκλησία καί στήν Πίστη. Καί καθώς οἱ λέξεις ἔσβηναν, ἔσβηναν καί οἱ ἔννοιες  τίς ὁποῖες ἀντιπροσώπευαν αὐτές οἱ λέξεις. Κι ἔχοντας σβήσει ἀπό τή σκέψη τῶν ἀνθρώπων, ἔσβησαν καί  ἀπό τή ζωή τους. Μιά νέα Μαρξιστική –Λενιστική ἰδεολογία εἶχε ἀντικαταστήσει, πρῶτα μέσα στή χώρα καί στή συνέχεια μέσα στή σκέψη τῶν ἀνθρώπων, τόν ᾿Ορθόδοξο Χριστιανικό Πολιτισμό» (ἀπόσπασμα ἀπό ὁμιλία τοῦ καθηγητῆ ᾿Αλέξανδρου Ντβόρκιν στην Ι΄ Συνδιάσκεψη ᾿Εντεταλμένων ᾿Ορθοδόξων ᾿Εκκλησιῶν καί Ιερῶν Μητροπόλεων, πού συνῆλθε στήν ᾿Αλίαρτο τῆς Βοιωτίας ἀπό 16-21 Σεπτεμβρίου 1998 μέ θέμα: «῾Η Μεταβολή τῶν θεμελίων, νέες θρησκευτικές κινήσεις τοῦ 20ου αἰώνα καί ὁ χριστιανικός πολιτισμός» καί ῾Η περίπτωση τῆς Ρωσίας. ᾿Αγγλικός τίτλος: «The shift of Paradigm – New Religious movements of the 20th century and the christian civilization: a Russian example», πηγή διαδίκτυο:http://www.apodimos.com/arthra). Βλέπουμε ἀπό τό παραπάνω ἀπόσπασμα ὅτι τό θέμα τῆς γλώσσας δέν εἶναι κάτι ἀμελητέο. ῾Η γλῶσσα εἶναι φορέας πολιτισμοῦ καί ἀξιῶν, φορέας πνευματικότητας. ᾿Ιδιαίτερα γιά μᾶς τούς ῞Ελληνες ἡ γλῶσσα τοῦ βυζαντινοῦ πολιτισμοῦ -μέρος τῆς ὁποίας εἶναι ἡ λειτουργική μας γλῶσσα- εἶναι ζυμωμένη μέ τήν ὀρθόδοξη αὐτοσυνειδησία τοῦ ῞Ελληνα. ῎Ηδη ἡ βυζαντινή ἱστορία παραχαράσσεται καί διαστρεβλώνεται ἀπό πολλούς. Γιατί ὄχι καί ἡ γλῶσσα τοῦ Βυζαντίου; ῎Αν μάλιστα λάβουμε ὑπόψη μας καί τή γνωστή δήλωση τοῦ Κίσσιγκερ: «῾Ο ἑλληνικός λαός εἶναι δυσκολοκυβέρνητος καί γι' αὐτό πρέπει νά τόν πλήξουμε βαθιά στίς πολιτισμικές του ρίζες. Τότε ἴσως συνετισθεῖ. ᾿Εννοῶ, δηλαδή, νά πλήξουμε τή γλῶσσα, τή θρησκεία, τά πνευματικά καί ἱστορικά του ἀποθέματα, ὥστε νά ἐξουδετερώσουμε κάθε δυνατότητά του νά ἀναπτυχεῖ, νά διακριθεῖ, νά ἐπικρατήσει, γιά νά μή  μᾶς παρενοχλεῖ στά Βαλκάνια, νά μή  μᾶς παρενοχλεῖ στήν ᾿Ανατολική Μεσόγειο, στή Μέση ᾿Ανατολή, σέ ὅλη αὐτή τή  νευραλγική περιοχή μεγάλης στρατηγικῆς σημασίας γιά μᾶς, γιά τήν πολιτική τῶν ΗΠΑ». ῎Αν τώρα τά συνδέσουμε ὅλα αὐτά μέ τήν κατάργηση τῶν θρησκευτικῶν συμβόλων πού ἐπιχειρεῖται καθώς καί μέ τόν συστηματικό πόλεμο γιά περιθωριοποίηση τῆς ῾Ελλαδικῆς ᾿Ορθοδόξου ᾿Εκκλησίας μας, καταλαβαίνουμε τό μέγεθος τοῦ προβλήματος πού δημιουργεῖται καί μάλιστα μέ μιά γλωσσική ἅλωση ἐκ τῶν ἔνδον.

῾Ο μακαριστός π. ᾿Επιφάνιος Θεοδωρόπουλος, ἄνθρωπος λιπαρᾶς παιδείας, ἐξανίστατο, ὅταν παρατηροῦσε ὅτι γίνονταν στήν ἐποχή του ἀντίστοιχες μέ τίς δικές μας «γλωσσικές καινοτομίες καί αὐθαιρεσίες». ῏Ηταν ἡ ἐποχή ὅπου εἶχε καθιερωθεῖ δημοτική ὡς «ἡ γλῶσσα τοῦ λαοῦ» καί ὁ καθένας ἄρχισε νά πειραματίζεται γλωσσολογικά στό κεφάλι τοῦ κασίδη. «῾Ο λαός μας τροφοδοτεῖται καθημερινῶς διά προϊόντων γλωσσικῆς τερατογονίας», ἐπεσήμανε ὁ μακαριστός Γέροντας. ᾿Αναφερόμενος δέ σέ ἕνα περίεργο κρᾶμα καί ἐξάμβλωμα δημοτικῆς πού πήγαινε νά καθιερωθεῖ, τόνιζε τήν ἀπελπιστική πτωχεία τοῦ λεξιλογίου: «τόσην πτωχείαν λεξιλογίου οὐδ᾿ εἰς ἀναλφαβήτους χωρικούς θά ἠδύνατό τις νά εὕρῃ». Καυτηρίαζε ἐπίσης τούς ἀνατριχιαστικούς φραστικούς βαρβαρισμούς, ὅπως «ἡ δράσταινα τοῦ ἐγκλήματος» (ἀντί:ἡ δράστης τοῦ ἐγκλήματος), ὁλόγραφα, δυσμενά (ἀντί ὁλογράφως, δυσμενῶς). Τί θά ἔλεγες, Πάτερ ᾿Επιφάνιε, ἄν ἄκουγες  ὅσα τήν σήμερον ἡμέραν «διαπράττονται» στήν ὄμορφή μας Πρέβεζα, θά σέ ἔπιανε ἡ μελαγχολία τοῦ τραγικοῦ Καρυωτάκη...
   ῞Ομως ἡ φωνή σου ἔχει ἀποτυπωθεῖ στά κείμενα πού μᾶς ἄφησες. ᾿Αναφερόμενος στούς γονεῖς τούς συμβούλευε ὡς πρός τό θέμα τῆς διδασκαλίας τῆς ᾿Αρχαίας ῾Ελληνικῆς Γλῶσσας: «῎Εχετε βαρείας εὐθύνας ἔναντι τῶν ἀνυπόπτων τέκνων σας. Μή τά ἀφήσετε οὔτε νά σχηματίσουν τήν ἐντύπωσιν ὅτι ῾Ελληνική γλῶσσα  εἶναι ὡς τό ἄνω ἀποτρόπαιον καί αὐτόχρημα Σκυθικόν ἰδίωμα,...Σκεφτῆτε, ἀποφασίσατε καί ἐνεργήσατε. “῾Ο καιρός συνεσταλμένος ἐστί”. Τά ᾿Αγγλικά καί τά Γαλλικά τῶν τέκνων σας ἄς καθυστερήσουν ἐπί τινα ἔτη. Τά ἑλληνικά προηγοῦνται». ῾Ο π. ᾿Επιφάνιος παρότρυνε τούς γονεῖς νά μιμηθοῦν «τήν φωτεινή ἔμνευσιν»  κάποιου λαϊκοῦ τότε (σήμερα δέ ἱερέως μέ ἕξι τέκνα ἀφιερωμένα στήν ᾿Εκκλησία), ὁ ὁποῖος συνέστησε στό σπίτι του στήν ῾Αγία Παρασκευή ἕνα τρόπον τινά κρυφό σχολεῖο, γιά νά μαθαίνουν τά παιδιά του (τῶν τελευταίων τάξεων τοῦ δημοτικοῦ! ), καθώς ἐπίσης  καί ἄλλων χριστιανικῶν οἰκογενειῶν τά ᾿Αρχαῖα ῾Ελληνικά ἀπό φοιτήτρια τῆς ἀρχαίας ῾Ελληνικῆς Φιλολογίας. (Βλ. ᾿Αρχ. ᾿Επιφανίου Θεοδωροπούλου,, ἄρθρα, μελέται, ἐπιστολαί,  σελ. 488-490, ἐν ᾿Αθήναις 1986).
   Πολλοί ἀδελφοί μας ὑποκύπτουν στίς διάφορες σειρῆνες τῶν διαφόρων πειραματιστῶν καί ἀνανεωτῶν τῆς θείας λατρείας μας καί δέν μποροῦν νά κατανοήσουν γιατί δέν ἐπιτρέπεται ἀπό ὁποιονδήποτε ἡ εἰσαγωγή μεταφράσεων ἤ μεταγλωττίσεων  -σέ ἀντικατάσταση δυστυχῶς τοῦ πρωτοτύπου-τῶν λειτουργικῶν μας κειμένων. Τά ἐπιχειρήματα εἶναι πολλά. ᾿Αναφέραμε ἤδη ἀρκετά. ῾Ορισμένους συνοπτικούς λόγους μᾶς δίνει ἐνδεικτικά καί ὁ κ. ᾿Ιωάννης Γιαννόπουλος (Δικηγόρος-συγγραφέας ἐκ Πατρῶν, ὁ ὁποῖος ἔχει διατελέσει καί Πρόεδρος τοῦ Δικηγορικοῦ Συλλόγου Πατρῶν). Μᾶς λέει λοιπόν ὅτι ἄν ἐπικρατήσουν οἱ ἀπόψεις τῶν ἀνανεωτῶν θά ἐπενεργήσουν καταστροφικά, διότι:
α) Θά προκληθῆ σύγχυση στό ἐκκλησίασμα, ὄχι μόνο δέν θά ἐθισθ ὁ λαός μέ τήν πάροδο τοῦ χρόνου -ὅπως ἰσχυρίζονται οἱ ἀνανεωτές- ,ἀντίθετα, φοβοῦμαι ὅτι ΘΑ ΕΧΟΥΜΕ ΝΕΟ ΣΧΙΣΜΑ ΣΑΝ ΤΟ ΠΑΛΑΙΟΗΜΕΡΟΛΟΓΙΤΙΚΟ (τά κεφαλαῖα δικά μου). ᾿Εκεῖνοι, πού τώρα παραπονοῦνται ὅτι δέν ἔρχονται στήν ᾿Εκκλησία, διότι δέν ἐννοῦν τή γλῶσσα, ΔΕΝ ΘΑ ΕΛΘΟΥΝ οὔτε ἐάν ἡ γλῶσσα μεταβληθῆ.
β) Θά χαθῆ ἡ ἱεροπρέπεια καί ἡ κατάνυξη, πού εἶναι τό βάθρο τῆς ᾿Εκκλησιαστικότητος. ῾Ο κ. Γιαννόπουλος στή συνέχεια ἐπεξηγεῖ: «κατάνυξη δέν πρέπει νά συγχέεται μ᾿ ἕναν ρηχό συναισθηματισμό». Καί ἐρωτᾶ: «ἄν ὁ πιστός δέν κατανυγῆ, σώζεται»;
γ) Θά θραυσθῇ ἡ ἱεροπρέπεια τῆς λειτουργικῆς γλώσσης. Καί τό σπουδαιότερο:
δ) ΘΑ ΕΚΠΡΟΤΕΣΤΑΝΤΙΣΘΗ Ο ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟΣ ΒΙΟΣ (τά κεφαλαα γράμματα εἶναι δικά μου).
Τέλος,ὡς ἄνω συγγραφέας τονίζει μέ ἔμφαση: -ἄν ἐπικρατήσει «ἡ προτεινόμενη καί δυστυχῶς ἐφαρμοζόμενη μεταγλώττιση- «Θά ἀλλοιωθῆ ἡ ὀρθόδοξη πνευματικότητα, θά ἐκκοσμικευθῆ ἡ ᾿Εκκλησία καί θά ἀκοῦμε τραγουδάκια καί γλυκερές, κοσμικές χριστουγεννιάτικες συναυλίες ἀντί γιά πνευματικά τροπάρια. ῎Οχι μόνο ἡ ᾿Εκκλησία δέν θά προσελκύση τούς νέους, ἀλλά θά χάση καί τούς παλαιούς, ὅπως τούς ἔχασε καί στήν Δύση, ὅπου κλείνουν οἱ ναοί καί οἱ πάστορες παραδίδουν τά κλειδιά στόν δήμαρχο» (Βλ. Πολιτική Φιλολογική –τῶν Πατρῶν, Σεπτέμβριος 2000 & διαδίκτυο: http://www.i-m-patron.gr/lyxnos/metaglotisis_02.html). Νομίζω ὅτι θέσεις αὐτές τοῦ κ. Γιαννόπουλου εἶναι ὄντως προφητικές. Τί θά ἔλεγε ὁ ἄνθρωπος, ἄν ἔβλεπε καί ἄκουγε ὅσα γίνονται σήμερα στήν Πρέβεζα;

       ᾿Αλλά ἡ κατανόηση τῶν λειτουργικῶν κειμένων τῆς ᾿Εκκλησίας μας ἐξαντλεῖται στά πλαίσια τῆς ἀνθρώπινης διανόησης ἤ εἶναι μία διαδικασία πού ἀγκαλιάζει τόν ὅλο ἐν Χριστῷ ἀνακαινούμενο ἄνθρωπο; Ποιά εἶναι ἡ συμβολή τοῦ ἁγίου Πνεύματος στήν ὅλη διαδικασία; ῞Οταν ὁ ἀναστάς Κύριος ἐμφανίσθηκε στούς περίλυπους, ταραγμένους  καί ἀπιστοῦντες μαθητές του « διήνοιξεν αὐτῶν τὸν νοῦν τοῦ συνιέναι τὰς γραφάς» (Λουκ. κδ΄, 45) καί ἄρχισε νά τούς ἐξηγεῖ πῶς ἐφορμόζονται στό πρόσωπό Του τά διάφορα περιστατικά τῶν θείων Γραφῶν.  Τό ρῆμα «διανοίγω» ἐδῶ σημαίνει: ἑρμηνεύω, ἀναπτύσσω, ἐξηγῶ. ῾Επομένως, ἡ οὐσιαστική  συμμετοχή τοῦ πιστοῦ στά λειτουργικά δρώμενα δέν ἐπιτυγχάνεται μέ τό νά τοῦ προσφέρομε νά ἀκούσει μιά ἐγκεφαλική  καί ἀμφιβόλου ποιότητος μετάφραση (ἀντικαθιστώντας τό πρωτότυπο κείμενο), ἀλλά μέ τό νά συναντηθεῖ κάθε πιστός μέ τό πρόσωπο τοῦ ᾿Αναστάντος Κυρίου, συνάντηση πού πραγματοποιεῖται «ἐν τῇ κλάσει τοῦ ἄρτου».

   Πρίν τή συνάντηση τοῦ Κυρίου μέ τούς ἕνδεκα μαθητές,  πού προαναφέραμε, εἶχε ἐμφανισθεῖ στούς δύο μαθητές Λουκᾶ καί Κλεόπα, καθώς βάδιζαν πρός ᾿Εμμαούς. Κατά τή μαρτυρία, λοιπόν, τῶν δύο μαθητῶν «ἐπέγνωσαν τόν Κύριο ἐν τῇ κλάσει τοῦ ἄρτου», ἀφοῦ προηγουμένως «διηνοίχθησαν αὐτῶν οἱ ὀφθαλμοί» (Λουκ. κδ΄, 30-31). Οἱ ὀφθαλμοί αὐτοί δέν εἶναι ἀσφαλῶς τά ἐξωτερικά ὄργανα τῆς ὁράσεως τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλά οἱ ἐσωτερικοί ὀφθαλμοί τῆς ψυχῆς. Γι᾿ αὐτό καί ὁ λειτουργός ἱερέας προσεύχεται πρίν ἀπό τήν ἀνάγνωση τοῦ ἱεροῦ Εὐαγγελίου γιά ὅλους: «῎Ελλαμψον ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν, φιλάνθρωπε Δέσποτα, τ τῆς σῆς θεογνωσίας ἀκήρατον φῶς καὶ τοὺς τῆς διανοίας ἡμῶν διάνοιξον ὀφθαλμοὺς εἰς τὴν τῶν εὐαγγελικῶν σου κηρυγμάτων κατανόησιν. ῎Ενθες ἡμῖν καὶ τὸν τῶν μακαρίων σου ἐντολῶν φόβον, ἵνα, τὰς σαρκικὰς ἐπιθυμίας πάσας καταπαντήσαντες, πνευματικὴν πολιτείαν μετέλθωμεν, πάντα τὰ πρὸς εὐαρέστησιν τὴν σὴν καὶ φρονοῦντες καὶ πράττοντες» (Θεία Λειτουργία, εὐχή πρίν τήν ἀνάγνωσή τοῦ Εὐαγγελίου). Βλέπουμε δηλαδή, ὅτι ἡ «κατανόησις τῶν εὐαγγελικῶν κηρυγμάτων»  ἀπό τόν πιστό εἶναι οὐσιαστικά ἔργο τοῦ ἁγίου Πνεύματος καί προϋποθέτει ὄχι μόνο μιά στεῖρα ἀκρόαση τῶν εὐαγγελικῶν λόγων, ἀλλά μιά ἀλλαγή τοῦ ἔσω τῆς καρδίας ἀνθρώπου, μέ τήν ἐμφύτευση τοῦ φόβου «τῶν μακαρίων ἐντολῶν» τοῦ Κυρίου», καί ταυτόχρονα μέ τήν κατανίκηση τῶν σαρκικῶν ἐπιθυμιῶν τοῦ παλαιοῦ ἀνθρώπου.

   ῾Επομένως, βλέπουμε ὅτι τό εὐλογοφανές σλόγκαν: «ὥστε  νά ξέρουν οἱ ἄνθρωποι τί λένε ὅταν προσεύχονται» - πού μέ τόση ἀγωνία ἀναφέρουν οἱ Πρεβεζᾶνοι ἱερεῖς- δέν ἰσχύει. Πρίν λίγα χρόνια, ἐπί μακαριστοῦ ᾿Αρχιεπισκόπου Χριστοδούλου εἶχαν γίνει ἀνάλογα πιλοτικά πειράματα, τά ὁποῖα ἐφαρμόζουν μέ τόση ἐπιπολαιότητα τώρα στήν Πρέβεζα, καί εἶχαν ἀποτύχει παταγωδῶς, ὕστερα ἀπό τή μεγάλη κατακραυγή συντριπτικῆς μερίδας κληρικῶν καί λαϊκῶν. ᾿Από τήν πιλοτική αὐτή ἐφαρμογή διεφάνη ὅτι πέραν τῶν ἄλλων ἀρνητικῶν ἐπιπτώσεων πού εἶχε ἡ ἐφαρμογή αὐτοῦ τοῦ προγράμματος, ὑπῆρχε ὁ κίνδυνος ἀπό τήν ἀνάγνωση μεταφράσεων μέσα στή λατρεία τῆς σοβαρῆς δογματικῆς  ἀλλοιώσεως τῶν ἐννοιῶν. Γιατί ἐπανέρχονται οἱ σεβαστοί κληρικοί τῆς Πρέβεζας; Τό πάθημα δέν ἔγινε μάθημα;

    Κάνουμε τόσο ἀγῶνα ὡς ἔθνος νά ἐπανέλθουν στή χώρα μας τά κλεμμένα γλυπτά τοῦ Παρθενώνα, γιατί θεωροῦμε τά ἀγάλματα αὐτά μνημεῖα τοῦ παγκόσμιου καί τοῦ ἑλληνικοῦ πολιτισμοῦ καί καλά κάνουμε. ῞Οταν, ἐλαφρᾷ τῇ καρδίᾳ προτείνεται ἡ κατάργηση τοῦ ἀρχαιοελληνικοῦ μας θησαυροῦ, πού διασώθηκε τόσους καί τόσους αἰῶνες μέσῳ τῆς θείας μας λατρείας καί μάλιστα ἀπό ἱερεῖς, ἐμεῖς θά κάτσουμε μέ σταυρωμένα χέρια; ῎Οχι, θά ἀντιδράσουμε μέ κάθε τρόπο!  Μέ νύχια καί μέ δόντια θά ἀντισταθοῦμε στήν ἐπιχειρούμενη βεβήλωση. ῾Η ᾿Αρχαῖα ῾Ελληνική γλῶσσα δέν εἶναι, ὅπως μᾶς λέτε, ἀγαπητοί Πρεβεζᾶνοι ἱερεῖς, ἕνα ἔνδυμα, πού ὅταν παλιώσει ἤ ὅταν δέν μᾶς ἀρέσει τό πετᾶμε. Δέν ἔχουμε τίποτε γιά πέταμα. Δέν διαπραγματευόμαστε τίποτε. Δέν παραχωροῦμε τίποτε. ᾿Ακόμα κι ἄν μαθαίναμε ὅτι οἱ ᾿Εκκλησίες τῆς Πρέβεζας γέμισαν ἀσφυκτικά ἀπό νέους –πρᾶγμα πού δέν συμβαίνει- ἀκόμα καί τότε θά λέγαμε ΟΧΙ στό ξεπούλημα τῆς γλωσσικῆς μας κληρονομιᾶς! Δέν εἶναι γιά πέταμα ἡ λειτουργική μας γλῶσσα!

 
Ὄχι στό  Προχειρολόγιο τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Πρεβέζης
(Ἀπάντηση στό ὑβριστικό κείμενο ἀνωνύμου κληρικοῦ τῆς Ἱ. Μητροπόλεως Πρεβέζης)

 Πατήρ Ἰωάννης Φωτόπουλος, 

ἐφημέριος Ἱ. Ν. ἁγίας Παρασκευῆς Ἀττικῆς

 

          Δημοσιεύσαμε στό Διαδίκτυο καί ἀποστείλαμε πρός διαφόρους ἀποδέκτες κείμενό μας μέ τό ὁποῖο  ἀσκοῦμε κριτική στίς ἄνομες λειτουργικές παραφράσεις τῶν κειμένων τῆς ἁγιωτάτης ὀρθοδόξου λατρείας μας τίς ὁποῖες σεβῶς καί κακοτέχνως ἔκαμε ἡ Ἱ. Μητρόπολις Νικοπόλεως καί Πρεβέζης.  Σέ ἀπάντηση τῶν θέσεών μας δεχθήκαμε ἐπιστολή  μέ ὑπογραφές 77 ἱερέων +10 ἱερομονάχων τῆς ὡς ἄνω Μητροπόλεως.  Ἐξ αἰτίας τοῦ ὑβριστικοῦ καί εἰρωνικοῦ χαρακτῆρος τῆς ἐπιστολῆς προβληματιζόμεθα κατά πόσον οἱ ὑπογραφόμενοι εἶχαν γνώση τοῦ ἀκριβοῦς περιεχομένου της καί ἄν ὑπέγραψαν ἐλεύθερα ἤ ἄν ὑπέγραψαν σέ λευκό χαρτί γιά νά φανεῖ πλήρης κατά τό δυνατόν ὁμοφωνία τοῦ κλήρου τῆς ἐκεῖ τοπικῆς ἐκκλησίας καί νά λάβουν ἐγκυρότητα τά γραφέντα.  
    Παραβλέπουμε φράσεις ὑβριστικές ἀνοίκειες τῆς ἱερωσύνης ὅπως :  «Το πέμπτο Ευαγγέλιο...ο π. Ιωάννης Φωτόπουλος και η παρέα του, «Αν εσείς νομίζετε ότι προσεύχεσθε στον ...Δία και κινδυνεύετε από τους κεραυνούς του (...βοήθειά Σας! ) »«Δεν καταλάβατε τί λέει ο άγιος Αθανάσιος ή απλώς... <πουλάει> το όνομά του και το θεωρήσατε <τσεκούρι> εναντίον μας» καί «δεν αρχίζουμε διάλογο ..κουφών».
Εσερχόμαστε στίς θέσεις τοῦ κειμένου :
α) Μᾶς φαίνεται πρωτάκουστη θεωρία τοῦ συντάκτου τοῦ κειμένου  (ἐφεξῆς Σ.τ. Κ.) ὅτι σέ μιά τοπική Ἐκκλησία  «μπορεί να υπάρχουν πρωτοβουλίες και ενέργειες που δεν προέρχονται απαραιτήτως από τον αρχιερέα αλλά από ιερείς, μιάς περιοχής-επισκοπής, απλά και αυτονόητα!».  Καλά, δέν γνωρίζει ὁ Σ.τ.Κ. ὅτι ὁ ΛΘ΄ Ἀποστολικός Κανών ἐπιτάσσει  «Οἱ Πρεσβύτεροι καί Διάκονοι ἄνευ γνώμης τοῦ Ἐπισκόπου μηδέν ἐπιτελείσθωσαν» ; Δέν γνωρίζει ὅτι «στόν  ἐπίσκοπο» κατά τόν Ἅγιο Νεκτάριο «ἐμπιστεύεται ἡ ἀλήθεια καί ἡ λατρεία τῆς Μίας γίας Καθολικῆς Ἐκκλησίας...αὐτός τίθεται τηρητής τῶν θείων καί ἱερῶν κανόνων...φρουρός τῆς ἱερᾶς παρακαταθήκης...τηρητής τῆς ἱερᾶς Παραδόσεως» (Ποιμαντική Ρηγόπουλος 121);  Ἑπομένως δέν μποροῦν «απλά και αυτονόητα»  οἱ ἱερεῖς νά προβαίνουν σέ «πρωτοβουλίες καί νέργειες» καταστροφικές τῆς θείας λατρείας.  Ἐκτός ἄν ὁ ἐπίσκοπος δέν εἶναι «τηρητής τῆς παραδόσεως», ὁπότε ἡ τήρηση τῶν παραδόσεων ἐπαφίεται στήν ἱερατική συνείδηση.  Σ’ αὐτή τή συνάφεια θά θέλαμε, ἐφόσον ἡ μετάφραση δέν εἶναι τοῦ Μητροπολίτου, ὅπως μᾶς διαβεβαιώνει ὁ Σ.τ. Κ., νά ζητήσουμε τό ὄνομα τοῦ μεταφραστῆ καί διασκευαστῆ τῶν εὐχῶν, ὥστε ἐπωνύμως νά ἀναφέρεται στήν ἐργασία μας καί νά ἀποφευχθοῦν οἱ παρανοήσεις.

β)  Προσπαθεῖ ὁ Σ.τ. Κ. νά χτίσει θεωρητικό ὑπόβαθρο γιά τήν ἀπόπειρα τῶν ἀθλίων παραφράσεων μέ βάση τούς Ἀντιρρητικούς Λόγους κατ’ Ενομίου τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου Νύσσης.  Ὁ Εὐνόμιος ἰσχυριζόταν ὅτι ἡ λέξις ἀγεννησία, αὐτός ὁ ἴδιος ὁ ἦχος τῆς λέξεως «ἐμφανῶς δεικνύει τοῦ Θεοῦ τήν οὐσίαν» ( P.G. 45, 957)  Ἰσχυριζόταν ἐπίσης ὅτι ὁ Θεός μιλώντας στήν βραϊκή γλῶσσα κατά τή δημιουργία δωσε τά ὀνόματα «τοῖς οὖσι», στά δημιουργήματα.  Ἐμφάνιζε ἐπίσης τό Θεό «ὡς τινα γραμματιστήν τάς τοιάσδε τῶν ὀνομάτων θέσεις διαλεπτουργοῦντα καθῆσθαι» (P.G. 45, 992) δηλ. σάν κάποιο λόγιο, φιλόλογο πού κάθεται καί ἐπεξεργάζεται λεπτομερῶς τίς ὀνομασίες τῶν ὄντων.  Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ἀντιμαχόμενος τόν αἱρετικό  Εὐνόμιο ἀπαντοῦσε ὅσον ἀφορᾶ στήν «ἀγεννησία» ὅτι «οὐδέν ὄνομα περιληπτικόν τῆς θείας ἐξεύρηται φύσεως» (P.G. 45, 957)  καί ὅσον ἀφορᾶ στήν ὀνομασία τῶν ὄντων  ὅτι «ἡ τοῦ λόγου δύναμις ἔργον μέν ἐστί τοῦ τοιαύτην ἡμῶν πεποιηκότος τήν φύσιν, ἡ δέ τῶν καθ’ἕκαστον ρημάτων εὕρεσις πρός τήν χρείαν τῆς τοῦ ποκειμένου σημασίας παρ’ ἡμῶν αὐτῶν ἐπενοήθη» ( P.G. 45, 989D) δηλ. ὅτι ἡ δύναμις τοῦ λόγου εἶναι ἔργο τοῦ Δημιουργοῦ ἀλλά ἡ εὕρεσις κάθε λέξεως πού χρειάζεται γιά νά ὀνοματίζουμε τά πράγματα εἶναι δική μας ἐπινόηση.   Καί μέ ἀφορμή τίς πλάνες τοῦ Εὐνομίου ὁ ἅγιος Γρηγόριος λέγει ὅτι καμμιά γλῶσσα δέν δημιούργησε ὁ Θεός ἀλλά ἄφησε τούς ἀνθρώπους κάθε ἔθνους  νά ἔχουν ποικιλία γλωσσῶν. 
Μέ βάση τά ἀνωτέρω ὁ Σ.τ.Κ. προσπαθεῖ ἀπεγνωσμένα νά πείσει ὅτι ἐπιτρέπονται οἱ μεταφράσεις τῶν λειτουργικῶν κειμένων στή δημοτική καί χρήση τους στή λατρεία τῆς Ἐκκλησίας.  Λέγει μάλιστα ὅτι «ο Άγιος Γρηγόριος επιμένει ότι η εμμονή σε ένα γλωσσικό μόρφωμα με τάχα θεϊκό κύρος : δεν ξέρω πως δεν θα είναι κάτι το καταγέλαστο και βλάσφημο...(ότι δηλαδή τις γλώσσες τις ἐφτιαξε ο Θεός)»; . 
Πρίν συνεχίσουμε πρέπει νά ποῦμε τι ὁ ἅγιος Γρηγόριος δέν λέγει τέτοια πράγματα. 
Ἀπαντώντας στήν πλάνη τοῦ Εὐνομίου, ὁ ὁποῖος, ὅπως εἴπαμε, ἰσχυριζόταν ὅτι ὁ Θεός πρό τῆς δημιουργίας ὁμιλοῦσε βραϊκά καί ἔλεγε «βλαστησάτω ἡ γῆ βοτάνην χόρτου» ἤ «γενηθήτω φῶς», γράφει ὅτι ἄν μιλοῦσε ὁ Θεός ἀπευθυνόμενος στούς ἀνθρώπους χάριν τῆς σωτηρίας τους αὐτό δέν θά ἦταν ἀνάξιο τῆς φιλανθρωπίας του.  Ἐνῷ ὅμως  δέν ἐπιτυγχάνεται κανένας τέτοιος σκοπός μέ τή χρήση αὐτῶν τῶν λόγων, αφοῦ δέν εἶχε ἀκόμη δημιουργηθεῖ ὁ ἄνθρωπος, τό νά ἰσχυρίζεται κάποιος ὅτι ὁ Θεός κατασκευάζει καί ἀπαγγέλλει τέτοια λόγια πρός τόν ἑαυτό Του, ἀφοῦ κανείς δέν ὑπάρχει πού νά χρειάζεται τή σημασία τους, εἶναι καταγέλαστο καί  βλάσφημο.  Ἰδού τό κείμενο : «Τό μηδενός κατορθουμένου σκοποῦ διά τῆς τοῦ λόγου τοιαύτης χρήσεως, ἔπειτα κατασκευάζειν τοιάδε τινά ρήματα τόν Θεόν ἐφ’ ἑαυτόν ραψωδεῖν οὐκ ὄντος τοῦ δεομένου τῆς διά τῶν τοιούτων φωνῶν σημασίας, οὐκ οἶδα πῶς ἐστι μή καταγέλαστον ἅμα καί βλάσφημον τό τοιοῦτον οἴεσθαι»  (P.G. 45, 998C). Ἑπομένως καταγέλαστο καί βλάσφημο δέν εἶναι «η εμμονή σε ένα γλωσσικό μόρφωμα», ὅπως ἐσφαλμένα γράφει ὁ Σ.τ.Κ. ἀλλά ἡ παρουσίαση ἀπό τον Εὐνόμιο ἑνός Θεοῦ πού μιλάει ἀνθρώπινα πρός τόν...ἑαυτό του, ἤ  ἡ τάση το Εὐνομίου νά «ξανθρωπίζει» (P.G. 45, 988D) ἤ νά «διασχηματίζει τό θεῖον» (P.G. 45, 977C).  Γενικότερα τό θέμα τοῦ ἁγίου Γρηγορίου δέν εἶναι οἱ μεταφράσεις, (καμμία σχέση!), ἀλλά ἡ ἀσέβεια καί ἡ αἵρεση τοῦ Εὐνομίου πού χρησιμοποιώντας τό «ἀγέννητο» τοῦ Πατρός, ὡς ἔκφραση τῆς οὐσίας Του, Τόν διεχώριζε ἀπό τόν Υἱό, τοῦ ὁποίου, ὅπως ἰσχυριζόταν, ἡ οὐσία ἐκφραζόταν ἀπό μιά ἄλλη λέξη τό «γεννητό».  Ἀπολυτοποιοῦσε τή λέξη «ἀγεννησία» ὡς ἐκφραστική τῆς οὐσίας γιά νά φθάσει στό ἐπιθυμητό συμπέρασμα.  Καί αὐτό πολεμᾶ ὁ ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης.  Ἀδίκως τόν παριστᾶ ὁ Σ.τ.Κ. ὡς ἄνθρωπο ὑπεράνω οασδήποτε γλώσσης καί μάλιστα στή λατρεία.  

Ὁ Ἅγιος δέν ἦταν κάποιος θεωρητικός ἐπιστήμονας, ἦταν ὑπέρμαχος τῆς ἐκκλησιαστικῆς Παραδόσεως καί ἐναντίον οἱασδήποτε ψευδοκουλτούρας.  Ὑπεραμυνόταν τῆς παραδόσεως τῆς Ἐκκλησίας καί ἔγραφε ὅτι εἶναι πεπεισμένος πώς μέ τήν ὁμολογία τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος «κυροῦσθαι τό τῆς εὐσεβείας μυστήριον καί τῇ τῶν μυστικῶν ἐθῶν τε καί συμβόλων κοινωνίᾳ τήν σωτηρίαν κρατύνεσθαι» (P.G. 45, 880B)  


Σ’ αὐτά τά μυστικά ἔθη περιλαμβάνει τό Βάπτισμα τό Χρῖσμα, τήν προσευχή, τήν ἐξαγόρευση τῶν ἁμαρτιῶν, τήν τήρηση τῶν ἐντολῶν καί τή μετάδοση τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων.  Ὡς ἀδελφός τοῦ Μ. Βασιλείου, τόν ὁποῖο ὁ ἅγιος Γρηγόριος ἀποκαλεῖ «μέγα», ἦταν ὑπέρμαχος ὅλων τῶν παραδόσεων ἐγγράφων  καί ἀγράφων.  Δέν θά μποροῦσε νά φαντασθεῖ κάποιος ὅτι ὁ Ἅγιος Γρηγόριος δεχόμενος ὅλα «τά διατηρούμενα παρά τῶν μεμυημένων ἔθη» ( P.G.881A ) θά ἀθετοῦσε αὐτούς τούς ἴδιους τούς λόγους τούς παραδοθέντας ὑπό τῶν ἀποστόλων καί τῶν Πατέρων τούς ὁποίους χρησιμοποιοῦσε ἡ Ἐκκλησία κατά τήν τέλεση τῆς Θ. Λειτουργίας καί τῶν Ἱερῶν Μυστηρίων, χάριν δικῶν του ἐφευρημάτων θεολογικοφιλοσοφικῶν, μιᾶς δικῆς του ἤ μιᾶς λαϊκῆς-κατανοητῆς γλώσσας, καίτοι ἦταν δεινός περί τούς λόγους καί τή φιλοσοφία.  Ἐξ ἄλλου ὁ Μ. Βασίλειος λέγει ὅτι ἡ εὔκολη κατανόηση τῆς ἐκκλησιαστικῆς  διδασκαλίας, ὅπως περιέχεται στή Γραφή καί βεβαίως τή λατρεία γιά τήν ὁποία κόπτεται ὁ Σ.τ.Κ., δέν εἶναι ὠφέλιμη : « Σιωπῆς δέ εἶδος καί ἡ ἀσάφεια ᾗ κέχρῃται ἡ Γραφή, δυσθεώρητον κατασκευάζουσα τῶν δογμάτων τόν νοῦν, πρός τῶν ἐντυγχανόντων λυσιτελές» (Μ. Βασιλείου Περί γίου Πνεύματος ΕΠΕ 10, σ. 460).  Ὑπάρχει ἀσάφεια στήν γία Γραφή καί στά δόγματα.  Τά νοήματα εἶναι δύσκολα, ἀλλά αὐτό εἶναι ὠφέλιμο γιά τούς χριστιανούς γιά νά μήν καταφρονοῦν τή διδασκαλία τῆς  Ἐκκλησίας, πού τή συνηθίζει κανείς μέ τή διαρκῆ καί εὔκολη ἐνασχόληση μαζί της.   Χρειάζεται κόπος καί προσπάθεια γιά τήν οκειοποίηση τῆς πλήρους ἀληθείας τῆς Ἐκκλησίας.    
Πάντως, γιά νά ἐπανέλθουμε στό σκοπό τῆς παραθέσεως κειμένων τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου Νύσσης, ἐκεῖνο πού θέλει νά μᾶς πεῖ ὁ Σ.τ.Κ. εἶναι ὅτι ἐμεῖς ἀρνούμεθα τίς μεταφράσεις τῶν λειτουργικῶν κειμένων διότι δῆθεν πιστεύουμε ὅτι ὁ Θεός ἔφτιαξε τήν ἀρχαία ἑλληνική γλῶσσα (ἑπομένως μοιάζουμε μέ τούς εὐνομιανούς) ὅτι γι’αὐτό εἶναι ἱερή καί καθό ἱερή δέν ἐπιδέχεται μετάφραση.  Ἄς γίνουμε λοιπόν σαφέστεροι.  
Ἐννοεῖται ὅτι δέν πιστεύουμε ὅτι ὁ Θεός δημιούργησε τήν ἀρχαία ἑλληνική γλῶσσα.  Ἡ ἀρχαία ἑλληνική γλῶσσα δέν εἶναι ἱερή ἤ ἁγία καθ’ἑαυτήν, πό μόνη της.  Πουθενά δέν ἰσχυρισθήκαμε κάτι τέτοιο.  Ἱερή καί ἁγία εἶναι ἡ ὀρθόδοξη λατρεία μας, καθώς διεμορφώθη ὑπό τῶν Ἁγίων, τελεῖται μέσα στά Ἅγια τῶν Ἁγίων, στό ἱερό θυσιαστήριο καί τόν Ὀρθόδοξο ναό  καί ἔχει γίνει καθολικά ἀποδεκτή ἀπό τήν Ἁγία Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία.  Κι ἐπειδή ἡ Θεία Λατρεία εἶναι ἁγία  γι’αὐτό καί ἡ γλῶσσα στήν ὁποία τελεῖται, ὅπως μορφοποιήθηκε  ὑπό  τῶν ἀποστόλων καί τῶν ἁγίων εἶναι καί ἱερή καί ἁγία.  
Ἐπελέγησαν διά μέσου τῶν αἰώνων κατάλληλες λέξεις καί φράσεις, ὅροι θεολογικοί, συγκεκριμένο ὕφος, καθωρισμένα μέτρα, κατάλληλη μουσική, ὅλα αὐτά διαφορετικά γιά τούς ὕμνους, διαφορετικά γιά τίς εὐχές, τίς ἐκφωνήσεις κλπ.  καθώς ἐπίσης συγκεκριμένες «φόρμες» μέ τίς ὁποῖες ἄρχονται καί καταλήγουν οἱ ὕμνοι, οἱ εὐχές κλπ.  Μέχρι καί «διαγωνισμοί» ἔγιναν γιά νά πιλεγεῖ ὁ τάδε ἤ ὁ δεῖνα ἀσματικός Κανόνας.
        Ὅλος αὐτός ὁ κόπος καί πόνος, ἡ δοκιμασία, ἡ ἐμπειρία τῶν Ἁγίων Πατέρων, ἡ συγκατάθεση τοῦ πληρώματος τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας σέ τόσο βάθος χρόνου θά καταφρονηθεῖ, θά ἀπαξιωθεῖ, θά ποδοπατηθεῖ πειδή ζηλέψαμε τή μετάφραση στά ἀφρικανικά ...σουαχίλι;  ἐπειδή νομίζουμε ὅτι ἄν ἀλλάξουμε τούς λόγους τῶν Ψαλμῶν μέ ἑλληνικά σουαχίλι, μέ...κορακίστικα, θά ὁδηγήσουμε τούς χριστιανούς «να πέσουν στην αγκαλιά του Χριστού»(Σ.τ.Κ.) ;  Θά ὑποκαταστήσουμε τή λειτουργική μας γλῶσσα μέ ἀνόητα, δῆθεν ποιητικά, κατασκευάσματα γιά νά γελάει κάθε πικραμένος καί νά κλαίει κάθε σώφρων νουνεχής καί συνετός;  Ἡ γλῶσσα τῆς θείας λατρείας-ναί!- εἶναι ἱερή καί ἁγία, ὅπως καί μουσική της,  ὅπως καί οἱ ναοί τῶν ὀρθοδόξων σέ σχέση μέ τό ὁποιοδήποτε κτίσμα, ὅπως καί τό πρόσφορο σέ σχέση μέ τό καρβέλι.  Προσφέρουμε στόν Κύριό μας ὅ, τι καλλίτερο ἔχουμε γιά νά τελέσουμε τήν Εὐχαριστία, γιά νά Τόν ὑμνήσουμε  κατά τό μεσονύκτιο, τό πρωΐ, τό Ἑσπέρας, μετά τό δεῖπνο. 
        Χρησιμοποιοῦμε τό τελειότερο γλωσσικό ὄργανο, τό ὁποῖο οἰκονόμησε ὁ σαρκωθείς Λόγος τοῦ Θεοῦ γιά νά γραφεῖ τό Εὐαγγέλιο καί στό ὁποῖο μεταφράσθηκε τό ἑβραϊκό πρωτότυπο τῆς Π.Δ.  Τί λέγει ὁ ἅγιος Γρηγόριος; «πᾶν τό ἐξ ἐπινοίας εὑρισκόμενον τε καί κατορθούμενον εἰς τόν ἀρχηγόν τῆς δυνάμεως ταύτης ἐπαναφέρεται» (P.G. 45, 972A) δηλ. ὁτιδήποτε ἐφευρίσκεται καί ἐπινοεῖται ἀπό τόν ἄνθρωπο, στόν ἀρχηγό τῆς δυνάμεως τοῦ νοῦ, στό Θεό ἐπιστρέφει καί ἀναφέρεται. Καί ἀλλοῦ: «Τά καθ’ ἕκαστόν ἐστι μέν ἔργα μέτερα, εἰς δέ τόν ἡμῶν αὐτῶν αἴτιον τήν ἀναφοράν ἔχει, τόν δεκτικόν πάσης ἐπιστήμης τήν φύσιν ἡμῶν δημιουργήσαντα» (P.G. 45, 989C) δηλ. τά ἐπί μέρους ἔργα –καί ἡ γλῶσσα μεταξύ αὐτῶν- εἶναι δικά μας, ὅμως ἔχουν τήν ἀναφορά τους στόν Αἴτιο μας, ὁ Ὁποῖος δημιούργησε τή φύση μας δεκτική κάθε ἐπιστήμης.  Τί λοιπόν θά ἐπιστρέψουμε στό Θεό, πού μᾶς δώρισε τό νοῦ καί τή λογική; Τί θά ἀναφέρουμε σ’αὐτόν κατά τήν ἁγία Ἀναφορά, ὡς εὐχαριστία καί δοξολογία; Τά δικά μας εὐτελῆ λόγια, τίς πρόχειρες λέξεις τῆς πεζῆς μας καθημερινότητας ἤ αὐτούς τούς ἰδίους λόγους τῶν Ἀποστόλων καί τῶν Πατέρων; Αὐτοί οἱ λόγοι δέν εἶναι ἡ «ἀπαρχή», οἱ καλλίτεροι καρποί τοῦ ἀνθρωπίνου πνεύματος προσφερόμενοι ἀπό τήν «ἀπαρχή» τῆς Ἐκκλησίας, τούς Ἁγίους;   Ἀλλιῶς ὑπάρχει κίνδυνος νά μή γίνει δεκτή ἡ προσφορά μας ἀπό τό Θεό.  Ἡ θυσία τοῦ Κάϊν δέν ἔγινε δεκτή γιατί ἦταν εὐτελής καί ἀνάξια τοῦ ἐλέους καί τῆς μεγαλωσύνης τοῦ Θεοῦ. 
    Βέβαια κατ’ ἐξοχήν αὐτά ἰσχύουν γιά τούς  Ἕλληνες καί ἑλληνοφώνους.  Κι ἐδῶ πρέπει νά μιλήσουμε γιά τίς κατά κυριολεξίαν μεταφράσεις.  Παραθέτει ὁ Σ.τ.Κ. σέ ἐλεύθερη μετάφραση ἀπόσπασμα ἀπό τόν ΙΓ΄ ἀντιρρητικό λόγο κατ’ Εὐνομίου : «...ο Θεός γι’αυτό την δύναμη του Αγίου Πνεύματος την διεμέρισε σε πολλές φωνές (Πάρθοι και Μήδοι και Ελαμίται) για να μη στερείται κανένας αλλόγλωσσος την ωφέλεια».  Ὀρθῶς, βεβαίως ὁμιλεῖ ὁ Ἅγιος Γρηγόριος.  Καί ἄριστα, ασφαλῶς, ἔπραξε τό Ἅγιο Πνεῦμα.  Καί μεῖς δέν « ἀντιπίπτουμε τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι » ἀφοῦ οἱ «ἑτερόγλωσσοι» ( Ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης) ὅλοι οἱ ἄνθρωποι δέν πρέπει νά στερηθοῦν τή γνώση τῆς ἀληθείας.  Γι’ αὐτό συμφωνοῦμε στήν ἐκπόνηση μεταφράσεων.  Μεταφράσεων ὅμως σέ ἄλλες γλῶσσες, χάριν τῶν ἑτερογλώσσων.  Ἔχουν γίνει ἀνέκαθεν μεταφράσεις καί ἡ Θ. Λατρεία ἐτελεῖτο στή γλῶσσα κάθε λαοῦ καί φυλῆς. 
Ἔμεῖς ὅμως εἴμαστε «τερόγλωσσοι» σέ σχέση μέ τή γλῶσσα τοῦ βιβλικοῦ πρωτοτύπου; Μήπως εἴμαστε «Πάρθοι καί Μῆδοι καί Ἐλαμῖται»; Μήν τρελλαθοῦμε!  Εἶναι ἡ γλῶσσα μας.  Καί ἔχουμε τιμηθεῖ ἀπό τόν Χριστό μέ τό ὑπέρ-προνόμιο νά ἀναγινώσκουμε κατ’οἶκον καί ἐπ’ ἐκκλησίας κατά τή Θ. Λατρεία τό πρωτότυπο τῆς ἁγίας Γραφῆς, Παλαιᾶς καί Καινῆς Διαθήκης, νά ψάλλουμε στό πρωτότυπο τά ποιήματα - ὕμνους τῶν γίων Πατέρων μέ τήν ἀρχαία παραδεδομένη ἐκκλησιαστική μουσική.  Αὐτή ἡ γλῶσσα, ἡ λειτουργική δέν εἶναι γιά μᾶς νεκρή, εἶναι ζωντανή γιατί σ’ αὐτήν προσευχόμεθα καί στό σπίτι καί στήν Ἐκκλησία.  (Μήπως ἄραγε ο σχεδιαστές τῆς νέας λατρευτικῆς μόδας σχεδιάζουν καί τή μετάφραση τοῦ Ἀποδείπνου καί τῶν Χαιρετισμῶν γιά νά τά...καταλαβαίνουμε καλλίτερα μᾶλλον γιά νά μᾶς ἐμπαίζουν οἱ δαίμονες;).
       Ὑπάρχει βέβαια πρόβλημα κατανοήσεως.  Πάντοτε ὑπῆρχε καί πάντοτε θά ὑπάρχει.  Ὄχι μόνο λόγῳ τοῦ ἀρχαιοελληνικοῦ ἰδιώματος, ἀλλά καί τῶν δυσκόλων νοημάτων.  Ἡ Ἐκκλησία ἀντιμετώπισε τό πρόβλημα αὐτό πάντοτε μέ τή βοήθεια μεταφράσεων καί ἑρμηνείας, ὄχι ὅμως πρός χρήση τους κατά τή Λατρεία, ἀλλά κατά τό κήρυγμα καί κατά τήν κατ’οἶκον μελέτη.  
Τό κολοσσιαῖο ἔργο τοῦ ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου εἶναι ἕνα λαμπρό παράδειγμα ἀληθινῆς εὐαισθησίας πρός τήν ἀδυναμία τῶν ἀναγνωστῶν νά κατανοήσουν τήν Κ. Διαθήκη, τά τροπάρια τῶν ἀκολουθιῶν, τούς Ἱερούς Κανόνες, τά κείμενα τῶν Ἁγίων Πατέρων (Βλ. π.χ. τό Ἑορτοδρόμιο, τή Νέα Κλίμακα, τό Πηδάλιο). Γράφει ἐπίσης ὁ Ἅγιος Νικόδημος τά κείμενά του σέ γλῶσσα κατανοητή γιά τούς ἀναγνῶστες τῆς ἐποχῆς του καί μετά ἀπό τά πατερικά ἀποσπάσματα παραθέτει τίς πιό πολλές φορές τή μετάφρασή τους. 
Ὁ μακαριστός Γέροντάς μας π. Ἐπιφάνιος Θεοδωρόπουλος ἐκπόνησε μεταφράσεις τῶν κολουθιῶν τῆς Μ .Ἑβδομάδος καί τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου. 
      Σέ ὅλες τίς παραπάνω περιπτώσεις δέν πρόκειται βέβαια γιά κατά κυριολεξία μετάφραση ἀλλά γιά μεταφορά τοῦ πρωτοτύπου στό ἀντίστοιχο γιά τήν ἐποχή γλωσσικό ἰδίωμα. Καί ἐδῶ μπαίνει κάποιο ἐρώτημα: Μποροῦμε νά φανταστοῦμε τί θά συμβεῖ ἄν κάθε 20-30 χρόνια, κολουθώντας τόν κατήφορο τοῦ γραπτοῦ καί προφορικοῦ ἑλληνικοῦ λόγου,  μεταβάλουμε καί πάλι τό γλωσσικό ἰδίωμα στά λειτουργικά μας κείμενα, ὄχι γιά νά χρησιμοποιηθεῖ ὡς βοήθημα, ἀλλά ὡς ἐπίσημο κείμενο γιά λειτουργική χρήση;  Τέτοιες ἰδέες ἀκόμα καί σάν ἁπλές ὑποθέσεις δείχνουν φανερή ἀσέβεια πρός τό Εὐαγγέλιο, τούς Ἁγίους Πατέρες καί τήν ἐν γένει λειτουργική παράδοση, προχειρότητα καί ἔλλειψη σοβαρότητας καί ὑπευθυνότητας. 


Γιατί μέ τί ἄλλο μοιάζει αὐτό τό σκεπτικό παρά μέ τό σκεπτικό τοῦ Χότζα ὁ ὁποῖος γιά νά ἱκανοποιήσει τούς ἀπαιτητικούς γειτόνους του ἔβαλε τό φοῦρνο του πάνω σέ ἕνα κάρο καί τό περιέστρεφε σέ κάθε σημεῖο τοῦ ὁρίζοντα, ἀνάλογα μέ τίς ἀπαιτήσεις τοῦ καθενός!  

πιμένουμε ἐπίσης ὅτι δέν ἐπιτρέπονται οἱ μεταφράσεις τῶν λειτουργικῶν κειμένων κατά τή λατρεία γιά ἕναν ἀκόμα λόγο, φανερό στήν «προσπάθεια τῶν ἱερέων » τῆς μητροπόλεως Πρεβέζης: Οἱ μεταφράσεις ἀνοίγουν τούς ἀσκούς τοῦ Αἰόλου σέ κάθε ἰδιόρρυθμη διορθωτική ἐπιθυμία κάθε νέου...Χρυσοστόμου, Βασιλείου καί Δαμασκηνοῦ.  Ἔτσι στό δῆθεν Εὐχολόγιο τῆς Μητροπόλεως Πρεβέζης στό ὁποῖο ἔχει ἀφανισθεῖ τό πρωτότυπο κείμενο, ὁ μεταφραστής ἐπέφερε τοῦ κόσμου τίς ἀλλαγές, τίς «διορθώσεις», τίς παραλείψεις, τίς τροποποιήσεις.  Τό πρωτότυπο κείμενο λοιπόν ἵσταται φρουρός σέ κάθε ἀπόπειρα καταστροφῆς τῆς λατρείας καί τῆς μετατροπῆς τοῦ Εὐχολογίου τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας σέ Προχειρολόγιο κάποιας «προσπάθειας ἱερέων». 

          Τελειώνοντας μέ τό θέμα τοῦ ἐπιτρεπτοῦ ἤ ὄχι τῶν μεταφράσεων μέ σαφήνεια λέμε ὅτι δέν διαφωνοῦμε 

1) μέ τήν κατά κυριολεξία μετάφραση τῶν λειτουργικῶν κειμένων σέ ἄλλες γλῶσσες πρός χρήση στή λατρεία πού ὅμως πρέπει νά γίνεται μέ φόβο Θεοῦ καί ἀπόλυτο σεβασμό πρός τό πρωτότυπο.
2) μέ τή μεταφορά τῶν πρωτοτύπων λειτουργικῶν κειμένων στή νέα ἑλληνική.  Αὐτό ὅμως ὀφείλει νά γίνεται
I) μέ ἀπόλυτο  σεβασμό στό πρωτότυπο.
II) μέ πολυτονική γραφή, ὥστε νά μήν ἀποξενωθοῦν οἱ νεώτεροι ἀπό τήν ἔστω ὀπτική ὁμοιότητα πλείστων λέξεων τῆς ἀρχαίας καί τῆς νέας ἑλληνικῆς γλώσσας. 
 III) μέ ἀντικρυστή παράθεση τοῦ πρωτοτύπου γιά νά λειτουργεῖ (ἡ μετάφραση) ὡς παιδευτική μέθοδος καί 
 IV) ὄ χ ι  γιά χρήση στή λατρεία, ἀλλά γιά μελέτη  πρός πνευματική καλλιέργεια καί κατανόηση δυσκόλων νοημάτων  καί ἐμβάθυνση στήν ἐν Χριστῷ ὀρθόδοξη διδασκαλία.
Διαφωνοῦμε κάθετα μέ τή μετάφραση τῶν λειτουργικῶν κειμένων πρός χρήση στή Λατρεία, ἡ ὁποία κατά τήν ἐν ἐκκλησίᾳ προσευχή ἰσοδυναμεῖ μέ φθορά καί διαφθορά τοῦ πρωτοτύπου ἁγίου καί ἱεροῦ κειμένου τῶν Θείων Γραφῶν τῶν ἱερῶν Ὕμνων καί τῶν θεοπνεύστων εὐχῶν. Καί θά ἀγωνισθοῦμε ἕως ἐσχάτων κατά τῆς ἀντιχρίστου αὐτῆς προσπαθείας. 
γ) Εἰρωνικά ὁ Σ.τ.Κ. ἀποκαλεῖ τό Εὐχολόγιο «τό...πέμπτο Ευαγγέλιο».  Μιά ἁπλῆ σύγκριση τοῦ Εὐχολογίου τῆς Ἐκκλησίας μέ τό «Εὐχολόγιο» πού χρησιμοποιοῦν στανικά οἱ ἱερεῖς τῆς μητροπόλεως Πρεβέζης («προσπάθεια τῶν ἱερέων», τό ὀνομάζει ὁ Σ.τ. Κ.) μᾶς ἀναγκάζει νά ὀνομάσουμε Προχειρολόγιο αὐτό τό πρόχειρο καί ἀσεβές κατασκεύασμα. Τί συνέβη στήν πραγματικότητα; ἀνώνυμος μεταφραστής ἔκαμε τή πρόχειρη μετάφρασή του, ἔκοψε καί ἔρραψε τίς ἀκολουθίες καί τίς εὐχές καί ἀνάγκασε, ἴσως μέ τή δύναμη τῆς θέσεώς του, ὅλους τούς ἱερεῖς νά κάνουν τό θέλημά του.  Ἐξοβέλισε, κυριολεκτικά πέταξε στά σκουπίδια, τούς λόγους τῶν Ἁγίων καί ἔβαλε στή θέση του τά δικά του κορακίστικα. 
          Διερωτᾶται ὁ Σ. τ. Κ.  «από πότε οι εγκωμιαστικοί λόγοι, π.χ. Σωφρονίου Ιεροσολύμων έγιναν ευχές;». Ἀπαντοῦμε: ἀπό τότε πού ἡ Ἐκκλησία, ἡ Ἱερά Παράδοσις ἐνέταξε τόν Λόγο αὐτόν στήν Ἀκολουθία τοῦ Μεγάλου Ἁγιασμοῦ.  Θά ρωτούσαμε μέ τή σειρά μας. Ἀπό πότε  τό εὐτελές δημιούργημα-παράφραση τῆς Εὐχῆς, ἄν θέλετε τοῦ Ἐγκωμιαστικοῦ λόγου, τοῦ Ἁγίου Σωφρονίου μπορεῖ νά πάρει τή θέση τοῦ ἱεροῦ πρωτοτύπου κειμένου κατά τήν τέλεση τοῦ Μ. Ἁγιασμοῦ;  Μήπως ἀπό τότε πού ἐπιβλήθηκε διά τῆς βίας στή μητρόπολη Πρεβέζης;   Καί μπορεῖ ὁ συντάκτης τῆς μεταφράσεως νά παραβάλει τόν ἑαυτό του μέ τόν Ἅγιο Σωφρόνιο;
Μιλάει ὁ Σ. τ. Κ.  γιά λειτουργίες, τυπικά, κολουθίες, ψαλμούς, Κοντάκια καί διερωτᾶται «πότε χρειάστηκαν εγκρίσεις για ευχές και προσευχές και Λειτουργίες».  Ἀπαντοῦμε :  Δέν χρειάστηκαν ἐγκρίσεις τυπικές.  Ὅμως ὅλα αὐτά ἔγιναν δεκτά ἀπό τήν Καθόλου Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ὡς συντεταγμένα ὑπό τῶν ἁγίων καί ὡς ἐκφράζοντα τήν πίστη της, τήν ἐμπειρία τῶν Ἁγίων.  Ἔστω καί ἄν ὑπῆρχε κάποια διαφοροποίηση τῶν εὐχῶν σέ κάποιες περιόδους, δέν ὑπῆρχε αὐθαιρεσία. Οἱ Ἅγιοι δέν ἐπιζητοῦσαν ρομαντική ἐπιστροφή στήν ἀρχέγονη Ἐκκλησία.  Ὅ,τι οἰκοδομοῦσαν οἱ Ἅγιοι, ὅ,τι μετά φόβου καί θείου φωτισμοῦ προσέθεταν ὡς πολυτίμους λίθους στή λατρεία τῆς Ἐκκλησίας  δέν τά γκρέμιζαν οἱ μετ’ αὐτούς Ἅγιοι καί οἱ λοιποί ὑπεύθυνοι ποιμένες ὡς σοφώτεροι τῶν πρό αὐτῶν.  


Ὅλες οἱ παλαιότερες διαφοροποιήσεις σέβονταν τή λειτουργική παράδοση, σέβονταν τήν παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στή λατρεία. Οἱ συντάξαντες ἀλλά καί οἱ τηρήσαντες τήν Τάξη καί τό περιεχόμενο τῆς Λατρείας δέν διακατέχονταν ἀπό μανία κατεδαφίσεως, ἀπό φεμινιστικά σύνδρομα καί ἀνθρωπαρέσκεια. 


Γνωρίζοντας είς βάθος τίς ἀνθρώπινες προδιαγραφές δέχονταν τή θεραπευτική μέθοδο τῆς Ἐκκλησίας καί φρόντιζαν διά τῶν ἐπί μέρους εὐχῶν καί δι’ὅλης τῆς τυπικῆς Τάξεως τῆς Θ. Λατρείας νά θεραπεύσουν τίς ψυχές μας.  Δέν βλέπει ὁ Σ.τ. Κ. τήν ἀστασίαστη πρακτική ὅλων τῶν Ἁγίων μέχρι τίς μέρες μας;  Οὐδείς ἄγγιξε τή λατρεία τῆς Ἐκκλησίας, οὔτε κατά τή δομή της, οτε κατά τό περιεχόμενο οὔτε κατά τή γλῶσσα μέ πνεῦμα ὑπερηφανείας, ἀνταρσίας.  Οἱ ὅποιες ἀλλαγές ἔγιναν σταδιακά, ἀβίαστα καί χωρίς διάθεση ἀνατροπῆς τῶν παραδεδομένων.  Εἶχαν οἱ Ἅγιοι λιγότερη εὐαισθησία, λιγότερη ἀγάπη καί πόνο γιά τούς χριστιανούς;  Δέν διαστρέβλωναν καί δέν «διόρθωναν» οἱ Ἅγιοι τίς εὐχές τῶν πρό αὐτῶν Ἁγίων, ἀφαιρώντας ὅσα ἐνοχλοῦν  τόν ἐκκοσμικευμένο ἄνθρωποΔέν  πέταξαν στόν κάλαθο τῶν ἀχρήστων τίς εὐχές τοῦ σαραντισμοῦ.  Δέν ἀφαίρεσαν τίς καθιερωμένες εὐχές τοῦ Γάμου, ἀφότου ἐντάχθηκαν στήν λειτουργική πράξη.  Κανείς, ὄχι μόνο ἐκ τῶν Ἁγίων ἀλλά κυριολεκτικά κανείς ἱερέας ἤ ἀρχιερέας δέν κατήργησε τήν ἀκολουθία τοῦ ἀρραβῶνος, δέν βεβήλωσε τίς ἀρχαῖες εὐχές τῆς Θ. Λειτουργίας, δέν  κατακρεούργησε τό Εὐχέλαιο πετώντας στά ἄχρηστα ἕξι εὐχές, ἕξι Εὐαγγέλια καί ἕξι Ἀποστόλους. Μήπως ἐνοχλεῖται ὁ Σ. τ. Κ. ἀπό τίς θεοδίδακτες μεγάλες εὐχές πού καθιέρωσε στήν Ἐκκλησία γιά τήν τέλεση τοῦ Εὐχελαίου ὁ ἅγιος Ἀρσένιος Πατριάρχης Κων/πόλεως ὁ Αὑτωρειανός κατά τόν 12ο αἰῶνα; 


Μοιάζει ὁ Σ.τ. Κ. νά μισεῖ τούς Ἁγίους ἀφοῦ μετά μανίας πετᾶ στά ἄχρηστα τίς εὐχές τους.  Ἀσφυκτιᾶ γιά τό μῆκος τῶν Ἀκολουθιῶν καί τῶν Μυστηρίων, βασανίζεται ἀπό τή γλῶσσα τῆς λατρείας καί ἀποφασίζει νά ἐφαρμόσει στήν Ἐκκλησία τήν αὐθαιρεσία του, τήν ὁποία στό κείμενό του μετονομάζει σέ «ἐλευθερία».   Μήπως ὅσοι γίναμε κληρικοί  δέν γνωρίζαμε σέ ποιό χῶρο εἰσερχόμασταν;  Δέν γνωρίζαμε τί τελεῖται καί πῶς μέσα στήν  Ἐκκλησία; Ποιός μᾶς ἔβαλε κριτές, διορθωτές, ἀνακαινιστές τῆς ἱερᾶς λειτουργικῆς μας παραδόσεως;   Δέν ὀφείλουμε σεβασμό στούς ἁγίους Πατέρες κατά τό παλαιοδιαθηκικό : «Μή μέταιρε ὅρια ἅ ἔθεντο οἱ Πατέρες σου»;

δ) Ἐναντιούμενος ὁ Σ.τ.Κ. ρητῶς στήν παράδοση τῆς Ἐκκλησίας περί τῆς θέσεως τῆς γυναίκας στή λατρεία ὅταν ἔχει τά καταμήνιά της ἤ ὅταν εἶναι λεχώνα καί ὑποχωρώντας μαζί μέ ἄλλους «ἐπιστήμονες» στίς φεμινιστικές προκαταλήψεις μᾶς παραπέμπει 1) στίς «Ἀποστολικές διαταγές» καί 2) στήν Κανονική Ἐπιστολή τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου «πρός Ἀμμοῦν μονάζοντα» γιά νά μᾶς ἀποδείξει ὅτι ἡ ἀπαγόρευση συμμετοχῆς τῆς γυναίκας στή Θ. Κοινωνία, προσκυνήσεως τῶν εἰκόνων καί λήψεως ἀντιδώρου ὅταν εἶναι «ἐν ἀφέδρῳ» εἶναι ἰουδαϊκές προκαταλήψεις. 
Ὅσον ἀφορᾶ στήν Κανονική Ἐπιστολή τοῦ ἁγίου Ἀθανασίου «πρός Ἀμμοῦν μονάζοντα» πρέπει νά ποῦμε ὅτι εἶναι ἄσχετη μέ τό θέμα μας διότι παρά τήν ἔκτασή της δέν ἀναφέρεται καθόλου στήν ἔμμηνο ρύση τῶν γυναικῶν.
Ὅσον ἀφορᾶ στίς Ἀποστολικές Διαταγές διαβάζουμε ἐκεῖ ὅτι οἱ Ἀπόστολοι θεωροῦσαν «ἰουδαϊκά ἔθιμα» τό νά παρατηροῦν οἱ χριστιανοί «γονορρύας» (τήν ἔμμηνο ρύση) τῶν γυναικῶν καί «ὀνειρώξεις» τῶν ἀνδρῶν καί νά θεωροῦν στίς περιπτώσεις αὐτές μολυσμένους τούς ἑαυτούς τους.  Ὁ Ἅγιος Νικόδημος ἑρμηνεύει τή στάση αὐτή τῶν Ἀποστόλων ἀπό τή συνέχεια τοῦ κειμένου τῶν ἀποστολικῶν Διαταγῶν : «Εἰ γάρ νομίζεις γύναι», συνεχίζει τό κείμενο «ἑπτά ἡμέρας ἐν ἀφέδρῳ οὖσα, τοῦ ἁγίου Πνεύματος κενή τυγχάνειν, ἄρα τελευτήσασα ἐξαίφνης, κενή Πνεύματος καί ἀπαρρησίαστος τῆς πρός Θεόν ἐλπίδος ἀπελεύσῃ...Μή προσευχομένη γάρ, μηδέ ἀναγινώσκουσα ἄκοντα αὐτόν [τόν σατανᾶ] προσκαλέσῃ». Ἓπομένως ἐναντιώνονται οἱ  ἀπόστολοι σ’αὐτούς πού πίστευαν ὅτι οἱ γυναῖκες ὅταν εἶναι «ἐν ἀφέδρῳ» εἶναι κενές ἀπό τό ἅγιο Πνεῦμα καί γι’αὐτό δέν μποροῦν οὔτε τήν Ἁγία Γραφή ἤ ἄλλα βιβλία πνευματικά νά διαβάζουν οὔτε νά προσεύχονται.   Ποιός δέν συμφωνεῖ μ’ αὐτά καί πιστεύει ὅτι οἱ γυναῖκες κατά τήν ἔμμηνο ρύση εἶναι γυμνές ἀπό τή χάρη τοῦ Θεοῦ καί ὅτι δέν ἐπιτρέπεται νά μελετοῦν καί νά προσεύχονται;  Οὐδείς, βεβαίως! Ἐκεῖνο τό ὁποῖο ἐπιτάσσει ἡ ἐκκλησιαστική παράδοση εἶναι νά ἀπέχουν οἱ γυναῖκες κατά τήν ἔμμηνο ρύση ἀπό τή Θ. Εὐχαριστία καί τά ὑπόλοιπα πού προαναφέραμε.  Καί αὐτή ἡ παράδοση ἀποτυπώνεται στούς Ἱ. Κανόνες.  Ἰδού τί λέγει ἐν μέσῳ διωγμῶν (περί τό 240 μ.Χ)  ὁ Ἅγιος Διονύσιος Ἀλεξανδρείας : «Περί δέ τῶν ἐν ἀφέδρῳ γυναικῶν, εἰ προσῆκεν αὐτάς οὕτως διακειμένας εἰς τόν ναόν εἰσιέναι τοῦ Θεοῦ, περιττόν καί τό πυνθάνεσθαι νομίζω.  Οὐδέ γάρ αὐτάς, οἶμαι, πιστάς οὔσας καί εὐλαβεῖς, τολμήσειν οὕτω διακειμένας, ἤ τῇ τραπέζῃ τῇ ἁγίᾳ προσελθεῖν, ἤ τοῦ σώματος καί τοῦ αἵματος τοῦ Χριστοῦ προσάψασθαι...Προσεύχεσθαι μέν γάρ ὅπως ἄν ἔχῃ τις καί ὡς ἄν διάκηται μεμνῆσθαι τοῦ Δεσπότου, καί δεῖσθαι βοηθείας τυχεῖν, ανεπίφθονον» (Τοῦ ἁγίου Διονυσίου Κανών Β΄ Πηδάλιον σ. 547).   Δηλ. ἐρωτηθείς ἄν μποροῦν νά εἰσέρχο­νται στό ναό οἱ γυναῖκες πού εὑρίσκονται στήν ἔμμηνο ρύση ἀπαντᾶ ὅτι «εἶναι περιττό καί νά ρωτᾶ κανείς γιατί, νομίζω» γράφει «ὅτι αὐτές ἀπό μόνες τους ἄν εἶναι πιστές καί εὐλαβεῖς, ὅταν βρίσκονται σ’ αὐτή τήν κατάσταση δέν θά τολμήσουν νά πλησιάσουν στήν ἁγία τράπεζα ἤ νά μεταλάβουν τά ἄχραντα μυστήρια».  Τά λεχθέντα δἐν μᾶς θυμίζουν τίς σημερινές εὐλαβεῖς γυναῖκες πού θεωροῦν αὐτονόητο νά ἀπέχουν ἀπό τή Θ. Κοινωνία καί τά ὑπόλοιπα;  Ἄς δοῦμε καί τόν Ζ΄ Κανόνα τοῦ Τιμοθέου Ἀλεξανδρείας « Έρώτησις : Ἐάν γυνή ἴδῃ τά κατ’ἔθος τῶν γυναικείων αὐτῆς, ὀφείλει προσέρχεσθαι τοῖς Μυστηρίοις αὐτῇ τῇ ἡμέρᾳ ἤ οὔ;  Ἀπόκρισις :  Οὐκ ὀφείλει ἕως οὗ καθαρισθῇ».  Αὐτούς τούς Κανόνες ἔχει ἐπικυρώσει ἡ ΣΤ΄ Οἰκ. Σύνοδος.  Ὀφείλουμε νά σεβόμεθα καί νά τηροῦμε τούς Ἱερούς Κανόνες ἤ οὔ; Μήπως μαζί μέ τή λειτουργική παράδοση πρέπει νά πετάξουμε στά ἄχρηστα καί τήν κανονική παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας;  Ἴσως πάλι νά συγκινεῖ τόν Σ.τ.Κ. ὁ λόγος τοῦ Μ. Βασιλείου : « Ἐρώτησις ΤΘ΄ : «Εἰ τῶν συνήθων καί κατά φύσιν γινομένων τινί χρή τολμᾶν εἰς κοινωνίαν τῶν ἁγίων προσέρχεσθαι.  Ἀπόκρισις : «Κρείτονα τς φύσεως καί τῆς συνηθείας ἔδειξεν ὁ ἀπόστολος εἶναι τόν ἐν βαπτισμῷ συνταφέντα Χριστῷ...Τῷ δέ ἐν ἀκαθαρσίᾳ ὄντα τινά ἐγγίζειν τοῖς ἁγίοις καί ἐκ Παλαιᾶς Διαθήκης φοβερώτερον διδασκώμεθα τό κρῖμα. Εἰ δέ πλεῖον τοῦ ἱεροῦ ᾧδε, φοβερώτερον δηλονότι παιδεύσει ἡμᾶς ὁ ἀπόστολος εἰπών· «ὁ ἐσθίων καί πίνων ἀναξίως, κρῖμα ἑαυτῷ ἐσθίει καί πίνει» ( Μ. Βασιλείου Ὅροι κατ’ἐπιτομήν ΕΠΕ 9, σ. 388).  Διακρίνει ἐδῶ ὁ Μ. Βασίλειος τήν ἐν Χριστῷ καθόλου ἀναγέννηση τοῦ ἀνθρώπου διά τοῦ βαπτίσματος καί τήν ἐν Χριστῷ ἄσκηση ἀπό τήν ἐν μέρει καί δι’ ὀλίγον ἀκαθαρσία τῆς γυναίκας κατά τήν ἔμμηνο ρύση. Καί χωρίς τό χαρακτηριστικό γενικό complex τῶν μοντέρνων λειτουργιολόγων ἐπικαλεῖται τήν Π. Διαθήκη : «Τό νά ἀγγίζει, ὅποιος βρίσκεται σέ ἀκαθαρσία, τά ἅγια ἀκόμη καί ἀπό τήν ἐποχή τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης διδασκόμεθα ὅτι εἶναι φοβερώτερη κατάκριση.  Κι ἄν ἐδῶ [κατά τή Θεία Μετάληψη] ἔχουμε κάτι περισσότερο ἀπό ἱερό, ἀκόμη πιό φοβερά θά μᾶς διδάξει ὁ ἀπόστολος: «ἐκεῖνος πού τρώγει καί πίνει ἀνάξια [τό σῶμα καί τό αἷμα τοῦ Κυρίου] σέ κατάκριση δική του τρώγει καί πίνει».  Μήπως δέν τά λέει καλά καί ὁ Μ. Βασίλειος;  Τότε μήπως ὁ ὑπό πάντων τῶν λειτουργιολόγων ἐπικαλούμενος Ἅγιος Συμεών ὁ Θεσ/νίκης θά ἦταν πειστικότερος ; «Τήν τεσσαρακοστήν δἐ ἡμέραν προσφέρεται ἀπό τήν μητέρα του εἰς τόν ναόν ὡς δῶρον εἰς τόν Θεόν· διότι ὁ ἱερεύς σταθείς ἔμπροσθεν τῶν θυρῶν τοῦ ναοῦ ( ὅτι δέν εἶναι συγκεχωρημένον νά ἔμβῃ εἰς αὐτόν πρό τῆς εὐχῆς) καί σφραγίσας τήν μητέρα ὁμοῦ μέ τό βρέφος, καί ἁγιάσας αὐτούς μέ εὐχάς, εἰς μέν τήν μητέρα δίδει τόν καθαρισμόν ἀπό τήν ἡδονικήν καί ἀκάθαρτον γέννησιν, ἐπειδή ἀπεπλήρωσε τάς τεσσαράκοντα ἡμέρας...καί ἀφ’οὗ τῇ δώσῃ τήν εἴσοδον εἰς τόν ναόν, εἰς τόν ὁποῖον ἕως τότε δέν ἦτο ἀξία νά ἔμβῃ, μήτε νά μετάσχῃ τῆς καθαρότητος...» (Συμεών ἀρχιεπ. Θεσσαλονίκης τά Ἅπαντα σ. 84).  Ἄν σέ ὅλα αὐτά ἀπειθεῖ ὁ Σ.τ.Κ. ἄς πεισθεῖ ἀπό ὅσα γράφει ὁ μοντέρνος θεολόγος π. Ἀλέξανδρος Σμέμαν στό βιβλίο του «Ἐξ ὕδατος καί πνεύματος» (Ἐκδ. Δόμος σσ.  183-205) σχετικά μέ τίς προβαπτισματικές εὐχές,  ὅπου θεολογεῖ ἐπ’ αὐτῶν μέ πολύ σεβασμό καί γράφει     ( μ’αὐτά κλείνουμε τή σχετική ἑνότητα) : «Δέν θά πρέπει κάποιος ἁπλῶς νά βρίσκεται σέ λάθος ἀλλά νά εἶναι μικροπρεπής γιά νά βρίσκει ὅτι αὐτές οἱ εὐχές ἀποτελοῦν «προσβολή», αὐτές πού εἶναι τόσο γεμάτες ἀπό θεϊκή ἀγάπη καί ἐνδιαφέρον γιά τόν ἄνθρωπο, τόσο γεμάτες ἀπό τό μόνο γνήσιο καί ἀληθινά θεϊκό σεβασμό γιά τό ἀνθρώπινο πρόσωπο.  Ἀντί νά ἀκολουθοῦμε τυφλά «αὐτόν τόν κόσμο» στίς φτηνές του ἐπαναστάσεις στό ὄνομα κούφιων δικαιωμάτων, μιᾶς ἀνόητης «ἀξιοπρέπειας» καί μιᾶς μάταιας «εὐτυχίας», ὀφείλουμε νά ξαναβροῦμε καί νά οἰκειοποιηθοῦμε ξανά τό ὅραμα τῆς Ἐκκλησίας γιά τή ζωή» (σ. 192).
ε) Ἐπειδή ἀμφισβητεῖται ἡ μαρτυρία τά κ τῶν ἁγίων πού παραθέσαμε χρειάζεται νά παραθέσουμε καί πάλι μέρος τῆς ὄντως καταλυτικῆς μαρτυρίας τοῦ ἁγίου Ἀθανασίου.

     ΠΡΩΤΟΤΥΠΟ ΚΕΙΜΕΝΟ  _________ ___________ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ                                                                   
     
«...Μή περιβαλλέτω μέντοι τις αὐτά τοῖς ἔξωθεν πιθανοῖς ρήμασι, μηδέ πειραζέτω τάς λέξεις μεταποιεῖν ἤ ὅλως ἐναλλάσσειν· ἀλλ’ οὕτως ἀτεχνῶς τά γεγραμμένα λεγέτω καί ψαλλέτω, ὥσπερ εἴρηται, ὑπέρ τοῦ καί τούς διακονήσαντας ἀνθρώπους αὐτά ἐπιγινώσκοντας τό ἑαυτῶν συνεύχεσθαι ἡμῖν·  μᾶλλον δέ ἵνα καί τό Πνεῦμα τό λαλῆσαν ἐν τοῖς ἁγίοις θεωροῦν τούς παρ’ αὐτοῦ λόγους ἐνηχηθέντας ἐκείνοις, συναντιλαμβάνηται ἡμῖν. 

      

.
     
Λοιπόν ἄς μήν ντύνει κανείς αὐτά (δηλ. τά λόγια τῶν Ψαλμῶν) μέ λέξεις κοσμικές καί ἑλκυστικές.  Ο ὔτ ε   ν ά   ἀ π ο π ε ι ρ α θ ε ῖ   ν ά   μ ε τ α π ο ι ή σ ε ι   τ ί ς   λ έ ξ ε ι ς   τ ῶ ν   Ψ α λ μ ῶ ν   ἤ   ν ά   τ ί ς   ἀ λ λ ά ξ ε ι   δ ι ό   λ ο υ .     Ἀ λ λ ά ,   ὅ π ω ς   ἔ χ ε ι   ε ἰ   π ω θ ε ῖ ,   ἔ τ σ ι   ὅ π ω ς   ε ἶ ν α ι   ἁ π λ ά   γ ρ α μ μ έ ν α   ἄ ς   τ ά   λ έ     γ ε ι   κ ι   ἄ ς   τ ά   ψ ά λ λ ε ι, ὥστε καί ἐκεῖνοι πού διακόνησαν στή συγγραφή τους (δηλ ὁ Ἅγιοι) νά τά ἀναγνωρίζουν ὡς ἰδικά τους καί νά προσεύχονται μαζί μας·  μᾶλλον γιά νά βλέπει καί τό Ἅγιο Πνεῦμα, τό ὁποῖο ὁμίλησε στούς Ἁγίους, τούς ἴδιους λόγους πού τούς ἐνέπνευσε καί νά νά γίνεται συνεργός καί βοηθός μας.


Τί μᾶς λέγει ὁ ἅγιος Ἀθανάσιος ἤ μᾶλλον ὁ ἅγιος γέροντας τόν ὁποῖο ἐρώτησε;  τι δέν ἐπιτρέπεται ὄχι μόνο νά ντύνουμε μέ λογοτεχνικά σχήματα τούς Ψαλμούς ( «πιθανοῖς ρήμασι»), ἀλλά οὔτε κἄν νά μεταποιοῦμε καί νά ἀλλάζουμε τίς λέξεις τῶν Ψαλμῶν («μηδέ πειραζέτω τάς λέξεις μεταποιεῖν ἤ ὅλως ἐναλλάσσειν»), ἀλλά νά τούς ψάλλουμε ἔτσι ὅπως εἶναι γραμμένοι.  Πέλεκυ ὄντως («τσεκούρι» τούς λέγει ὁ Σ.τ.Κ.) κατά πάσης ἀλόγου καί ἀνοήτου παραφραστικῆς καινοτομίας, κατά πάσης φθορᾶς καί διαφθορᾶς τοῦ πρωτοτύπου ἀποτελοῦν οἱ λόγοι τοῦ ἁγίου.  Τελικῶς ὅμως, ὅπως φαίνεται,  ὑπάρχει εὐρύτερο πρόβλημα κατανοήσεως.
Τό ἴδιο πρόβλημα κατανοήσεως ἰσχύει καί γιά τά γραφέντα ὑπό τοῦ Γέροντος Σωφρονίου.  Οἱ 4 σελίδες ἀπό τό βιβλίο του « Ὀψόμεθα τόν Θεόν» δέν εἶναι ἀσήμαντες καἰ γραμμένες «στό πόδι», ἀλλά ἐκφράζουν τή σταθερή γνώμη τοῦ Γέροντος περί «καθαγιασθείσης γλώσσης» περί «οὐσιώδους βλάβης» σέ περίπτωση ἀντικαταστάσεως τῆς λειτουργικῆς γλώσσας ἀπό τήν τρέχουσα γλῶσσα, περί καταβιβάσεως «τοῦ πνευματικοῦ ἐπιπέδου» κλπ.   Δέν εἶναι κρῖμα ἀκόμη καί τῶν Ἁγίων τούς λόγους νά τούς βάζουμε στήν προκρούστεια κλίνη τυχόν πλανεμένων θέσεων καί νά τούς κόβουμε καί νά τούς ράβουμε γιά νά ταιριάσουν μ’ αὐτές;  Ὀλίγη αἰδώς εἶναι ἀπαραίτητη.
     στ)  Χάνοντας τήν ψυχραιμία του ὁ Σ.τ.Κ. μᾶς ὑβρίζει : «Αν εσείς νομίζετε ότι προσεύχεσθε στον ...Δία και κινδυνεύετε από τους κεραυνούς του (...βοήθειά Σας!)».  Πιστεύουμε ὅτι δέν νομίζει γιά μᾶς κάτι τέτοιο. Καί ἄν ξαναδιάβαζε πιό ψύχραιμα αὐτές τίς φανερές ἀνοησίες θά τίς διέγραφε ( ννοεῖται ὅτι τό κείμενο δέν ἀναγνώσθηκε ἐνώπιον τῶν ἱερέων, ἀλλιῶς τέτοιες φράσεις δέν θά ἐγκρίνονταν).  Τώρα βέβαια ὀφείλει γιά τήν ἄγρια αὐτή ἐπίθεση νά ζητήσει συγγνώμη ἀπό τούς συλλειτουργούς του.  Ὅμως δυστυχῶς γι’ αὐτόν τά περί λατρείας τοῦ Δία ταιριάζουν ἀπόλυτα σέ κάποιον ἐκ τῶν ὑπογραψάντων , τόν «πατέρα Κώστα Μπέη» (ἔτσι αὐτοαποκαλεῖται στά κείμενά του).   Αὐτός ὄντως κατά κυριολεξίαν προσεύχεται στό Δία.  Στό αἰσχρό του δημιούργημα, τό ὁποῖο ὀνομάζει «Θεία Λειτουργία» καί τήν ὁποία τέλεσε στά Ἀρσάκεια σχολεῖα τήν 17 Μαΐου 2009, ξεκινάει μέ μιά φράση-ἐπίκληση παρμένη ἀπό τήν Ὀδύσσεια  πού ἀπευθύνεται στό Δία.  (Παραθέτουμε τό κείμενο, ὅπως εἶναι καταγεγραμμένο σέ ἔντυπο πού μοιράσθηκε στούς ἐκκλησιαζομένους ) : 
« Ο ιερεύς υψώνει το Ευαγγέλιο. Ἐλέαιρε άναξ· ικέτης δε τοι εύχομαι είναι (Όμηρος, Οδύσσεια, Ε΄ 450) Εὐλογημένη ἡ Βασιλεία....».  Καί ὄχι μόνο ἐκεῖ βεβηλώνει τή Θ. Λειτουργία ὁ «πατήρ Κώστας» ἀλλά ἀκόμη καί στήν ἁγία Ἀναφορά παρεμβάλλει φράσεις ἀπό τήν Ὀδύσσεια καί τό φιλόσοφο Ἐμπεδοκλῆ.  Μιλᾶμε γιά ἕναν ἐπικίνδυνο κατήφορο, γιά ἐπιβεβαίωση ὅσων γράφαμε στό τέλος τοῦ προηγουμένου κειμένου μας δηλ. γιά «τό βδέλυγμα τῆς ἐρημώσεως τό ἐστώς ἐν τόπῳ ἁγίῳ», γιά τή βδελυκτή ἐνθρόνιση μιᾶς «μοντέρνας» λατρείας πού σφετερίζεται τήν ὀρθόδοξη λατρεία καί ἑτοιμάζει τόν κόσμο γιά τόν Ἄρχοντα τῆς Νέας Ἐποχῆς.

Τελειώνοντας πρός τό παρόν τίς τοποθετήσεις μας νομίζουμε ὅτι θά ἦταν τραγική ὀπισθοδρόμηση ἡ καθαίρεση τῆς Θ. Λατρείας, ἡ ἀποκαθήλωση τῶν ἱερῶν συμβόλων της δηλ. τῶν ἁγίων τροπαρίων, εὐχῶν, ἀναγνωσμάτων μαζί μέ τήν ἐκκλησιαστική μουσική πού εἶναι ἀπαραίτητο παρακολούθημα τῆς Λατρείας μας καί ἡ ὑποκατάστασή τους μέ πειραματικά ἐξαμβλώματα τοῦ τύπου τοῦ νέου Κακολογίου τῆς Μητροπόλεως.  Ὅπως συμβαίνει μέ τά δόγματα τῆς Ἐκκλησίας, ὅπου μετά ἀπό αἰῶνες πολλούς καί ἀγῶνες τῶν Πατέρων ἔλαβαν τήν τελική τους μορφή ἔτσι συμβαίνει καί μέ τήν ὀρθόδοξη λατρεία ἡ ὁποία σταδιακά μέ φόβο Θεοῦ καί τή θεία συνέργεια ἔλαβε τήν τελική της μορφήΑὐτή τήν ἱερά παρακαταθήκη ας ἂς τή φυλάξουμε «ὡς κόρην ὀφθαλμοῦ» ἀπό κάθε ἐπιβουλή.
Το ιστολόγιό μας πριν φιλοξενήσει τις δύο πιο πάνω επιστολές. είχε ήδη απαντήσει  (23 Νοεμβρίου) , στο προσβλητικό  κείμενο απο την Πρέβεζα.
Εάν επιθυμείτε να διαβάσετε την ανάρτηση κάντε κλικ στον παρακάτω τίτλο:

ΠΑΡΑΤΑΞΙΑΚΗ ΝΟΟΤΡΟΠΙΑ ΚΑΙ ΤΙΤΛΟΙ ΠΟΥ ΘΥΜΙΖΟΥΝ ΑΘΛΗΤΙΚΗ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΔΕΝ ΑΡΜΟΖΟΥΝ ΣΕ ΜΙΑ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΑ

2 σχόλια:

  1. Να εκτυπωσουμε το κειμενο υπογραφων,οσοι εχουμε εκτυπωτες, και να μοιρασουμε σε ολο τους ελληνες να ενημερωθουν, να το συζηταμε με τους φιλους και τους συναδελφους, να πιασουμε βουλευτες και αρχιερεις και να τον θεσουμε θεμα.Οχι στη καρτα του πολιτη και να διοργανωσουμε και αλλες συγκεντρωσεις και σε αλλες πολεις της Ελλαδας οχι μονο στις 6.6.2010.Να τους δωσουμε να καταλαβουν οτι δεν θα περασει αυτο το πραγμα οσο και αν επειχηρουν να το περασουν με πλαγια και υπουλα μεσα. Πιστευω οτι με τη δυναμη του ΘΕΟΥ καθως θα μας βλεπει και με τις προσευχες των 41822 ατομων που υπογραψαν μεχρι στιγμης θα τα καταφερουμε, τιποτα αδυνατο για τον ΚΥΡΙΟΝ και ΘΕΟ μας.Καλο κουραγιο και ευχομαι απο ολους που επισκεφτονται αυτο το blog να φερνουν και αλλους και να δεκαπλασιαστουμε. Ο ΘΕΟΣ ΜΑΖΙ ΜΑΣ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Τα σχόλιά σας είναι ευπρόσδεκτα όταν διατυπώνονται με ευπρέπεια και ευγένεια.