Τρίτη, 4 Ιουνίου 2013

Η σύγχρονη προσπάθεια αθετήσεως της Παραδόσεως και των Ι. Κανόνων - Πρωτ. Ιωάννου Φωτοπούλου





Η παρανομία των συμπροσευχομένων με αιρετικούς αντί να ελεγχθεί υπό των Κανόνων και των τεταγμένων προς τήρηση των Κανόνων οργάνων, πρέπει να γίνει νόμος και να ποδοπατηθούν οι Κανόνες των Αποστόλων, των Πατέρων και των Συνόδων;  (Φωτογραφία από http://aktines.blogspot.gr)

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ ΑΡΘΡΟ :
Η ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
ΚΑΙ ΟΙ ΙΕΡΟΙ ΚΑΝΟΝΕΣ
Πρωτοπρεσβυτέρου Ιωάννου Φωτοπούλου
εφ. του Ιερού Ναού Αγ. Παρασκευής Αττικής.


Αν έτσι έχουν τα πράγματα, όπως και έχουν, ας προσπαθήσουμε να καταλάβουμε τι σημαίνει η σημερινή η μάλλον ή από το 1923 με το λεγόμενο Πανορθόδοξο Συνέδριο αρξαμένη προσπάθεια ανατροπής της κανονικής τάξεως της Εκκλησίας.  Έγινε τότε, γίνεται και τώρα προσπάθεια καταργήσεως ή ακυρώσεως πολλών κανόνων, τροποποιήσεως κλπ. Για ποιούς λόγους; Διότι, λέγουν οι θιασώτες της ανατροπής, συγκεκριμένα ο συγγραφεύς του βιβλίου «Περί την κωδικοποίησιν των Ι. Κανόνων»: «Η Εκκλησία εφ’ όσον μετεβλήθησαν εν πολλοίς αι ανάγκαι των τέκνων αυτής, όχι μόνον δύναται αλλά και οφείλει να προσαρμόση προς τας νέας ταύτας ανάγκας την νομοθεσίαν αυτής, αφ’ ενός μεν τροποποιούσα η και καταργούσα τους εις αχρηστίαν περιελθόντας και ανεφαρμόστους καταστάντας κανόνας, αφ’ ετέρου δε προβαινουσα εις την θέσπισιν νέων κατά τας σημερινάς ανάγκας των πιστών» (Οικουμ. Πατριάρχου Βαρθολομαίου «Περί την κωδικοποίησιν των Ιερών Κανόνων σ. 19). 

Πρόκειται για μια λάθος απ’ αρχής έως τέλους τοποθέτηση.  Πουθενά ο Ευαγγελικός λόγος δεν ομιλεί για «προσαρμογές» σύμφωνα με την μεταβολή αναγκών.  Πουθενά οι Ιεροί Κανόνες δεν ομιλούν για κατάργηση και τροποποίηση προγενεστέρων τους Κανόνων, Κανόνων που έχουν τη σφραγίδα των Οικουμενικών Συνόδων, ούτε για νομοθεσία  της Εκκλησίας που θεσπίζει νέους κανόνες για νέες ανάγκες, αντίθετες από τις έως τώρα. Οι τυχόν καινούργιες ανάγκες, ανάγκες για την καλλίτερη κανονική οργάνωση και διαποίμανση αν ποτέ χρειασθεί να ρυθμισθούν, όπως έγινε και παλαιότερα, πρέπει να έχουν ως θεμέλιο τους προ αυτών Ιερούς Κανόνες και την ζώσα παράδοση.  

Προφανώς ο συγγραφεύς δεν έχει κατανοήσει ότι όσα θεσπίζουν οι Ι. Κανόνες δεν είναι «νομοθεσία» κοσμική, αλλά απόσταγμα της εν Αγίω Πνεύματι εμπειρίας, των Αποστόλων, των Αγίων και του καθόλου  Σώματος του Χριστού και ότι αθετώντας αυτούς, αθετούμε την Παράδοση της Εκκλησίας, δηλ. την παρουσία του Αγίου Πνεύματος στην Εκκλησία.  Οι Ιεροί Κανόνες επί της ουσίας τους βασίζονται στην ορθόδοξη ανθρωπολογία και σωτηριολογία.  Έχουν ως υπόβαθρο τη διδασκαλία περί δημιουργίας, πτώσεως και υποταγής του ανθρώπου στην αμαρτία, τη φθορά και το θάνατο και επίσης την αποκατάσταση εν Χριστώ της ανθρωπίνης φύσεως και τη σωτηρία δια των μυστηρίων, της τηρήσεως των εντολών του Χριστού και της ασκήσεως.  Ο άνθρωπος και η αμαρτία παραμένουν ίδια, αλλά και η σωτηρία και τα θεραπευτικά φάρμακα, όπως τα εβίωσε στην Παράδοσή της και τα θεσμοθέτησε στους Κανόνες της η Εκκλησία παραμένουν τα αυτά. Ίδιες οι αρρώστειες, ίδια και τα φάρμακα.  

Γι’ αυτό οι Ιεροί Κανόνες δεν έχουν καθόλου μα καθόλου, επαναλαμβάνω όσον αφορά τον πυρήνα τους, το ουσιαστικό τους περιεχόμενο καιρικό χαρακτήρα.
π. Θεόκλητος Διονυσιάτης
Επειδή στη συνέχεια θα αναφερθούμε σε απόψεις επισκόπων θέλουμε να εξηγήσουμε ότι αυτό δε γίνεται προς έλεγχο των ιδίων, αλλά προς έλεγχο των απόψεών τους σύμφωνα με όσα λέγει ο π. Θεόκλητος Διονυσιάτης, ο οποίος συνιστά την αποφυγή ελέγχου των επισκόπων και καταλήγει: «Το πράγμα, βεβαίως, αλλάσσει όταν πρόκειται περί παραβάσεως Ι. Κανόνων και όταν ο έλεγχος ασκήται με αγάπην γνώσιν και διάκρισιν» (Αθωνικά Άνθη σ. 262).  

Για να αποδείξουμε λοιπόν τα προλεχθέντα παραθέτουμε τη γνώμη κληρικού που συμμετείχε σε πανορθόδοξες διασκέψεις για το θέμα των συμπροσευχών: «... δεν δύνανται να εφαρμοσθούν σήμερον και πρέπει να τροποποιηθούν αι διατάξεις αι κανονίζουσαι τας σχέσεις των ορθοδόξων χριστιανών προς τους ετεροδόξους και ετεροθρήσκους. Δεν δύναται η Εκκλησία να έχη διατάξεις απαγορευούσας την είσοδον εις τους ναούς των ετεροδόξων και την μετ’ αυτών συμπροσευχήν καθ’ ην στιγμήν αύτη δια των εκπροσώπων αυτής προσεύχεται από κοινού μετ’ αυτών δια την τελικήν ένωσιν» (Συνοδικά VII, Ορθ. Κέντρο του Οικουμενικού Πατριαρχείου, Σαμπεζί Γενεύης 1994, σ. 73).  

Ποια είναι άραγε η καινούργια «ανάγκη» που προέκυψε στους πιστούς και επιβάλλει την συμπροσευχή με τους αιρετικούς, όταν σύμπασα η Εκκλησία από την εποχή των Αποστόλων ως σήμερα τη θεωρεί αδιανόητη; Η παρανομία των συμπροσευχομένων με αιρετικούς αντί να ελεγχθεί υπό των Κανόνων και των τεταγμένων προς τήρηση των Κανόνων οργάνων, πρέπει να γίνει νόμος και να ποδοπατηθούν οι Κανόνες των Αποστόλων, των Πατέρων και των Συνόδων; Δεν πρόκειται λοιπόν για αλλαγή αναγκών αλλά για αλλαγή νοοτροπίας που εκκλίνει προς άμβλυνση της ορθοδόξου συνειδήσεως.

    Αυτές οι αντορθόδοξες, αθεολόγητες απόψεις δεν γράφονται μόνο στα βιβλία και τα περιοδικά, αλλά διατυπώνονται από επισκόπους απεσταλμένους στα κατασκευασμένα θεσμικά όργανα, όπως πχ. είναι οι επιτροπές και οι λεγόμενες προσυνοδικές διασκέψεις που προετοιμάζουν τη λεγομένη Μεγάλη και αγία Σύνοδο.  Σ’ αυτήν σκοπεύουν εκτός από τη λύση διοικητικών ζητημάτων, όπως της κανονικής οργανώσεως της Διασποράς να επιβάλλουν και την κατεδάφιση των νηστειών, των κωλυμάτων γάμου, του Πασχαλίου κλπ. 

Αναφέρουμε μερικά αποσπάσματα από τη Β΄ προσυνοδική διάσκεψη (1982). Κατ’ αυτήν ο μητροπολίτης Χ διαμαρτύρεται για την προηγηθείσα εισήγηση: «Εκ της υποβληθείσης... εισηγητικής εκθέσεως καταφαίνεται ότι ουδέν νέον επετεύχθη, αλλ’ ότι επανερχόμεθα εις τους εν ισχύϊ, κατά πάντας σεβαστούς Κανόνας. Εάν δε ήλθομεν δια να επαναλάβω μεν τα ίδια, διατί ήλθομεν; ... Δικαιολογούμεθα ότι υπάρχει η κοινή γνώμη, το πλήρωμα , όμως και ημείς πρέπει να έχωμεν το θάρρος... να είπωμεν εις τον λαόν τι πιστεύομεν» (Συνοδικά VII Γενεύη 1994, σ.131) και πιο κάτω, ο ίδιος: «Ο γάμος μετά την χειροτονίαν των κληρικών είναι θέμα, το οποίον ουδείς δύναται να εμποδίση την Εκκλησίαν να το εξετάση. Και θεολογικώς ακόμη. Βεβαίως θα παραβώμεν τους Κανόνας. ‘Υπάρχει μία παράδοσις, αλλ’ αύτη, νομίζω, δεν στηρίζεται επί του δόγματος» (ως άνω).  Και άλλος επίσκοπος Ψ σε σχέση με την εισήγηση περί αναπροσαρμογής των διατάξεων περί νηστείας, επειδή πολλοί επίσκοποι αντέδρασαν στην τροποποιήση των νηστειών είπε: «Τυγχάνει παγκοίνως γνωστό ότι πλείστοι λαϊκοί δεν εφαρμόζουν τας περί νηστείας διατάξεις. Και όχι μόνον αυτοί αλλά και πολλοί κληρικοί και επίσκοποι ακόμη. Διατί να μην έχωμεν το θάρρος να το ομολογήσωμεν παρά να ακολουθώμεν την τακτικήν της στρουθοκαμήλου; Ενώπιον τοιούτων διαγραφομένων τάσεων (δηλ. εννοεί περί μη αλλαγής της παραδόσεως των νηστειών) επαναλαμβάνω και εγώ ότι σήμερον δυστυχώς η Εκκλησία οδηγείται εις νέον μεσαίωνα» (ως άνω σ. 169). 

 Και τρίτος επίσκοπος Ω: «Η εκκλησία είναι υπεράνω της Βίβλου, υπεράνω της Παραδόσεως, υπεράνω των Κανόνων. Το παν είναι η Εκκλησία. Ως εκ τούτου δύναται να αναθεωρήση τους περί νηστείας κανόνας, εφ’όσον αύτη ηκολούθησεν μίαν εξελικτικήν επί τα πρόσω πορείαν. Ό, τι ισχύει δια την χρονικήν επέκτασιν της νηστείας, τούτο εξ αντιθέτου, ισχύει και δια την σμίκρυνσιν της διαρκείας αυτής» (σ. 176).  Αντιλαμβάνεται κανείς εκ των ανωτέρω ότι οι εν λόγω επίσκοποι έχουν εσφαλμένη αντίληψη περί Εκκλησίας, Παραδόσεως και Κανόνων.  Θεωρούν εαυτούς και μόνον, ούτε καν όλους τους επισκόπους, ως Εκκλησία· την Παράδοση ως ένα σύνολο συνηθειών που μεταφέροντες ως αναγκαστικό βάρος από γενιά σε γενιά και τους Ιερούς Κανόνες ως ανθρώπινα-θρησκευτικά νομοθετήματα που μπορούν να υποκατασταθούν από άλλα πιο βολικά, πιο συμβατά όχι με το Ευαγγέλιο αλλά με τη νοοτροπία και τις ψευδο-ανάγκες του εκκοσμικευμένου ανθρώπου.

  Καταλαβαίνω την αγωνία των επισκόπων αυτών, οι οποίοι επιθυμούν να προσφέρουν με τη συνοδική τους συμβολή το καλλίτερο για την Εκκλησία. Θα πρότεινα να ξανακοιτάξουν τις προτάσεις του π.  Ιουστίνου Πόποβιτς για μια μέλλουσα Πανορθόδοξο Σύνοδο,  δηλ. το θέμα της Διασποράς, που είναι θέμα προς συζήτηση  και το θέμα: «Οικουμενισμός». «Το θέμα τούτο» γράφει ο μακαριστός γέροντας «όπως εξ άλλου και το θέμα της Διασποράς είναι εις την πραγματικότητα ε κ κ λ η σ ι ο λ ο γ ι κ ό ν  θ έ μ α, καθ ότι αναφέρεται εις την Εκκλησίαν ως ένα και ενιαίον και μοναδικόν θεανθρώπινον οργανισμόν, τον οποίον ο συγκρητισμός του συγχρόνου οικουμενισμού θέτει υπό αμφισβήτησιν». Στα θέματα αυτά θα μπορούσε να προστεθεί η πρόταση για καταδίκη της λεγομένης «Λειτουργικής αναγεννήσεως» που μεθοδεύει την αλλοίωση όλης της λειτουργικής Παραδόσεως, της λειτουργικής γλώσσας, του τρόπου αναγνώσεως των ευχών, της ιερατικής αμφιέσεως την κατάργηση του ιερού τέμπλου κ.λ.π.  Δείκτης προς αυτή την κατεύθυνση  το πνεύμα του Ζ΄ Κανόνος της Ζ΄ Οικουμ. Συνόδου, ο οποίος απαιτεί να ανανεωθούν τα εκκλησιαστικά έθη και να «κρατούν» δηλ. να ισχύουν «κατά την έγγραφον και άγραφον θεσμοθεσίαν». Μπορούν επίσης κατά το πνεύμα των Αγίων Πατέρων, να προτείνουν θεσμοθέτηση Κανόνος που να επισφραγίζει την ως τώρα κυρίαρχη άγραφη παράδοση των νηστειών Χριστουγέννων, Αγίων Αποστόλων και Δεκαπενταυγούστου.





0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Τα σχόλιά σας είναι ευπρόσδεκτα όταν διατυπώνονται με ευπρέπεια και ευγένεια.