Πέμπτη, 12 Ιουλίου 2012

Πρωτ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΦΩΤΟΠΟΥΛΟΣ: ΘΕΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΚΑΘΟΛΙΚΟΤΗΤΑ Ή ΠΑΝΘΡΗΣΚΕΙΑΚΗ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΤΗΤΑ (3ο μέρος)





Πρωτ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΦΩΤΟΠΟΥΛΟΣ


ΘΕΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΚΑΘΟΛΙΚΟΤΗΤΑ


Ή ΠΑΝΘΡΗΣΚΕΙΑΚΗ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΤΗΤΑ


 Κριτικὲς τοποθετήσεις στὸ βιβλίο


«Παγκοσμιότητα καὶ Ὀρθοδοξία»


τοῦ Ἀρχιεπ. Ἀλβανίας κ. Ἀναστασίου




ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ


ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΘΡΗΣΚΕΙΕΣ.


ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΘΕΙΑΣ ΑΠΟΚΑΛΥΨΕΩΣ

Ἀπαραίτητη διασάφηση:


Φυσικὴ ἔξωθεν καὶ πνευματικὴ ἔσωθεν γνώση τοῦ Θεοῦ.


   Σ' αὐτὴ τὴν ἑνότητα κρίνουμε ἀπαραίτητο νὰ ἐξετάσουμε τὸ ἐρώτημα: Καθόλου μὰ καθόλου δὲν μπορεῖ νὰ γνωρίσει τὸν Θεὸ ὁ ἀβάπτιστος, ὁ ἀλλόθρησκος ἄνθρωπος;


Καταλυτικὴ γιὰ τὴν δυνατότητα ἢ ὄχι γνώσεως τοῦ Θεοῦ ὑπὸ τῶν ἐθνικῶν εἶναι ἡ διδασκαλία τοῦ Ἀποστόλου Παύλου στὴν πρὸς Ρωμαίους Ἐπιστολὴ (Ρώμ. 1, 18-32). Ὁμιλεῖ ὁ Ἀπόστολος περὶ τῶν εἰδωλολατρῶν «τῶν τὴν ἀλήθειαν ἐν ἀδικία κατεχόντων». Ἐξηγώντας τὸ ἐν λόγω χωρίο ὁ ἅγιος Νικόδημος λέγει ὅτι «ἡ ἀλήθεια, ἤτοι ἡ περὶ Θεοῦ γνῶσις, ἐνεσπάρη μέσα εἰς τοὺς ἀνθρώπους ἐξ ἀρχῆς. Αὐτὴν τὴν ἀλήθειαν καὶ γνῶσιν οἱ ἕλληνες ἐκράτησαν μὲ ἀδικίαν, ἤτοι ἀδίκησαν αὐτήν... μὲ τὸ νὰ ἀφιέρωσαν τὴν δόξαν τοῦ Θεοῦ εἰς τὰ ἄψυχα εἴδωλα, θεοποιήσαντες αὐτά8... Λέγει γὰρ ὁ θεῖος Δαμασκηνὸς "πάσιν ἡ γνῶσις τοῦ εἶναι Θεόν, ὑπ' αὐτοῦ φυσικῶς ἐγκατέσπαρται˙ καὶ αὐτὴ δὲ ἡ κτίσις καὶ ἡ ταύτης συνοχὴ καὶ κυβέρνησις, τὸ μεγαλεῖον της θείας ἀνακηρύττει φύσεως"»9.


Ὑπάρχει λοιπὸν σ' ὅλους τους ἀνθρώπους φυτευμένη αὐτὴ ἡ στοιχειώδης γνώση «τοῦ εἶναι Θεόν», δηλ. ὅτι ὑπάρχει Θεός. Κι αὔτη τὴ στοιχειώδη γνώση τὴ διέστρεψαν οἱ εἰδωλολάτρες. Γράφει ὁ Ἀπόστολος ὅτι «ἐσκοτίσθη ἡ ἀσύνετος αὐτῶν καρδία», καὶ μὲ τὴ λατρεία τῶν εἰδώλων, τῶν ὁμοιωμάτων δηλ. ἀνθρώπων, ζώων, ἑρπετῶν «μετήλλαξαν τὴν ἀλήθειαν τοῦ Θεοῦ ἐν τῷ ψεύδει» καὶ γι' αὐτὸ περιέπεσαν σὲ ἀκάθαρτα καὶ διεστραμμένα σαρκικὰ πάθη καὶ σὲ κάθε ἄλλη κακία καὶ ἀνομία (Ρωμ. 1,22-32).


Χρήσιμο θὰ ἦταν νὰ παρεμβάλουμε ἐδῶ καὶ μία ἀπὸ τὶς πολλὲς μαρτυρίες τοῦ Μ. Ἀθανασίου σχετικὰ μὲ τὴ «γνώση» τοῦ Θεοῦ, ποὺ εἶχαν οἱ εἰδωλολάτρες:
«... οἱ πάλαι τῶν ἀνθρώπων παράφρονες, καταδύντες εἰς τὰς τῶν σαρκικῶν ἐπιθυμίας καὶ φαντασίας, καὶ ἐπιλαθόμενοι τῆς περὶ Θεοῦ ἐννοίας καὶ δόξης, ἀμυδρῶ τῷ λογισμῶ, μᾶλλον δὲ ἀλογία χρησάμενοι, τὰ φαινόμενα θεοὺς ἀνετυπώσαντο, τὴν κτίσιν παρὰ τὸν κτίσαντα δοξάζοντες»10. Μετάφραση: «Οἱ παλαιοὶ ἄνθρωποι, ὡς παράφρονες, καταβυθισμένοι στὶς σαρκικὲς ἐπιθυμίες καὶ φαντασίες ἐλησμόνησαν τὴν ἔννοια καὶ τὴ γνώση τοῦ Θεοῦ καὶ χρησιμοποιώντας ἀμυδρὰ τὴ λογική τους, μᾶλλον τὴν ἀλογία, τύπωσαν στὸ νοῦ τοὺς τὰ φαινόμενα ὡς θεούς, δοξάζοντες τὴν κτίση ἀντὶ τὸν Κτίσαντα». Βλέπουμε ἐδῶ ὅτι ὄχι μόνο γνώση τοῦ Θεοῦ, ἀληθῆ θεογνωσία δὲν μποροῦσαν νὰ ἀποκτήσουν οἱ εἰδωλολάτρες, ἀλλὰ οὔτε καν ἔ ν ν ο ι α ὀρθὴ περὶ τοῦ Θεοῦ μποροῦσαν νὰ σχηματίσουν. Εἶναι ἐπίσης ἐντυπωσιακὸ ὅτι ὁ «ἀμυδρὸς λογισμός» τους πρὸς γνώση τοῦ Θεοῦ χαρακτηρίζεται λόγω τοῦ σκοτισμοῦ τοῦ «ἀλογία».


Ἔτσι λοιπὸν πρέπει νὰ διακρίνουμε τὴν ἀληθῆ γνώση τοῦ Θεοῦ ὡς γνώση τῶν ὀρθῶν της πίστεως δογμάτων καὶ κοινωνία μετὰ τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὴ στοιχειώδη καὶ διεστραμμένη γνώση «τοῦ εἶναι Θεὸν» ποὺ ἔχουν ἀκόμα καὶ οἱ δαίμονες, οἱ ὁποῖοι τρέμουν τὸν Θεὸ ὄντες μέσα στὸ σκότος.


Ἀρίστη σύνοψη τῶν θέσεων αὐτῶν ἀποτελεῖ ἡ σχετικὴ μὲ τὸ θέμα μᾶς διδασκαλία τοῦ Ἁγίου Νικόδημου: «Κατὰ δύο δὲ τρόπους ἔχομεν τὴν γνῶσιν τοῦ Θεοῦ, ἡ φυσικῶς ἔξωθεν διὰ τῆς αἰσθητὴς κτίσεως, τὴν ὁποίαν ταύτην γνῶσιν ἔχουσι καὶ οἱ δαίμονες καὶ οἱ ἀσεβεῖς καὶ ἀκάθαρτοι, ἢ πνευματικῶς ἔσωθεν, τουτέστι διὰ τῆς μυστικῆς ἐνεργείας καὶ ἐλλάμψεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τὴν ὁποίαν μόνοι οἱ πιστοὶ καὶ οἱ καθαροὶ ἔχουσιν ὑπερφυσικὴν οὖσαν»11. Ὅσα ἀκολουθοῦν ἀφοροῦν τὴν ἀληθῆ ἔστω καὶ ἀμυδρὴ γνώση τοῦ Θεοῦ —περὶ αὐτοῦ γίνεται ὁ λόγος— καὶ ὄχι τὴν πλανεμένη, ἀκάθαρτη ἢ δαιμονική.


4. Ὑπάρχει «παγκοσμιότητα τῆς θείας ἀποκαλύψεως σὲ ὅλα τὰ ἔθνη» ἀνεξαρτήτως τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως καὶ τῆς Ἐκκλησίας; Ὑπάρχει δυνατότητα Θεογνωσίας στὰ ποικίλα θρησκεύματα;


   Αὐτὰ περίπου ἰσχυρίζεται ὁ συγγραφεὺς στὶς σελίδες 117-119 καὶ 196-197. Τὸ κύριο ἐπιχείρημά του εἶναι ἡ διδασκαλία τοῦ «σπερματικοῦ λόγου» ποὺ παρουσιάζει στὴν «Ἀπολογία» τοῦ ὁ ἅγιος Ἰουστίνος ὁ Μάρτυς (100-165). Ἔχει ὁ ἅγιος Ἰουστίνος ὁμιλεῖ γιὰ τὸν ἠθικὸ βίο καὶ τὴ σοφία πολλῶν εἰδωλολατρῶν, οἱ ὁποῖοι λόγω «τῆς ἔμφυτου σπορᾶς τοῦ λόγου» μποροῦσαν ἀμυδρῶς νὰ ἀντιλαμβάνονται τὴν ἀλήθεια. Μάλιστα κάποια στιγμὴ τοὺς ὀνομάζει «χριστιανοὺς» ἐπειδὴ ἔζησαν «μετὰ λόγου».


Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀλβανίας συμπληρώνει τὶς σκέψεις του μὲ παραπομπὲς στὸν Κλήμεντα τὸν Ἀλεξανδρέα ὁ ὁποῖος μιλάει γιὰ «ἐναύσματα τινὰ τοῦ λόγου τοῦ θείου τὰ ὁποία εἶχαν λάβει οἱ ἕλληνες» (σ. 197)


Χρησιμοποιεῖ ἐπίσης ὁ Ἀρχιεπίσκοπος κ. Ἀναστάσιος χωρίο ἀπὸ τοὺς «Ὅρους κατὰ πλάτος» τοῦ Μ. Βασιλείου καὶ χωρίο ἀπὸ τὸ Β' Θεολογικὸ Λόγο τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου ποὺ ἀναφέρεται στὸν «πόθο... κατὰ Θεοῦ ζήτησιν», βάσει τοῦ ὁποίου ὁ συγγραφεὺς φρονεῖ ὅτι ὑπάρχει «δυνατότητα γιὰ κάποια ἀμυδρὴ γνώση τοῦ Θεοῦ μέσω τοῦ λόγου, τὸν ὁποῖο ὁ ἅγιος Γρηγόριος χαρακτηρίζει ὡς «θεοειδὴ» καὶ «θεῖον» (σ. 190)


Ἂς δοῦμε ὅλες αὐτὲς τὶς ἀναφορὲς στοὺς ἐκκλησιαστικοὺς συγγραφεῖς καὶ Ἁγίους Πατέρες, γιὰ νὰ διαπιστώσουμε ἂν στηρίζουν τὶς θέσεις τοῦ συγγραφέως περὶ «παγκοσμίου χαρακτῆρος τῆς Θείας ἀποκαλύψεως στὴν ἀνθρωπότητα» ποὺ «σχετίζεται μὲ τὸ ἔμφυτο θρησκευτικὸ συναίσθημα» (σ. 191).


Ἐκκινώντας ἀπὸ τὴ διδασκαλία τοῦ ἁγίου Ἰουστίνου περὶ «σπερματικοῦ λόγου» πρέπει νὰ ποῦμε ὅτι ὁ Ἅγιος στὴν προσπάθειά του νὰ προσεγγίσει τοὺς ἀνθρώπους τῆς ἐποχῆς του καὶ δὴ τοὺς φιλοσοφικὰ πεπαιδευμένους καταφεύγει στὴ θεωρία ὅτι «ἡ ἀλήθεια τὴν ὁποία ὁλόκληρη ἔχουμε στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, ὑπῆρχε ἀνέκαθεν σὲ βαθμὸ σπερματικὸ ἢ μερικό. Ὁ Χριστός, ἐπειδὴ εἶναι αὐτοαλήθεια, δροῦσε ὡς ἀλήθεια καὶ Λόγος καὶ πρὶν ἀπὸ τὴν ἐνανθρώπησή του, γι' αὐτὸ οἱ πρὸ Χριστοῦ ἄνθρωποι καὶ μάλιστα οἱ φιλόσοφοι μὲ τοὺς ἄνδρες τῆς ΠΔ δὲν ἤσαν ἐκτὸς Χριστοῦ. Ἡ ἀλήθεια στὸν κόσμο εἶναι ἄρα ἑνιαία καὶ ὁλοκληρώνεται στὸν Χριστὸ»12.


Ἐπειδὴ γίνεται κατάχρηση τῆς θεωρίας τοῦ ἁγίου Ἰουστίνου περὶ «σπερματικοῦ λόγου» ἀπὸ τοὺς ποικίλους οἰκουμενιστές13 καλὸ εἶναι νὰ ἐξηγηθοῦν τὰ κάτωθι:


α) Οἱ τοποθετήσεις αὐτὲς τοῦ Ἁγίου καταγράφονται στὶς Α' καὶ Β' Ἀπολογίες τοῦ οἱ ὁποῖες ἀπευθύνονται ἡ μὲν Ἃ' πρὸς τὸν εἰδωλολάτρη Ρωμαῖο αὐτοκράτορα Ἀντωνίνο τὸν Εὐσεβῆ, ἡ δὲ Β' πρὸς τὴ Ρωμαϊκὴ Σύγκλητο. Μὲ τὶς Ἀπολογίες τοῦ αὐτὲς ἐπιδιώκει: 1) νὰ μαλακώσει τὴ σκληρότητα τῶν εἰδωλολατρῶν καὶ νὰ προστατεύσει τοὺς Χριστιανοὺς ἀπὸ τοὺς διωγμούς, 2) νὰ ἑλκύσει τοῦ φιλοσοφοῦντες αὐτοκράτορες καὶ συγκλητικοὺς στὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ.


β) Ἐπειδή, ὅπως γράφει «οὐ ράον ἀγνοία κατεχομένην ψυχὴν συντόμως μεταβάλλειν» (Α' Ἀπολ. 12) διαμορφώνει τὸ θεολογικό του λόγο, ἐπαινώντας ὑπερβολικὰ τὸ Σωκράτη καὶ ἄλλους φιλοσόφους ὀνομάζοντάς τοὺς «Χριστιανοὺς» καὶ γράφοντας ὅτι «διὰ τῆς ἐνούσης ἔμφυτού του λόγου σπορᾶς ἀμυδρῶς ἐδύναντο ὁρᾶν τὰ ὄντα» (Β' Ἀπολ. 13), δήλ. ὅτι μὲ τὴν ἔμφυτη ἀπὸ τὸν Θεὸ σπορὰ τοῦ λόγου μποροῦσαν νὰ βλέπουν ἀμυδρὰ τὴν ἀλήθεια. Ἐπειδὴ ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀναστάσιος χρησιμοποιεῖ τὶς θέσεις τοῦ Ἁγίου μάρτυρος γιὰ νὰ θεμελιώσει μία «ὀρθόδοξη θέση» γιὰ τὴ «θεολογικὴ κατανόηση τῶν ἄλλων θρησκειῶν» (σ. 188 κ.ε.), πρέπει μὲ ἔμφαση νὰ τονίσουμε ὅτι ὅσα γράφει ὁ Ἅγιος δὲν ἔχουν καμμία σχέση μὲ τὴ θρησκεία τῶν ἐθνικῶν, μὲ τὴν εἰδωλολατρία, τὴν ὁποία θεωρεῖ ἐπανειλημμένως ὡς δαιμονικὸ κατασκεύασμα14, ἀλλὰ μὲ τὴν ὑ π έ ρ β α σ η τῆς εἰδωλολατρίας, τὴν ἔξοδο ἀπὸ τὴν καταδυνάστευση τῶν δαιμόνων ποὺ προσπαθοῦν νὰ κάνουν κάποιοι, μετρημένοι στὰ δάχτυλα, φιλόσοφοι καὶ ποιητὲς ἀναζητώντας τὸν Θεό.


γ) Φαίνεται ὅτι κατὰ τὸν ἅγιο Ἰουστίνο αὐτὴ ἡ ἔμφυτη σπορὰ τοῦ λόγου δὲν ἦταν ἀρκετὴ γιὰ νὰ ἐπιτευχθεῖ ἀπὸ τοὺς φιλοσόφους αὐτὸ ποὺ ὀνομάζει «ἀμυδρὰ ὅραση τῶν ὄντων». Γιὰ τὸ λόγο αὐτὸ σὲ πολλὰ σημεῖα τῶν ἔργων του -παραλείπει νὰ τὸ πεῖ αὐτὸ ὁ συγγραφεὺς τοῦ «Π.Ο.»- τονίζει ὅτι ὅσα ἔγραψαν ὁ Πλάτωνας καὶ οἱ λοιποὶ φιλόσοφοι τὰ ἔγραψαν «παρὰ τῶν προφητῶν τὰς ἀφορμᾶς λαβόντες» (Α' Ἀπολ. 44), δήλ. ὅλα ὅσα ὀρθὰ εἶπαν, τὰ δανείστηκαν ἀπὸ τοὺς προφῆτες, οἱ ὁποῖοι «μόνοι τὸ ἀληθὲς καὶ εἶδον καὶ ἐξεῖπον ἀνθρώποις» (Διάλογος 7).


δ) Ὁ ἅγιος Ἰουστίνος «διάπυρος ὧν τῆς εὐσέβειας ἐραστής», κατὰ τὸν Μ. Φώτιο15, γράφει ὅτι «πυρωδέστερος γὰρ αὐτοῦ ὁ τῆς ἀληθείας καὶ σοφίας λόγος καὶ φωτεινότερος μᾶλλον τῶν ἡλίου δυνάμεών ἐστι καὶ εἰς τὰ βάθη τῆς καρδίας καὶ τοῦ νοῦ εἰσδύνων» (Διάλογος πρὸς Τρύφωνα, 121), φανερώνοντας τὴν κοινωνία του μὲ τὴν Αὐτοαλήθεια καὶ τὴ μεταμόρφωση τοῦ νοὸς καὶ τῆς καρδίας τοῦ διὰ τοῦ ἀκτίστου φωτὸς τῆς Χάριτος. Σ' αὐτὴ τὴν ἐν Χριστῷ ἐμπειρία τοῦ καλεῖ ὅλους, καὶ ἐξ ἀγάπης, ἔξω ἑαυτοῦ γίνεται μὲ τὸ θεολογικό του λόγο, ὥστε «καὶ τοῖς ἐρήμοις γνώσεως Θεοῦ... ἔθνεσι» νὰ ἀναβλύσει πηγὴ ὕδατος ζῶντος, αὐτὸς ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς (Διάλογος, 69)


Συμπερασματικὰ θὰ λέγαμε ὅτι τὰ περὶ «σπερματικοῦ λόγου» εἶχαν καθαρὰ π ο ι μ α ν τ ι κ ὸ χαρακτήρα, καθόλου δὲν παρέχουν θεωρητικὴ κάλυψη στὶς θρησκεῖες τῆς πλάνης καὶ ἔχουν σκοπὸ ὄχι νὰ ἀφήσουν τοὺς ἀνθρώπους νὰ προσκυνοῦν «τὰ ἐξ ὕλης κατασκευάσματα», ἀλλὰ «ἀρνηθῆναι αὐτὰ καὶ ἐλπίζειν ἐπί... τὸν Χριστὸν» (Διάλογος, 69). Ἡ ἀπολυτοποίηση τῆς θεωρίας τοῦ «σπερματικοῦ λόγου» καὶ ἡ ἀδιάκριτη προβολή της γιὰ νὰ θεμελιωθεῖ ἡ δυνατότητα γνώσεως τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὶς ποικίλες θρησκεῖες δὲν συνάδει μὲ τὸ φρόνημα, τὸ βαθύτερο νόημα καὶ τὸ σκοπὸ τῶν λόγων τοῦ ἁγίου Μάρτυρος Ἰουστίνου. Καὶ ἀκριβῶς γι' αὐτὸ ἡ θεωρία αὐτὴ δὲν γίνεται δεκτὴ ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία. Αὐτὸ φαίνεται καθαρὰ καὶ στὴ διδασκαλία τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, ὁ ὁποῖος ἐναντιώθηκε στὶς κακοδοξίες τοῦ Βαρλαάμ, ποὺ ἐξύψωνε τὴ φιλοσοφικὴ γνώση καὶ τὴν ἐξομοίωνε μὲ τὴν ἀληθινὴ θεογνωσία.


Γράφει λοιπὸν ὁ Ἅγιος: «ἴσμεν μὲν οὔν, εἰ τί χρηστὸν αὐτοῖς, ἐκεῖθεν ἐκ παρακουσμάτων μετειλημμένον, ἀλλὰ καὶ συντήκαμεν ἐπισκεψάμενοι μὴ πρὸς τὴν ὁμοίαν διάνοιαν ἐξηλειμμένον. Καν τὶς τῶν πατέρων τὰ αὐτὰ τοῖς ἔξω φθέγγεται, ἀλλ' ἐπὶ τῶν ρημάτων μόνον ἐπὶ δὲ τῶν νοημάτων πολὺ τὸ μεταξύ». Μετάφραση: «Γνωρίζομεν μὲν λοιπὸν ὅτι ὅ,τι καλὸν ὑπάρχει εἰς αὐτοὺς (ἔνν. τοὺς ἀρχαίους φιλοσόφους) ἔχει παραληφθεῖ ἀπὸ ἐκεῖ (ἔνν. τὴν Παλαιὰ Διαθήκη) κατὰ παράκουσμα, ἀλλὰ καὶ κατόπιν σκέψεως ἀντιλαμβανόμεθα ὅτι δὲν ἐκλαμβάνεται μὲ τὴν ἰδίαν ἔννοιαν. Καὶ ἂν κανεὶς ἀπὸ τοὺς πατέρας λέγει τὰ ἴδια μὲ τοὺς ἔξω σοφούς, τοῦτο γίνεται μόνον εἰς τὰς λέξεις, εἰς τὰ νοήματα ὅμως ὑπάρχει πολλὴ ἀπόστασις».


Στὴ συνέχεια τοῦ λόγου τοῦ ὁ ἅγιος Γρηγόριος ἀρνεῖται τὴ δυνατότητα θεογνωσίας ὄχι μόνο στοὺς πρὸ Χριστοῦ ἀνθρώπους, ἀλλὰ καὶ στοὺς μετὰ Χριστὸν αἱρετικοὺς καὶ καταλήγει: «"θεοί, οἱ τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν" ἐκ μὴ ὄντων "οὐκ ἐποίησαν ἀπολέσθωσαν" (Ἱερ. 10,11) καὶ πρὸς τούτοις οἱ τούτους θεολογήσαντες», δήλ. «οἱ θεοὶ ποὺ δὲν ἔπλασαν τὸν οὐρανὸ καὶ τὴ γῆ ἐκ τοῦ μηδενὸς ἂς ἀπολεσθοῦν καὶ μαζί τους ὅσοι τοὺς θεοποίησαν»16.


Ὅσα εἰπώθηκαν ἀνωτέρω περὶ τῆς θεολογίας τοῦ ἁγίου Ἰουστίνου ἰσχύουν πολὺ περισσότερο γιὰ τὸν Κλήμεντα τὸν Ἀλεξανδρέα, τοῦ ὁποίου «τὸ ἔργο... ἀνήκει στὸ περιθώριο τῆς Ἐκκλησίας. Ἔτσι ἐξηγεῖται γιατί ἡ Ἐκκλησία ὄχι μόνο δὲν τὸν τίμησε ὡς Ἅγιο ἀλλὰ καὶ τὸν λησμόνησε σχεδόν: ἤθελε νὰ λησμονήσει τὴ φιλοσοφική του θεολογία»17. Εἰδικὰ ὁ Μέγας Φώτιος στὴ «Μυριόβιβλό» του τὸν κατηγορεῖ ὅτι «ἐν τισί... παντελῶς εἰς ἀσεβεῖς καὶ μυθώδεις λόγους ἐκφέρεται», ὅτι «μετεμψυχώσει καὶ πολλοὺς πρὸ τοῦ Ἀδὰμ κόσμους τερατεύεται», ὅτι «μίγνυσθαι... τοὺς ἀγγέλους γυναιξὶν καὶ παιδοποιεῖν ἐξ αὐτῶν ὀνειροπολεῖ καὶ μὴ σαρκωθῆναι τὸν Λόγον ἀλλὰ δόξαι»18 κ.λ.π.


Μετὰ ἀπ' αὐτὴ τὴ στάση τῆς Ἐκκλησίας ἔναντι τῶν ἐν λόγω συγγραφέων πὼς μπορεῖ μὲ τόση εὐκολία ὁ Ἀρχιεπ. Ἀλβανίας νὰ χρησιμοποιεῖ τὶς ἀπόψεις τους γιὰ νὰ στηρίξει τὴ θέση ὅτι «στὴν ὀρθόδοξη σκέψη... ἡ κυριαρχοῦσα τάση εἶναι μία προσπάθεια ἰσορροπίας καὶ κατανοήσεως» «ἔναντι τῶν ἐξωχριστιανικῶν θρησκευμάτων» καθὼς καὶ τὴ θεωρία τοῦ περὶ «παγκοσμιότητος τῆς θείας ἀποκαλύψεως»; (σ. 117-118).


Ἂς δοῦμε ὅμως καὶ τὰ κείμενα τῶν Ἁγίων Πατέρων ποὺ χρησιμοποιεῖ ὁ συγγραφεὺς γιὰ νὰ ἀποδείξει «τὴ δυνατότητα» ὅλων τῶν ἀνθρώπων πάσης θρησκείας «γιὰ κάποια ἀμυδρὴ γνώση τοῦ Θεοῦ».


Τὸ χωρίο ἀπὸ τοὺς «Ὅρους κατὰ πλάτος» τοῦ Μ. Βασιλείου ποὺ ἀναφέρεται ἔχει ὡς ἑξῆς: «... ὁμοὺ τὴ συστάσει του... ἀνθρώπου... σπερματικὸς τὶς λόγος ἠμὶν ἐγκαταβέβληται οἴκοθεν ἔχων τὰς ἀφορμᾶς της πρὸς τὸ ἀγαθὸν οἰκειώσεως» (σ. 198). Κάνοντας χρήση τοῦ ὄρου «σπερματικὸς λόγος» ὁ Μ. Βασίλειος ἀναφέρεται στὴν ἔφεση τοῦ ἀνθρώπου πρὸς «οἰκείωση τοῦ ἀγαθοῦ». Μὲ τὸ ρῆμα «ἐγκαταβέβληται» (ἂς θυμηθοῦμε τὸ «ἐγκατέσπαρται» τοῦ ἱεροῦ Δαμασκηνοῦ) δηλώνει τὴν, τρόπον τινά, ἐμφύτευση, τὴ σπορὰ τῆς ἐπιθυμίας αὐτῆς στὸ «κατ' εἰκόνα» τοῦ ἀνθρώπου. (Ἴσως στὴν πραγματικότητα αὐτὸ θὰ ἤθελε νὰ πεῖ καὶ ὁ ἅγιος Ἰουστίνος μὲ τὸν ὄρο «σπερματικὸς λόγος»). Κι αὐτὸ βέβαια δὲν σημαίνει τὴ δυνατότητα νὰ φθάσει ὁ ἄνθρωπος ἔστω καὶ σὲ ἀμυδρὴ γνώση τοῦ Θεοῦ χωρὶς τὸν Χριστό, οὔτε βέβαια, πολὺ περισσότερο νὰ παίξουν αὐτὸ τὸ ρόλο πρὸς τὴ γνώση τοῦ Θεοῦ τὰ ποικίλα θρησκεύματα. Ἁπλῶς ὁ «σπερματικὸς λόγος» εἶναι τὸ ἐργαλεῖο ποὺ χρησιμοποιεῖ ὁ Θεὸς γιὰ νὰ φυτεύσει στὸν ἄνθρωπο τὴν Θεία Χάρη καὶ νὰ τὸν ἐνώσει μὲ τὴν ἀγάπη Του. Μετὰ τὴν πτώση καὶ τὴν ἀποστασία τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὸν Θεὸ τὸ ἐργαλεῖο αὐτό, ἡ ἀγαπητικὴ ἔφεση, εἶναι ἀνίσχυρη νὰ φθάσει στὴ γνώση τοῦ Θεοῦ. Αὐτὸ φαίνεται καθαρώτερα στὸ χωρίο ἀπὸ τὸ Β' Θεολογικὸ Λόγο τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, τὸ ὁποῖο χρησιμοποιεῖ ὁ ἅγιος Ἀλβανίας. Λέγει λοιπὸν ὁ συγγραφεὺς ὅτι μὲ «τὸν πόθον... κατὰ Θεοῦ ζήτησιν» γιὰ τὸν ὁποῖο ὁμιλεῖ ὁ ἅγιος Γρηγόριος, μπορεῖ κάθε ἄνθρωπος νὰ φθάσει σὲ ἀμυδρὴ γνώση τοῦ Θεοῦ.


Εἶναι ὅμως ἔτσι; Αὐτὰ λέγει ὁ ἅγιος Γρηγόριος; Ἂς δοῦμε μὲ προσοχὴ ὁλόκληρο τὸ σχετικὸ χωρίο: «καὶ τοῦτο τοῦ πονηροῦ τὸ σόφισμα, τῷ καλῶ καταχρησαμένου πρὸς τὸ κακόν......Παραλαβῶν γὰρ (ὁ πονηρὸς) αὐτῶν (τῶν ἀνθρώπων) τὸν πόθον πλανώμενον κατὰ Θεοῦ ζήτησιν, Ἰν' εἰς ἑαυτὸν περισπάση τὸ κράτος, καὶ κλέψη τὴν ἔφεσιν, ὥσπερ τυφλὸν χειραγωγῶν ὁδοῦ τινὸς ἐφιέμενον, ἄλλους ἀλλαχοῦ κατεκρήμνισε καὶ διέσπειρεν εἰς ἐν τί θανάτου καὶ ἀπωλείας βάραθρον»19. Μετάφραση: «Κι αὐτὸ εἶναι τὸ σόφισμα τοῦ πονηροῦ ποὺ καταχρᾶται τὸ καλὸ γιὰ νὰ κάμει τὸ κακό. Ἀφοῦ πῆρε ὁ πονηρὸς τὸν πόθο τῶν ἀνθρώπων, ὁ ὁποῖος περιεφέρετο πρὸς ἀναζήτηση τοῦ Θεοῦ, μὲ σκοπὸ νὰ ἑλκύσει πρὸς αὐτὸν τὴ δύναμη καὶ νὰ κλέψει τὴν ἔφεση τῶν ἀνθρώπων, ὅπως χειραγωγεῖ κάποιος ἕνα τυφλὸ ποὺ ἐπιθυμεῖ νὰ βρεῖ κάποιο δρόμο, γκρέμισε ἄλλους ἐδῶ κι ἄλλους ἐκεῖ καὶ τοὺς σκόρπισε στὸ βάραθρο τοῦ θανάτου καὶ τῆς ἀπωλείας».


Ἑπομένως καλὴ καὶ ἀπὸ Θεοῦ ἡ ἐπιθυμία τοῦ ἀνθρώπου γιὰ γνώση τοῦ Θεοῦ ἀλλὰ χωρὶς τὸ Χριστό, τὴν κλέβει γιὰ δικό του λογαριασμὸ ὁ ἐχθρός του ἀνθρώπου. Ἀδυνατεῖ ὁ ἄνθρωπος ἀφ' ἑαυτοῦ νὰ γνωρίσει ὄντως τὸν Θεό. Στὰ προηγούμενα κεφάλαια τοῦ ἰδίου Λόγου τοῦ ἐξηγεῖ ὁ ἅγιος Γρηγόριος αὐτὸν τὸν ἀγωνιώδη «πλοῦν», ὅπως τὸν ὀνομάζει, τοῦ ἀναζητοῦντος ἀνθρώπου. Γράφει γιὰ τὴν ἀγωνία καὶ ταυτόχρονα τὴν ἀδυναμία τῶν φιλοσοφούντων νὰ δοῦν «καθ' ἑαυτὸ τὸ θεῖον» καὶ συνεχίζει: «οὕτω κάμνει ἐκβῆναι τὰ σωματικὰ ὁ ἡμέτερος νοῦς, καὶ γυμνοῖς ὁμιλῆσαι τοῖς ἀσωμάτοις, ἕως σκοπεῖ μετὰ τῆς ἰδίας ἀσθενείας τὰ ὑπὲρ δύναμιν. Ἐπεῖ ἐφίεται μὲν πάσα λογικὴ φύσις Θεοῦ καὶ τῆς πρώτης αἰτίας· καταλαβεῖν δὲ ἀδυνατεῖ, ... Κάμνουσα δὲ τῷ πόθω, καὶ οἶον σφαδάζουσα καὶ τὴν ζημίαν οὐ φέρουσα, δεύτερον ποιεῖται πλοῦν...»20.


Μετάφραση: «Ἔτσι, ἀποκάμνει ὁ νοῦς μᾶς προσπαθώντας νὰ ὑπερβεῖ τὰ σωματικὰ καὶ νὰ ἔλθει σὲ κοινωνία μὲ κάθε τί παντελῶς ἀσώματο, καθὼς κατανοεῖ μαζὶ μὲ τὴ δική του ἀδυναμία καὶ αὐτὰ ποὺ εἶναι ὑπὲρ τὴ δύναμή του. Κι αὐτό, γιατί κάθε λογικὴ φύση ἐπιθυμεῖ τὸν Θεὸ ποὺ εἶναι ἡ πρώτη αἰτία τῶν ὄντων, ἀδυνατεῖ ὅμως νὰ τὸν φ θ ά σ ε ι... Ἀποκαμωμένη δὲ ἀπὸ τὸν (ἀνεκπλήρωτο) πόθο καὶ τρόπον τινὰ σφαδάζοντας καὶ μὴν ἀντέχοντας τὴ ζημία δήλ. τὴ στέρηση τοῦ Θεοῦ, ξεκινάει δεύτερο ταξίδι». Τὸ πρῶτο ταξίδι ἦταν ἡ διανοητικὴ προσπάθεια προσεγγίσεως, γνώσεως τοῦ Θεοῦ. Τὸ δεύτερο, ὅπως ἐξηγεῖ στὴ συνέχεια ὁ ἅγιος, εἶναι ἡ κίνηση πρὸς τὴν κτίση ποὺ τελικὰ καταλήγει στὴν εἰδωλολατρία.


Καὶ μὲ τὸ νοῦ, τὸν ὁποῖο ὁ ἅγιος Γρηγόριος τὸν χαρακτηρίζει «θεοειδὴ» καὶ «θεῖο», τί συμβαίνει; Ἔχει τὴ δυνατότητα γιὰ ἀμυδρὴ γνώση τοῦ Θεοῦ, ὅπως ἰσχυρίζεται ὁ ἅγιος Ἀλβανίας; Κατ' ἀρχὰς ὁ λόγος εἶναι «θεῖος» καὶ «θεοειδῆς», γιατί περιλαμβάνεται στὸ «κατ' εἰκόνα» τοῦ κάθε ἀνθρώπου. Καὶ ὄντως παρέχει δυνατότητα γνώσεως τοῦ Θεοῦ. Πότε ὅμως; «Ἐπειδᾶν» διδάσκει ὁ θεῖος Γρηγόριος «τὸ θεοειδὲς τοῦτο καὶ θεῖον, λέγω δὲ τὸν ἡμέτερον νοῦν τὲ καὶ λόγον, τῷ οἰκείω προσμίξη, καὶ ἡ εἰκὼν ἀνέλθη πρὸς τὸ ἀρχέτυπον, οὐ νῦν ἔχει τὴν ἔφεσιν...»21, δηλ. τότε εὑρίσκει, γνωρίζει κανεὶς τὸν Θεό, «ὅταν ὁ θεοειδῆς καὶ θεῖος νοῦς καὶ λόγος μᾶς ἑνωθεῖ μὲ τὸν οἰκεῖον (Νοῦν), δηλ. τὸν Θεὸ καὶ ἡ εἰκὼν ἀνέλθη πρὸς τὸ ἀρχέτυπο, τοῦ ὁποίου ἔχει τώρα τὴν ἐπιθυμία». Τί σημαίνει αὐτό; ὅτι μόνο οἱ ἅγιοι, οἱ θεωμένοι γνωρίζουν ἀληθινὰ τὸν Θεό. Καὶ μήπως αὐτὴ ἡ γνώση, καὶ τῶν Ἁγίων ἀκόμα, εἶναι πλήρης; «τὸ δὲ νῦν εἶναι βραχεία τὶς ἀπορροὴ πᾶν τὸ εἰς ἠμᾶς φθάνον, καὶ οἶον μεγάλου φωτὸς μικρὸν ἀπαύγασμα», δηλ. «Τώρα δὲ ὅ,τι φθάνει σὲ μᾶς εἶναι μία μικρὴ σταγόνα, ἕνα μικρὸ ἀπαύγασμα ἑνὸς μεγάλου φωτὸς»22.


Ἂν τώρα ἡ γνώση τοῦ Θεοῦ ὑπὸ τῶν Ἁγίων εἶναι ἀμυδρὴ σχετικὰ μὲ τὴν πληρότητα ποῦ παρέχεται στὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, πῶς γίνεται νὰ δεχθοῦμε ἀμυδρὴ γνώση στοὺς ἀλλόθρησκους παρεχόμενη ἀπὸ τὴν «παγκόσμια (;) θεία ἀκτινοβολία»;


Καταλήγουμε λοιπὸν στὸ συμπέρασμα ὅτι οἱ ἅγιοι Πατέρες τῶν ὁποίων προσήχθησαν χωρία, ἀλλὰ καὶ ὅλοι γενικῶς οἱ Πατέρες ὄχι μόνο δὲν στηρίζουν τὶς θέσεις τοῦ Ἁγίου Ἀλβανίας περὶ ἀληθοῦς, ἔστω καὶ ἀμυδρᾶς, γνώσεως τοῦ Θεοῦ ἀπὸ κάθε ἄνθρωπο, κ α ὶ  μ ά λ ι σ τ α  δ ι ὰ  τ ῆ ς  θ ρ η σ κ ε ί α ς  τ ο υ, ἀλλὰ βεβαιώνουν ἀκριβῶς τὸ ἀντίθετο, τὴν ἀδυναμία τοῦ «θεοειδοῦς» νοῦ χωρὶς Χριστό, δηλ. χωρὶς μέθεξη τῶν ἀκτίστων ἐνεργειῶν, νὰ γνωρίσει τὸν Θεό. Ἐκεῖνο ποὺ παραμένει στοὺς καλοπροαίρετους ἀβάπτιστους ἀνθρώπους εἶναι ἡ δίψα, ἡ ἀναζήτηση τοῦ Θεοῦ ποὺ τοὺς κάμει νὰ «σφαδάζουν», κατὰ τὸν Θεολόγο Γρηγόριο, ἀπὸ τὴν ἀγωνία τους νὰ γνωρίσουν τὸν Ὄντα, τὸν Τριαδικὸ Θεό.








8. Ἁγίου Νικόδημου, Ἑρμηνεία εἰς τὰς ΙΔ' Ἐπιστολᾶς τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, τόμος Α' Ἐκδόσεις Ἅγιος Νικόδημος, Ἀθῆναι 197I.


9. Ὡς ἄνω σ. 16 ὑποσ. 2.


10. Λόγος κατὰ Ἑλλήνων, Β.Ε.Π. 30,8 σελ.37.


11. Ἁγίου Νικοδήμου Ἁγιορείτου, Νέα Κλίμαξ, ἔνθα ἀνωτ. σ. 183.


12. Στύλ. Παπαδοπούλου, Πατρολογία Α', Ἀθῆναι 1977, σελ. 235.


13. Βλ. τὴν τοποθέτηση τοῦ καθηγητοῦ Muller περὶ τοῦ «σπερματικοῦ λόγου» ὡς συνενοῦντος ὅλους τους ἀνθρώπους στὸ τρίτο κεφάλαιο, παράγρα. ς' τοῦ βιβλίου μας.


14. Βλ. π.χ. Ἀπολ. Α' 5,9,12 . Ἀπολ. Β' 5. Διάλογος 30.


15. P.G. 103,405 CD.


16. Ε.Π.Ε. Γρήγ. Παλαμά, 2, Ὑπὲρ τῶν ἱερῶς ἡσυχαζόντων, 1,1,11 σ. 86-89.


17. Στύλ. Παπαδοπούλου, Πατρολογία Α', σ. 340


18. p.g. 103.384 ἄβ.


19. Ἅπαντα Ἁγίων Πατέρων, Γρηγορίου Θεολόγου 1, Ἐκδόσεις Ὠφελίμου βιβλίου, Θεολογικὸς Β', κέφ. 15, σελ. 329 - 330.


20.Ὡς ἄνω κέφ. 13. σελ. 327.


21.Ὡς ἄνω κέφ. 17, σελ. 331.


22.Ὡς ἄνω σελ. 332.











5. Μήπως ἡ θέση ὅτι οἱ θρησκεῖες εἶναι δαιμονικὲς εἶναι μία «ἀφελὴς διατύπωση καὶ ἀκρότητα.... μία ἀρνητικὴ ψευδαίσθηση» ποῦ προέρχεται ἀπὸ «παλαιὲς ἀόριστες γνώσεις»;


   Ἡ θέση ὅτι «οἱ θρησκεῖες εἶναι ἔργο τοῦ διαβόλου», «ὅτι δὲν περιέχουν καμιὰ ἀλήθεια ἡ ἀξία», «ὅτι κανένα στοιχεῖο τους δὲν ἔχει θέση στὴν καινὴ πραγματικότητα τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τὴ μόνη ὁδὸ πρὸς τὸν Θεὸ» σύμφωνα μὲ τὸν Ἀρχιεπ. κ. Ἀναστάσιο, εἶναι μία «ἄποψη» ποὺ «υἱοθέτησαν ἀρκετοὶ Χριστιανοὶ τῶν πρώτων αἰώνων, οἱ ὁποῖοι ἔβλεπαν τοὺς ἐθνικοὺς θεοὺς σὰν «δαίμονες ποὺ ἀνταγωνίζονται τὸν ἀληθινὸ Θεὸ» (σ.178), εἶναι μία «ἀφελὴς διατύπωση καὶ ἀκρότητα» ποὺ προέρχεται ἀπὸ «παλαιὲς ἀόριστες γνώσεις» (σ. 185-186).


Συναντώντας στὸ βιβλίο τέτοιους ἰσχυρισμοὺς νομίζει κανεὶς ὅτι ὁ συγγραφεὺς ἀπευθύνεται σὲ ἀλλόθρησκους ἡ ἀνθρώπους ποὺ ποτὲ τοὺς δὲν ἄνοιξαν τὴν Ἁγία Γραφὴ νὰ διαβάσουν. Ἀλλοιῶς πῶς νὰ ἐξηγήσεις τὴν ἀπόκρυψη τοῦ λόγου τῶν Ἁγίων Γραφῶν; Στὸ Δευτερονόμιο διαβάζουμε τί λέγει ὁ Θεὸς σχετικὰ μὲ τὴ λατρεία τῶν ψευδοθεῶν ὑπὸ τῶν Ἑβραίων: «παρώξυναν μὲ ἐπ' ἀλλοτρίοις, ἐν βδελύγμασιν αὐτῶν ἐξεπίκραναν με˙ ἔθυσαν δαιμονίοις καὶ οὐ Θεῶ» (Δεύτ. 32,16-17). Μετάφραση: «Μὲ θύμωσαν καὶ μὲ πίκραναν (οἱ Ἑβραῖοι) μὲ τοὺς ξένους καὶ συχαμεροὺς θεούς τους. Στὰ  δ α ι μ ό ν ι α  θυσίασαν κι ὄχι στὸν Θεό». Μήπως κι ὁ Θεὸς ἔχει... «ἀόριστες γνώσεις» γιὰ τοὺς... θεούς; Τὰ ἴδια ἐπαναλαμβάνει καὶ ὁ Ἀπόστολος ἀναλύοντας τί σημαίνει νὰ κοινωνεῖ κανεὶς στὴ λατρεία τῶν θεῶν-δαιμόνων: «ἃ θύει τὰ ἔθνη, δ α ι μ ο ν ἰ ο ι ς  θύει καὶ οὐ Θεῶ˙ Οὐ θέλω δὲ ὑμᾶς κοινωνοὺς τῶν δαιμονίων γίνεσθαι. οὐ δύνασθε ποτήριον Κυρίου πίνειν καὶ ποτήριον δαιμονίων οὐ δύνασθε τραπέζης Κυρίου μετέχειν καὶ τραπέζης δαιμονίων» (Α' Κορ. 10, 20-21). Νὰ τί λένε καὶ οἱ Ψαλμοί: «πάντες οἱ θεοὶ τῶν ἐθνῶν δαιμόνια» (Ψάλμ.95,5).


Μήπως χρειάζεται νὰ δοῦμε τί λέγουν καὶ οἱ Πατέρες; Εἴπαμε προηγουμένως ὅτι ὁ ἅγιος Ἰουστίνος ὁ Φιλόσοφος καὶ Μάρτυς, τὸν ὁποῖο συχνὰ ἐπικαλεῖται ὁ συγγράφει στὴν «Ἀπολογία» τοῦ συνεχῶς ἀναφέρεται στὴ δαιμονικὴ φύση τῶν ἐθνικῶν θεῶν. Παραθέτουμε ἀπόσπασμα: «ἀλλ' οὐδὲ θυσίαις πολλαῖς καὶ πλοκαῖς ἀνθέων τιμῶμεν οὖς ἄνθρωποι μορφώσαντες καὶ ἐν ναοῖς ἰδρύσαντες θεοὺς προσωνόμασαν, ἐπεῖ ἄψυχα καὶ νεκρὰ ταῦτα γινώσκομεν καὶ Θεοῦ μορφὴν μὴ ἔχοντα... ἀλλ' ἐκείνων τῶν φανέντων κακῶν δ α ι μ ό ν ω ν καὶ ὀνόματα καὶ σχήματα ἐχειν»23. Ο Μ. Ἀθανάσιος στὶς «Ἐξηγήσεις τῶν Ψαλμῶν» γράφει: «Οἱ μὲν γὰρ καλούμενοι θεοί, δ α ί μ ο ν ε ς  ὤφθησαν π ο ν η ρ ο ὶ »24 κι ὁ ἅγιος Κύριλλος Ἀλεξανδρείας ἑρμηνεύοντας τὸ στίχο «Ὅτι πάντες οἱ θεοὶ τῶν ἐθνῶν δαιμόνια» λέγει: «τουτέστι πονηρὰ καὶ ἀκάθαρτα πνεύματα τὴν τοῦ Θεοῦ δόξαν ἐφ' ἑαυτοὺς ἁρπάζοντα καὶ ὥσπερ τινὰ κόνιν τὴν ἐκ τῆς ἀμαθίας ἀχλὺν ταῖς διανοίαις τῶν ἀνθρώπων ἐπιτάττοντα ἴνα μὴ ἀναβλέψαντες τὸν τῶν ὅλων ἴδωσι Δημιουργὸν καὶ Κύριον»25.


Ὥστε ὄχι μόνο δὲν προσφέρουν οἱ θρησκεῖες «μεγαλειώδεις συλλήψεις», ὄχι μόνο ἀνταύγειες φωτὸς δὲν παρέχουν, ἀλλὰ ἐπιπλέον οἱ κρυπτόμενοι σ' αὐτὲς δαίμονες μὲ τὴν «ἀχλύν», τὸ σκοτάδι ποὺ σκορπίζουν στὸ νοῦ τῶν λατρευτῶν τους, τοὺς στεροῦν τὴ θέα καὶ ἐπίγνωση τοῦ Θεοῦ. Τώρα βέβαια ὑπάρχουν καὶ κάποιες ἀνταύγειες «φωτός». Εἶναι οἱ δαιμονικὲς «ἐπιφάνειες» τῶν ψευδοθεῶν γιὰ τὶς ὁποῖες κάνει λόγος ὁ προρρηθεῖς ἅγιος Ἰουστίνος στὴν προαναφερθεῖσα «Ἀπολογία» του. Ἂς διαβάσουν ἐπίσης οἱ ἀναγνῶστες, ὅσοι δύνανται, ἀντὶ πολλῶν ἄλλων τὸ Συναξάρι τοῦ ἁγίου Γρηγορίου Νεοκαισαρείας τοῦ Θαυματουργοῦ, τὸ ὁποῖο ἔγραψε ὁ ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης26, γιὰ νὰ βεβαιωθοῦν ὅτι αὐτὸ ποὺ λατρευόταν στὴν πραγματικότητα μέσα στοὺς ναοὺς τῶν εἰδώλων ἦταν οἱ δαίμονες κι ὅτι αὐτοὶ ἤσαν ποὺ «ἐποπτεύονταν» κατὰ τὴν προσφορὰ τῶν θυσιῶν.


Μετὰ ἂπ' ὅσα ἀναφέραμε διερωτώμεθα: Χρειάζεται ἄραγε βαθιὰ γνώση τῶν ποικίλων θρησκευμάτων γιὰ νὰ καταλάβουμε ὅτι αὐτὰ εἶναι δαιμονικῆς ἐμπνεύσεως; Μᾶς ἀρκεῖ ἡ γνώμη τῆς Ἁγίας Γραφῆς τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Πατέρων ἢ μήπως οἱ Ἀπόστολοι καὶ οἱ Πατέρες ζώντας μέσα σὲ εἰδωλολατρικὰ περιβάλλοντα δὲν εἶχαν γνώση τῆς εἰδωλολατρίας καὶ καταφεύγουν σὲ «ἀφελεῖς διατυπώσεις καὶ ἀκρότητες»;


Στὰ βασικὰ ἐρωτήματα τοῦ κεφαλαίου αὐτοῦ ἀπαντοῦμε συμπερασματικά: Ἡ ἄποψη ὅτι οἱ θρησκεῖες εἶναι μὲν κατασκευάσματα ἀνθρώπινα ἀλλὰ ἐπιπλέον μερίδιο ἔχουν στὴν κατασκευή τους καὶ οἱ δαίμονες, οἱ ὁποῖοι ὑποδύονται τοὺς θεοὺς καὶ ἁρπάζουν τὴ λατρεία πρὸς τὸν ἀληθινὸ Θεό, δὲν εἶναι μία ἄποψη μερικῶν χριστιανῶν ποὺ προέρχεται ἀπὸ ἐλλιπῆ γνώση τοῦ πιστεύω τῶν θρησκειῶν, ἀλλὰ εἶναι πεποίθηση τῶν Ἁγίων Γραφῶν, τῶν Ἀποστόλων, τῶν μαρτύρων καὶ Ὁσίων, τῶν Ἁγίων Πατέρων, συνόλου τῆς Ἐκκλησίας.











23. Ἰουστίνου τοῦ φιλοσόφου, Ἀπολ. Α' 9.


24. Μ. Ἀθανασίου, Ἐξηγήσεις εἰς τοὺς Ψαλμούς, Β.Ε.Π. 32,226, 5


25. Ἁγίου Νικόδημου, Ἑρμηνεία εἰς τοὺς 150 Ψαλμούς, Ἐκδόσεις Ὀρθόδοξος Κυψέλη. τόμ. Β'. σέλ. 606. ὑποσ. 5.


26. Ἁγίου Γρηγορίου Νύσσης, Εἰς τὸν Βίον τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ θαυματουργοῦ, Ε.Π.Ε. (Γρηγορίου Νύσσης) 9, σ. 392-477.












6. Καὶ ἄλλα ἀμείλικτα ἐρωτήματα, εἰδικώτερα γιὰ τὸ Ἰσλάμ. Ὑπάγονται οἱ μουσουλμάνοι στὰ «ἔθνη»; Ἡ ἐπικαιρότητα τῆς μαρτυρίας τῶν Νεομαρτύρων.


    Αὐτὰ ποὺ εἴπαμε προηγουμένως ἰσχύουν ἄραγε καὶ γιὰ τὸ Ἰσλάμ; Μήπως πρέπει κι ἐμεῖς, ὅπως ὁ Ἅγιος Ἀλβανίας, νὰ ἐντρυφήσουμε στὸ Ἰσλὰμ γιὰ νὰ κατανοήσουμε τὸ βάθος καὶ τὴν ἀξία του, νὰ μελετήσουμε τὶς «μυστικὲς ἐμπειρίες» τῶν δερβίσηδων «σούφι», γιὰ νὰ ἀνακαλύψουμε τὴ συγγένεια τῶν ἐμπειριῶν μας; (Αὐτὸ τάχα δὲν ὑποδηλώνει ἡ θέση τοῦ Ἀρχιεπ. κ. Ἀναστασίου ὅτι κατηγοροῦμε ὡς δαιμονικὲς τὶς ποικίλες θρησκεῖες, ἐπειδὴ ἔχουμε «ἀόριστες γνώσεις» γι’ αὐτὲς καὶ γιὰ τὶς δῆθεν μεγαλειώδεις ἐμπνεύσεις τους; Λοιπόν, δὲν μᾶς ἀρκεῖ ἡ εἰκόνα τοῦ Μωάμεθ ποῦ ἐπιβάλλει ἐξ ἀρχῆς μὲ τὸ σπαθὶ τὴ μυσαρή του πίστη, ἡ αἰσχρότητα τοῦ βίου του, ἡ ἀλληλεξόντωση τῶν διαδόχων του, τὰ πάθη τοῦ λαοῦ μας, οἱ στρατιὲς τῶν Νεομαρτύρων γιὰ νὰ πειστοῦμε περὶ τῆς δαιμονικῆς συνεργείας στὴν κατασκευὴ αὐτοῦ του θρησκεύματος27; Εἰδικὰ περὶ τῶν Νεομαρτύρων δὲν μᾶς ἀρκεῖ ἡ ὁμολογία τους καὶ ὁ ἔλεγχός τους στὴν ἄθεη διδασκαλία καὶ τὸ βίο τοῦ ψευτοπροφήτη; Οἱ Νεομάρτυρες, πολλοὶ ἀπὸ τοὺς ὁποίους στὸν καιρὸ τῆς ἀγνοίας τοὺς εἶχαν ἐξισλαμιστεῖ κι εἶχαν μαθητεύσει στοὺς «μεντρεσέδες» μαθαίνοντας ἀπὸ πρῶτο χέρι τί σημαίνει Ἰσλάμ, μήπως εἶχαν «ἀόριστες γνώσεις», μήπως παρανοοῦσαν τὸ «βάθος» τῆς μουσουλμανικῆς πίστεως, μήπως δὲν κατανοοῦσαν τὶς «ὑψηλὲς διαισθήσεις» καὶ «ἐμπειρίες» τῶν δερβίσηδων;


Κι ἄλλο ἐρώτημα: Ὑπάγονται οἱ μουσουλμάνοι στὰ «ἔθνη»; Ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης, ζώντας στὰ χρόνια της Τουρκοκρατίας, ἔχοντας ἐμπειρία τοῦ Ἰσλάμ, ἔχοντας συγγράψει καὶ συλλέξει συναξάρια τῶν Νεομαρτύρων ἑρμηνεύει τὸ στίχο Ἃ' Κόρ. 10,20 («ἃ θύει τὰ ἔθνη, δαιμονίοις θύει καὶ οὐ Θεῶ, οὐ θέλω δὲ ὑμᾶς κοινωνοὺς τῶν δαιμονίων γίνεσθαι») καὶ προσθέτει σὲ ὑποσημείωση: «Ἀπὸ τὰ λόγια ταῦτα συμπεραίνομεν ὅτι οἱ Χριστιανοὶ δὲν πρέπει νὰ τρώγουν καὶ ἀπὸ τὰ κουρμπάνια, ὅπου θυσιάζουν οἱ Ἀγαρηνοὶ εἰς τὸ μπαϊράμι τῶν, οὔτε ἀπὸ τὰς θυσίας ὅπου κάμνουν ὅταν σουνετίζουν28 τὰ παιδία τῶν, ἢ ὅταν ὑπανδρεύονται, ἢ ἀπὸ ἄλλας τοιαύτας σιγχαμερᾶς θυσίας τῶν ἐπειδὴ κατὰ τὸν Σολομώντα "θυσία ἀσεβῶν βδέλυγμα Κυρίω" (Παρ. 21, 27)29 ... ὅθεν ἁμαρτάνουσι μεγάλως ἐκεῖνοι ὅπου τρώγουν ἀπὸ τὰς μιαρᾶς θυσίας ταύτας καὶ πρέπει νὰ ἐπιτιμῶνται ὑπὸ τοῦ Πνευματικοῦ καὶ νὰ κανονίζωνται».


Ἀφοῦ λοιπὸν ἡ ἁγιοπνευματικὴ ἐμπειρία τοῦ Ὁσίου Νικόδημου ἀλλὰ καὶ συνόλου τῆς Ἐκκλησίας μαρτυροῦν περὶ τοῦ βδελυκτοῦ τῆς ἀσεβοῦς πίστεως τῶν μωαμεθανῶν καὶ τῆς ταυτίσεώς της μὲ τὴ βδελυρότητα τῶν εἰδώλων, πὼς μπορεῖ ὁ Ἀρχιεπ. κ. Ἀναστάσιος νὰ ἀρνεῖται τὴ δαιμονιώδη καταγωγή της καὶ νὰ ἀπαιτεῖ βαθύτερη γνώση τοῦ Ἰσλάμ;


7. Εἶναι οἱ Μουσουλμάνοι μέτοχοι της Διαθήκης τοῦ Ἀβραάμ;


   Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀλβανίας ἰσχυρίζεται ὅτι «οἱ μουσουλμάνοι, τονίζοντας τὴν ἀφοσίωσή τους στὸν Ἀβραάμ... συμμετέχουν σ' αὐτὴ τὴ διαθήκη, ἔχοντας κάνει μία ἰδιότυπη ἱστορικὴ κίνηση πρὸς τὰ πίσω» (σ. 166). Αὐτὲς οἱ ἀπόψεις ἔχουν καμμιὰ σχέση μὲ ὀρθόδοξη θεολογία; Ὑπάρχει καμμιὰ ...ἰδιότυπη μηχανὴ χρόνου νὰ μᾶς γυρίσει στὸ παρελθὸν στὰ χρόνια πρὶν τὴ γέννηση τοῦ Χριστοῦ ἢ ἀκόμα πιὸ πίσω στὰ χρόνια του Ἀβραὰμ καὶ τῆς διαθήκης του; Τί εἴδους ἀφοσίωση δείχνουν οἱ Μωαμεθανοὶ στὸν Ἀβραάμ; Ὅπως λέγει ὁ Χριστὸς «ὁ Ἀβραάμ... ἠγαλλιάσατο ἴνα ἴδη τὴν ἡμέραν τὴν ἐμὴν καὶ εἶδε καὶ ἐχάρη» (Ἰω. 8, 56). Ἡ μεγαλύτερη χαρὰ τοῦ Ἀβραὰμ ἦταν τὸ «σπέρμα» του, ὁ Χριστός. Ἀντίθετα οἱ Μουσουλμάνοι ἀρνοῦνται τὴ θεότητα τοῦ Χριστοῦ, μισοῦν τὸν τίμιο Σταυρό, κατασφάζουν ὅσους χαίρονται τὴν κοινωνία μὲ τὸν Χριστό, τοὺς Χριστιανούς, τοὺς κληρονόμους τῆς διαθήκης καὶ τοὺς ὀνομάζουν «γκιαοὺρ» δήλ. ἀπίστους!


Ἀλλὰ ἂς ἐξηγήσουμε ποιὰ εἶναι ἡ διαθήκη τοῦ Ἀβραάμ. Στὴ Γένεση, ὁ Θεὸς συνάπτει μία διαθήκη, κάνει μία συμφωνία μὲ τὸν Ἀβραὰμ καὶ τοῦ δίνει μία ἐπαγγελία, μία ὑπόσχεση: «ἐνευλογηθήσονται ἐν τῷ σπέρματί σου πάντα τὰ ἔθνη τῆς γὴς» (Γέν. 22,18). Ἐξηγώντας ὁ Ἄπ. Παῦλος τὰ σχετικὰ μὲ τὴ διαθήκη αὐτὴ γράφει στοὺς Γαλάτες: «τῷ δὲ Ἀβραὰμ ἐρρέθησαν αἳ ἐπαγγελίαι καὶ τῷ σπέρματι αὐτοῦ" οὐ λέγει, καὶ τοῖς σπέρμασιν, ὡς ἐπὶ πολλῶν, ἀλλ' ὡς ἐφ' ἑνός, καὶ τῷ σπέρματί σου, ὃς ἐστὶ Χριστὸς» (Γάλ. 3, 16). Μὲ τὸν Χριστό, τὸ «σπέρμα» τοῦ Ἀβραάμ, ἐκπληρώνονται οἱ ἐπαγγελίες τοῦ Θεοῦ στὸν Ἀβραάμ, ἡ διαθήκη του μὲ τὸν Θεό. Ὁ Κύριος ἠμῶν Ἰησοῦς Χριστὸς εἶναι, διὰ τῆς προσλήψεως τοῦ ἀνθρωπείου φυράματος, τῆς ἀνθρωπινῆς δήλ. φύσεως καὶ τῆς θεώσεώς της ἐν τῷ προσώπώ Του, κληρονόμος τῶν ἐπαγγελιῶν τοῦ Θεοῦ πρὸς τὸν Ἀβραάμ. Καὶ καλεῖ πάντα τὰ ἔθνη, κάθε ἄνθρωπο σὲ κοινωνία μαζί Του δωρίζοντάς τους αὐτὴ τὴν ἐπαγγελία δήλ. τὴ θέωση, τὴ σωτηρία. Αὐτὴ ἡ κοινωνία πραγματώνεται ἐν τὴ Ἐκκλησία Του, δηλ. ἐν τὴ Ὀρθοδόξω Ἐκκλησία — ἄλλη Ἐκκλησία δὲν ὑπάρχει.


Ἔτσι συμμετοχὴ στὴ διαθήκη τοῦ Ἀβραὰμ σημαίνει σωτηρία. Μέτοχοι σ' αὐτὴ τὴ διαθήκη εἶναι μόνο οἱ πιστεύοντες καὶ βαπτισθέντες στὸν Χριστό. Ἰδοὺ τί λέγει ὁ Ἀπόστολος: «Ὅσοι γὰρ εἰς Χριστὸν ἐβαπτίσθητε, Χριστὸν ἐνεδύσασθε. Οὐκ ἔνι Ἰουδαῖος οὐδὲ Ἕλλην, οὐκ ἔνι δοῦλος οὐδὲ ἐλεύθερος, οὐκ ἔνι ἄρσεν καὶ θῆλυ, πάντες γὰρ ἠμεῖς εἰς ἔστε ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ. εἰ δὲ ὑμεῖς Χριστοῦ, ἄρα τοῦ Ἀβραὰμ τέκνα ἐστὲ καὶ κατ' ἐπαγγελίαν κληρονόμοι» (Γάλ. 3,27-29).Ὅσοι λοιπὸν εἶναι βαπτισμένοι ὀρθοδόξως, εἶναι τοῦ Χριστοῦ, καὶ γι' αὐτὸ εἶναι τέκνα πνευματικά του Ἀβραάμ, συμμετέχουν στὴ διαθήκη του καὶ εἶναι κληρονόμοι ὅπως κι ἐκεῖνος τῶν ὑποσχέσεων τοῦ Θεοῦ δηλ. τῆς Βασιλείας Του.


Αὐτὴ εἶναι ἡ ὀρθόδοξη βιβλικὴ ἑρμηνεία τῆς δοθείσης, στὸν Ἀβραὰμ Διαθήκης, δήλ. ἡ ἑνιαία θεώρηση τῆς Θείας Ἀποκαλύψεως, ἡ ἑρμηνεία τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης διὰ τῆς Καινῆς, καὶ τῆς Καινῆς Διαθήκης διὰ τῆς Παλαιᾶς. Χωρὶς τὴ μία εἶναι ἀκατανόητη ἡ ἄλλη. Οἱ ἅγιες Γραφὲς ἀνήκουν στὴν Ἐκκλησία. Η Π. Δ. δὲν εἶναι πλέον ἡ Γραφὴ τῶν Ἑβραίων. Τὴν ἀφήρεσε ὁ Χριστὸς λόγω τῆς ἀποστασίας καὶ τῆς ἀπιστίας τῶν Ἰουδαίων. Τοὺς εἶπε: «Ἰδοὺ ἀφίεται ὑμὶν ὁ οἶκος ὑμῶν ἔρημος» (Μάτθ. 23, 38). Καὶ εἶναι ἐμφανὴς ἡ ἐγκατάλειψη τοῦ Θεοῦ. Μέσα ἀπὸ μία διεστραμμένη ραβιννικὴ καὶ καββαλιστική, ἀποκρυφιστικὴ ἑρμηνεία τῆς Π. Δ. ὁ Ἰουδαϊσμὸς ἔφθασε ἐλεγχόμενος ἀπὸ τὸ Σιωνισμό.


Ἐπανερχόμεθα γιὰ νὰ ποῦμε ὅτι ἂν σεβόμεθα τὸ Εὐαγγέλιο, δήλ. ἂν εἴμαστε Χριστιανοί, δὲν μποροῦμε νὰ ἑρμηνεύσουμε τὴν Παλαιὰ Διαθήκη χωρὶς τὴ βοήθεια τῆς Καινῆς. Δὲν δικαιούμεθα ἐν προκειμένω, ἀφοῦ ὁ θεῖος Ἀπόστολος μᾶς λέγει ρητῶς ὅτι μ ὁ ν ο οἱ πιστεύοντες στὸν Χριστὸ εἶναι μέτοχοί της διαθήκης, νὰ διευρύνουμε ἀνεπίτρεπτα τὴν ἔννοια καὶ τὸ περιεχόμενο τῆς Διαθήκης πρὸς τὸν Ἀβραὰμ γιὰ νὰ χωρέσει μέσα τῆς ὁ δαιμονόπληκτος Μωάμεθ καὶ ἡ «πνευματικότητά» του.


Ὡστόσο γιὰ νὰ καταδειχθεῖ τὸ ἀσύστατό του ἰσχυρισμοῦ ὅτι καὶ οἱ μουσουλμάνοι μετέχουν στὴ διαθήκη τοῦ Ἀβραὰμ ἂς δοῦμε τί λέγει σχετικῶς ἡ ἴδια καὶ ἀπὸ μόνη της ἡ Π. Διαθήκη: «εἶπε δὲ ὁ Θεὸς τῷ Ἀβραάμ... ἰδοὺ Σάρρα ἡ γυνή σου τέξεται σοὶ υἱὸν καὶ καλέσεις τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἰσαὰκ καὶ στήσω τὴν διαθήκην μου πρὸς αὐτὸν εἰς διαθήκην αἰώνιον καὶ τῷ σπέρματι αὐτοῦ μετ' αὐτόν. Περὶ δὲ Ἰσμαὴλ ἰδοὺ ἐπήκουσά σου. Ἰδοὺ εὐλόγησα αὐτὸν καὶ αὐξάνω αὐτὸν καὶ πληθύνω αὐτὸν σφόδρα... τὴν δὲ διαθήκην μου στήσω πρὸς Ἰσαάκ, ὂν τέξεται σοὶ Σάρρα...» (Γέν. 17, 19-21). Λοιπὸν ὅπως κι ἂν ἐννοήσει κανεὶς τὴ διαθήκη τοῦ Ἀβραάμ, ὁ Θεὸς ἀποκλείει ὁποιονδήποτε πλὴν τοῦ Ἰσαὰκ καὶ τῶν ἀπογόνων του ἀπ' αὐτὴ τὴ διαθήκη μὲ πρῶτο καὶ καλλίτερο τὸν Ἰσμαήλ, τοῦ ὁποίου ἀπόγονοι (Ἰσμαηλίτες) θεωροῦνται ἀπὸ πολλοὺς οἱ Μουσουλμάνοι.


Ἐδῶ θέλουμε νὰ δηλώσουμε, ἔστω καὶ μὲ κίνδυνο νὰ παρεξηγηθοῦμε, ὅτι οἱ σναιρεθέντες ἰσχυρισμοὶ δὲν φανερώνουν ὀρθόδοξη θεολογικὴ προσέγγιση στὴν ἁγιογραφικὴ ἀλήθεια, ποὺ νὰ ἀντέχει σὲ ὑπεύθυνη κριτική. Μοιάζουν μὲ μία συναισθηματική, λεκτικὴ προσπάθεια νὰ δικαιώσουμε τὴν πλάνη, ἔστω κι ἂν γίνεται αὐτὸ μὲ τὶς καλλίτερες, ἀγαθότερες προθέσεις, μὲ τὴ διάθεση νὰ προσεγγίσουμε καὶ νὰ βοηθήσουμε τοὺς ἄλλους.


Πάντως αὐτὴ ἡ «νέα» θεολογία περὶ τῶν ὁμοιοτήτων τῶν τριῶν μονοθεϊστικῶν θρησκειῶν μὲ βάση τὴ διαθήκη τοῦ Ἀβραὰμ δὲν εἶναι ἔργο τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀλβανίας μόνον. Εἶναι μία παλιά, ἁμαρτωλὴ Ἱστορία κατασκευασμένη στὰ θρησκειολογικὰ ἐργαστήρια τοῦ Οἰκουμενισμοῦ. Ἤδη ἀπὸ τὸ 1971 τὸ Π.Σ.Ε. εἶχε συστήσει Ἐπιτροπὴ Διαλόγου μετὰ τῶν λαῶν Ζωσῶν Πίστεων καὶ Ἰδεολογιῶν, ἐνῶ ἡ Β' Βατικανὴ ψευδοσύνοδος μὲ τὴν δήλωση Nostra Aetate δήλωνε «ὅτι ἡ Ἐκκλησία ἀτενίζει μὲ ἐκτίμηση τοὺς μουσουλμάνους, ποὺ λατρεύουν τὸν μόνο ζωντανὸ καὶ ἀληθινὸ Θεό». Συνεχεῖς διάλογοι, ἀλλεπάλληλες συσκέψεις, διασκέψεις, συμπόσια, συνελεύσεις, ἐπιτροπὲς καλλιεργοῦν αὐτὸ τὸ κλίμα καὶ ὁμιλοῦν περὶ τῶν τριῶν «ἀβρααμικῶν πίστεων», δήλ. τοῦ Χριστιανισμοῦ, τοῦ Ἰουδαϊσμοῦ καὶ τοῦ Ἰσλάμ.


Σ' αὐτὲς τὶς διαθρησκειακὲς προσπάθειες ἦταν πάντοτε ἐνεργὸς παράγων ὁ Ἀρχιεπίσκοπος κ. Ἀναστάσιος, ὡς ἐπίσκοπος Ἀνδρούσης31. Ὅλες αὐτὲς οἱ διαθρησκειακὲς ζυμώσεις μόλυναν πολλοὺς θεολόγους καὶ κληρικοὺς ποὺ μὲ ἀνεπίτρεπτη εὐκολία διακηρύττουν ἕνα Θεὸ κοινὸ γιὰ τὶς τρεῖς θρησκεῖες. Ἔτσι διαβάζουμε: «Ὅλα αὐτὰ τὰ τρία θρησκεύματα, χωρὶς νὰ θέλω νὰ τὸ πάω ἀλλοῦ, ἔχουν κοινὸ Θεό, τὸν Θεὸ τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, τὸν Θεὸ τῶν Πατέρων μας! Αὐτὸ εἶναι ποὺ μᾶς ἑνώνει...»32.


 8. Ὅλες οἱ προηγούμενες τοποθετήσεις, διάχυτες στὰ γραπτά του Ἀρχιεπ. κ. Ἀναστασίου, φανερώνουν ἕνα πανθρησκειακὸ συγκρητισμό;


Διερωτᾶται κανεὶς ἂν ὁ συγγραφεὺς μὲ τὶς θέσεις ποὺ διατυπώνει καὶ τὶς ὁποῖες ἐξετάσαμε προηγουμένως προωθεῖ κάποιο εἶδος συγκρητισμοῦ. Ἐκ πρώτης ὄψεως φαίνεται πὼς ὄχι. Ἀντιθέτως διακηρύττει ὅτι δὲν υἱοθετεῖ «ἀδογματικές, ἄχρωμες, θρησκευτικὲς διατυπώσεις» (σ.33), ὅτι ὅπως καὶ ὁ Ἄπ. Παῦλος δὲν δέχεται «συγκρητιστικὴ σύνθεση καί... κάλυψη τῆς οὐσίας τοῦ χριστιανικοῦ μηνύματος» (σ. 199), οὔτε τὴν ἄποψη «ὅτι δὲν ὑπάρχουν καὶ πάρα πολλὲς διαφορὲς» μεταξὺ τῶν θρησκευμάτων, «ὅτι ὅλα εἶναι ὅμοια» (σ. 186). Διακηρύττει ἐπίσης ἐπανειλημμένως «τὸ κατ' ἐξοχὴν γεγονὸς» τῆς σαρκώσεως τοῦ Λόγου (π.χ. σ. 37-40), ὁμιλεῖ περὶ τοῦ μυστηρίου τῆς Ἁγίας Τριάδος (π.χ. σ. 194), περὶ Ἁγίου Πνεύματος, περὶ Ἀναστάσεως κ.λ.π.


Βέβαια προσεκτικὰ μελετώντας διαπιστώνει κανεὶς ἀκύρωση τῆς Ὀρθοδόξου Θεολογίας ἀπὸ τὶς μοντέρνες συνέπειες τῶν δογματικῶν ἀναφορῶν τοῦ Ἁγίου Ἀλβανίας. Θὰ ἀναφερθοῦμε σ' αὐτὲς ἐκτενέστερα στὴ συνέχεια τοῦ πονήματός μας. Τώρα θὰ μείνουμε στὸ γεγονὸς ὅτι λεκτικὰ καὶ δογματικὰ μοιάζει νὰ ἀρνεῖται τὸ συγκρητισμό. Παρὰ ταῦτα ὑπάρχει σ' ὅλη τὴ σκέψη τοῦ μία βασικὴ θρησκειολογικὴ κατηγορία ποὺ καταφέρνει νὰ εἰσάγει τοὺς ἀναγνῶστες σ' ἕνα ρεαλιστικό, πρακτικὸ συγκρητισμό, ἀφήνοντας φαινομενικὰ ἀπείραχτο τὸ δογματικὸ-θεολογικὸ ὑπόβαθρο τῆς ὀρθοδόξου πίστεως. Κι αὐτὴ εἶναι ἡ θρησκευτικὴ ἐμπειρία. 








27. Σημαντικὴ κρίνουμε γιὰ μία πλήρη γνώση τοῦ Ἰσλὰμ καὶ τὴν ὀρθόδοξη στάση ἀπέναντί του, τὴν ἐργασία τοῦ Ν. Βασιλειάδου, Ὀρθοδοξία, Ἰσλὰμ καὶ πολιτισμός, Ἔκδοσις Ἀδελφότης Θεολόγων «Ὁ Σωτήρ», Ἀθῆναι 2001.


28. Δηλ. ὅταν κάνουν τὸ σουνέτι, τὴ μουσουλμανικὴ περιτομή.


29. Δὲν μποροῦμε νὰ πιστεύσουμε ὅσα εἶπε ὁ θεολόγος Α. Καριώτογλου σὲ ὁμιλία του ποὺ μεταδόθηκε στὶς 16-12-01 ἀπὸ τὸ Σταθμὸ τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ὅτι δήλ. σύμφωνα μὲ πληροφορίες του, οἱ Χριστιανοὶ ἀνταλλάσσουν εὐχὲς μὲ τοὺς μουσουλμάνους τῆς Θράκης ὅταν ἔχουν Ραμαζάνι κι ὅτι πηγαίνουν καὶ τρῶνε ἀπὸ τὰ φαγητὰ ποὺ ἑτοιμάζουν στὰ καζάνια τους στὶς μιαρὲς γιορτές τους.


30. Νικόδημου Ἁγιορείτου, Ἑρμηνεία εἰς τὰς ΙΔ' Ἐπιστολᾶς τοῦ Ἄπ. Παύλου, τόμος Α', σ. 300, ὑποσ. 1. Ἐκδόσεις «Ὁ ἅγιος Νικόδημος» Ἀθῆναι 1971.


31. Σχετικὰ μὲ τὶς διαθρησκειακὲς προσπάθειες βλ. Βασιλείου Σταυρίδου - Εὐαγγελίας Βαρέλα, Ἱστορία τῆς Οἰκουμενικῆς Κινήσεως, σὲλ 502-519 καὶ στὸ ὑπὸ κρίσιν βιβλίο «Παγκοσμιότητα καὶ Ὀρθοδοξία», ὅσο λέγει γιὰ τὸν ἑαυτὸ τοῦ ὁ συγγραφεὺς (σ. 154-155).


32. Ἀρχιμ. Ἀνανίας Κουστένης, Λόγοι Β', Ἐκδόσεις Ἁρμός, σ. 78.

 Αντιαιρετικόν Ἐγκόλπιον    www.egolpion.com
Τα προηγούμενα μέρη  μπορείτε  να τα διαβάσετε  είτε  στο Αντιαιρετικόν Εγκόλπιον που έχει επιμεληθεί την   ηλεκτρονική  αποτύπωση  και δημοσίευση  του βιβλίου  στο διαδίκτυο , είτε στο Ορθόδοξο  Παρατηρητήριο  εδώ

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Τα σχόλιά σας είναι ευπρόσδεκτα όταν διατυπώνονται με ευπρέπεια και ευγένεια.