Σάββατο, 7 Ιουλίου 2012

Πρωτ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΦΩΤΟΠΟΥΛΟΣ: ΘΕΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΚΑΘΟΛΙΚΟΤΗΤΑ Ή ΠΑΝΘΡΗΣΚΕΙΑΚΗ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΤΗΤΑ (2ο μέρος)





Κατάταξη τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μεταξὺ τῶν θρησκευμάτων 
*
 Σεβασμὸς σ' ὅλα τὰ θρησκεύματα καὶ τὶς ἐμπνεύσεις τους;


Δερβίσης σὲ ἐπίδειξη. Ἔχουν καὶ αὐτοὶ τὴν ἀλήθεια;
Πρωτ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΦΩΤΟΠΟΥΛΟΣ
ΘΕΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΚΑΘΟΛΙΚΟΤΗΤΑ
Ή ΠΑΝΘΡΗΣΚΕΙΑΚΗ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΤΗΤΑ
 Κριτικὲς τοποθετήσεις στὸ βιβλίο
«Παγκοσμιότητα καὶ Ὀρθοδοξία»
τοῦ Ἀρχιεπ. Ἀλβανίας κ. Ἀναστασίου

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ
ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΘΡΗΣΚΕΙΕΣ.
ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΘΕΙΑΣ ΑΠΟΚΑΛΥΨΕΩΣ

1. Κατάταξη τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μεταξὺ τῶν θρησκευμάτων - Σεβασμὸς σ' ὅλα τὰ θρησκεύματα καὶ τὶς ἐμπνεύσεις τους;
   Τὸ κυριώτερο πρόβλημα στὸ βιβλίο τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀλβανίας εἶναι ἡ ἀντιμετώπιση τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως σ' ἕνα μεγάλο βαθμό, ὡς ἕνα ἐκ τῶν θρησκευμάτων. Αὐτὸ δημιουργεῖ στὸν ἀνύποπτο ἀναγνώστη μία σύγχυση, καὶ κατὰ τὴ πορεία μελέτης τοῦ βιβλίου μία ἄμβλυνση τοῦ ὀρθοδόξου αἰσθητηρίου του, μία ἐντύπωση ὅτι ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἕνας ἀπὸ τοὺς δρόμους προσεγγίσεως τοῦ «Θείου». 

Ἂς δοῦμε αὐτὴ τὴ θέση τοῦ Ἀρχιεπισκόπου κ. Ἀναστασίου ἀναλυτικά.
Στὸ βιβλίο του ὁμιλεῖ ἐναλλακτικὰ πότε γιὰ «θρησκεῖες» καὶ «θρησκεύματα» στὸν πληθυντικό, περιλαμβάνοντας σ' αὐτὰ καὶ τὴν Ὀρθοδοξία, καὶ πότε γενικὰ γιὰ τὴ «θρησκεία», ὅπου σ' αὐτὸ τὸ γενικὸ παρονομαστὴ ὑπάγεται καὶ ἡ χριστιανικὴ «θρησκεία». Ἔτσι στὴ «Διεθνῆ Διαθρησκειακὴ Διάσκεψη...» ἡ ὁποία «πραγματοποιήθηκε ὑπὸ τὴν αἰγίδα του... Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν... ἔλαβαν μέρος... εἰδικοὶ ἐπιστήμονες... οἱ ὁποῖοι ἀνῆκαν στὰ πέντε μεγάλα θρησκεύματα τοῦ κόσμου:
Χριστιανισμό, Ἰνδουισμό, Βουδδισμό, Ἰουδαϊσμὸ καὶ Ἰσλὰμ» (σ. 22). Ἐκεῖ ὁ Ἀρχιεπ. κ. Ἀναστάσιος εἶπε ὅτι στὴν «κίνηση πρὸς μία παγκόσμια κοινότητα... οἱ διάφορες θρησκεῖες ἔχουν ἤδη διαδραματίσει πολυσήμαντο... ρόλο, θετικὸ ἢ ἀνασταλτικὸ» (σ. 23), ὅτι «οἱ θρησκεῖες ὡς πνευματικὸ-κοινωνικὰ μεγέθη ὑπῆρξαν γιὰ τὴν οἰκουμένη... παράγοντες ἑνότητος ἀλλὰ καὶ διχασμοῦ»(σ. 25) ὅτι «ὁ θρησκευτικὸς στοχασμὸς —ποιὸς στοχασμὸς ἄραγε; ἀσφαλῶς ὅλων τῶν πιστῶν πάσης θρησκείας— (σημ. δική μας) ἔχει τὴν ὑποχρέωση νὰ ἐκφρασθεῖ μὲ παρρησία, προφητικὴ (δική μας ἡ ὑπογράμμιση)5 ἐνόραση καὶ ὀξύτητα... Καλεῖται νὰ ὀξύνει τὸ αἰσθητήριο ὅσον ἀφορᾶ τὰ θέματα ζωῆς καὶ νὰ προσφέρει δυνάμεις μεταμορφώσεως τοῦ αἰσθητοῦ μὲ τὴν ἐνατένιση τοῦ ὑπεραισθητοῦ» (σ. 28). Τόνισε ἐπίσης ὅτι «ἀποκτᾶ ἰδιαίτερη ἐπικαιρότητα ἡ παλαιὰ ἐπιταγὴ τῆς θρησκείας γιὰ κάθαρση τῆς καρδίας, ὥστε νὰ μπορεῖ νὰ χρησιμοποιηθεῖ ὀρθῶς ὁ ἀνθρώπινος ἐγκέφαλος» (sic) (σ. 30). Μήπως μιλάει ἐδῶ γιὰ τὴ χριστιανικὴ θρησκεία; Διαβάστε, ἀναγνῶστες μου, καὶ τὴ συνέχεια: «Στὴν παγκόσμια αὐτὴ κρίση, οἱ θρησκεῖες καλοῦνται νὰ προσφέρουν, ἀπὸ τὰ βαθύτερα κοιτάσματα τῶν πνευματικῶν τους ἐμπνεύσεων καὶ διαισθήσεών τους, οὐσιαστικὴ πνευματικὴ ἀντίσταση ἀλλὰ καὶ θετικὴ καθοδήγηση» (σ. 30). Ἐξάλλου τὸν ὄρο «προφητικὴ ἐνόραση» χρησιμοποιεῖ ὁ συγγραφεὺς καὶ γιὰ τοὺς Τρεῖς Ἱεράρχες, (σ. 235) ὑποδηλώνοντας τὴν αὐτὴ θρησκευτικὴ ἐμπειρία.
Μὲ ὅσα εἰπώθηκαν ἀντιλαμβάνεται κανεὶς πόσο ἰσοπεδωτικὴ εἶναι ἡ κατάταξη τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μαζὶ μὲ τὰ θρησκεύματα, ἡ τοποθέτηση τῆς ἐξ Ἀποκαλύψει ἀληθείας δίπλα-δίπλα μὲ τὶς θρησκεῖες, τὰ ἀνθρώπινα δήλ. κατασκευάσματα ἀναζητήσεως τοῦ «Θείου», τοῦ «Ἁγίου», τοῦ «ἱεροῦ», ἀφοῦ, κατὰ τὸ συγγραφέα πάντοτε, ὅλες οἱ θρησκεῖες ἔχουν «βαθιὰ κοιτάσματα πνευματικῶν ἐμπνεύσεων». Ὥστε λοιπόν, ὅλα εἶναι ἕνα! Ὑπάρχει προφητικὸ χάρισμα, δυνατότητα καθάρσεως τῆς καρδίας, «δυνάμεις μεταμορφώσεως τοῦ αἰσθητοῦ» «πνευματικὲς ἐμπνεύσεις καὶ διαισθήσεις», σ' ὅλα τὰ θρησκεύματα! Δηλαδὴ τί πάπας, τί μουλᾶς, τί ραββίνος, τί γκουρού. Ἐξ ἄλλου σύμφωνα μὲ τὸ σκεπτικό του συγγραφέως «γιὰ τὴν προώθηση τῆς παγκόσμιας κοινότητος εἶναι ἀπαραίτητη ἡ οὐσιαστικὴ κατανόηση τῶν βαθύτερων ἀναζητήσεων καὶ πνευματικῶν κατακτήσεων τῶν ἄλλων πολιτισμῶν, στὶς ὁποῖες ἐντάσσονται καὶ οἱ θρησκευτικές τους ἀνατάσεις» (σ. 58) ἐνῶ ὀφείλουμε «νὰ ἀτενίζουμε... μὲ σεβασμὸ τὶς τοπικὲς θρησκευτικὲς παραδόσεις τῶν ἄλλων λαῶν καὶ νὰ ἀνακαλύπτουμε τὸ παγκόσμιο νόημα ποὺ κρύβουν στὴν ἰδιομορφία τοὺς» (σ. 55).
Δὲν ἀρνούμαστε τὶς πλουσιώτατες θρησκειολογικὲς γνώσεις τοῦ Ἁγίου Ἀλβανίας ἀλλὰ τὸν ἐρωτοῦμε: Τί σεβασμὸ ἐνοίωθε, ὅταν ἔκανε ἱεραποστολὴ στὴν Ἀφρική, πρὸς τοὺς μάγους, ποὺ ἐπικαλοῦνται δαιμόνια, ποὺ λατρεύουν εἴδωλα, ἢ κάνουν ἀνθρωποθυσίες καὶ κρατοῦν κάτω ἀπὸ τὴν δαιμονική τους ἐξάρτηση τοὺς ταλαίπωρους ἰθαγενεῖς; ποιὲς εἶναι οἱ «πνευματικὲς κατακτήσεις» τῶν σαμάνων, οἱ θρησκευτικὲς ἀνατάσεις τῶν «γκουρούδων» μὲ τοὺς δαιμονικοὺς φωτισμούς τους ἢ τῶν δερβίσηδων μὲ τοὺς μανιώδεις στροβιλισμοὺς τοὺς ὑπὸ ἢ χωρὶς τὴν ἐπίδραση ὀπίου, ποιὸ τέλος πάντων «παγκόσμιο νόημα κρύβουν στὴν ἰδιομορφία τοὺς» οἱ ἰνδιάνικοι τελετουργικοὶ χοροί, ὅλες αὐτὲς οἱ σατανικὲς πλάνες ἀπὸ τὶς ὁποῖες μᾶς ἐλευθέρωσε ὁ Χριστός;
Θὰ μποροῦσε κάποιος καλοπροαίρετα νὰ ἰσχυρισθεῖ ὅτι ὁ Ἀρχιεπ. κ. Ἀναστάσιος μίλησε μ' αὐτὸ τὸν τρόπο ἐπειδὴ ἀπευθυνόταν σὲ ἐκπροσώπους διαφόρων θρησκειῶν καὶ ἔπρεπε νὰ γίνει ἀκουστός. Ἐδῶ πρέπει νὰ ποῦμε ἃ) ὅτι δὲν δικαιούμεθα νὰ στεροῦμε κανένα ἄνθρωπο, μιλώντας τὴ γλώσσα του, ἀπὸ τὸ σαφὲς λυτρωτικὸ μήνυμα τοῦ Εὐαγγελίου, ὅπως ἔκανε καὶ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος καὶ β) ὅτι τὰ ἴδια καὶ χειρότερα εἶπε ὁ συγγραφεὺς τοῦ βιβλίου στὴν εἰσήγηση ποὺ ἔκανε στὸ Τρίτο Συνέδριο τῶν Ὀρθοδόξων Θεολογικῶν Σχολῶν (Θεολογικὴ Σχολὴ τοῦ Τιμίου Σταύρου, Brookline, 1987).
Ἐκεῖ, βεβαίως, ὡς Ὀρθόδοξος ἐπίσκοπος ὤφειλε νὰ τονώσει τὸ ὀρθόδοξο φρόνημα καθηγητῶν καὶ σπουδαστῶν ἔναντί της πανθρησκειακῆς Βαβυλῶνος ποὺ ἀποσυνθέτει τὴν Ἀμερικανικὴ κοινωνία. Τί ἔκαμε ἀντ' αὐτοῦ; Εἶπε ὅτι «θὰ μποροῦσε κανεὶς νὰ ἀποκαλέσει τὶς θρησκεῖες συσσωρευτὲς (μπαταρίες) φορτισμένες ἀπὸ τὶς ἀκτίνες Τοῦ (ἔνν. τοῦ Ἡλίου τῆς δικαιοσύνης), μὲ ἐμπειρίες ζωῆς, μὲ διάφορες μεγαλειώδεις συλλήψεις καὶ ἐμπνεύσεις. Οἱ συσσωρευτὲς αὐτοί», συνέχισε, «ἔχουν βοηθήσει πολλοὺς στὴν πορεία τῆς ζωῆς τους, παρέχοντάς τους ἕναν ἀτελῆ φωτισμὸ ἢ μερικὲς ἀνταύγειες φωτὸς» (σ. 204).
Εἶπε ἀκόμη ὅτι οἱ πρῶτοι στίχοι τοῦ κατὰ Ἰωάννην Εὐαγγελίου, ἰδίως ὁ στίχος «ἢν τὸ φῶς τὸ ἀληθινόν, ὁ φωτίζει πάντα ἄνθρωπον ἐρχόμενον εἰς τὸν κόσμον» (Ἰω. 1, 9) «καθορίζουν τὸ βασικὸ χριστολογικὸ θεμέλιο γιὰ τὴν ὀρθὴ κατανόηση τῶν ὑψηλότερων θρησκευτικῶν ἐμπνεύσεων τῆς ἀνθρωπότητος» (σ. 198). Καὶ ἐπίσης ὅτι «οἱ παλαιές, ἀόριστες γνώσεις γιὰ τὰ διάφορα θρησκεύματα δημιούργησαν κάποτε μία ἀρνητικὴ ψευδαίσθηση: Ὅτι εἶναι ἀνάξια λόγου ἢ δαιμονικὰ» (σ. 186). Ἀνάμεσα δὲ στὶς προτάσεις του πρὸς τοὺς ὀρθοδόξους καθηγητὲς καὶ τοὺς πιθανὸν παρόντας φοιτητὲς τῶν Θεολογικῶν Σχολῶν περιέλαβε καὶ τὰ ἑξῆς: «Εἶναι πολὺ σημαντικὴ ἡ προσπάθεια ποὺ καταβάλλεται γιὰ τὴν ἀποκρυπτογράφηση τῶν ἱερῶν συμβόλων τῶν ἄλλων θρησκειῶν καὶ τὴν κριτικὴ ἐπιλογὴ τοῦ οὐσιαστικοῦ μηνύματός τους, καὶ θὰ πρέπει ὅλα αὐτὰ τὰ νέα στοιχεῖα νὰ ἀξιοποιηθοῦν ἀπὸ τὴ θεολογικὴ σκέψη μὲ τρόπο δημιουργικὸ» (σ. 186).
Ἔστω κι ἂν λέει, ποὺ καὶ πού, ὅτι ὅλα δὲν εἶναι ὅμοια (σ. 186), ἡ ὑψηλὴ θέση ποῦ ἀπονέμει στὰ διάφορα θρησκεύματα, στὶς «ἐμπνεύσεις», στὶς «μεγαλειώδεις συλλήψεις», στὰ «Ἱερὰ σύμβολά» τους (ποιὰ εἶναι αὐτά; ἡ ἡμισέληνος, ὁ λωτός, ἡ ἑβραϊκὴ πεντάλφα, τὰ ἰνδιάνικα τοτέμ;) καὶ στὶς «ἐμπειρίες» τους, τὸ λιγότερο δημιουργεῖ στοὺς ἀναγνῶστες τοῦ προβληματισμοὺς κι ἀμφιβολίες γιὰ τὴ μοναδικότητα τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως, ἀνεπίτρεπτους συνειρμοὺς καὶ ἀνίερες συμπάθειες στὶς παντοειδεῖς πνευματικότητες, ἐνῶ τοὺς τολμηρότερους τοὺς ὁδηγεῖ σὲ ἔμπρακτους συμφυρμούς, οἰκουμενι(στὶ)κοὺς διάλογους καὶ ἐπικίνδυνους συγκρητισμούς.
Πρὶν προχωρήσουμε θὰ θέλαμε νὰ παραθέσουμε ὅσα γράφει σχετικὰ μὲ τὴ διάκριση θρησκείας - Ὀρθοδόξου λατρείας ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης σχολιάζοντας τὸν Ἀναβαθμὸ τοῦ γ' ἤχου, «Ἁγίω Πνεύματι... λατρεὺ-σωμεν Θεὸς γὰρ ὡς Πατρὶ τὲ καὶ Λόγω». Γράφει λοιπόν: «Προσφυῶς δὲ εἶπεν ὁ μελωδός, ὄχι νὰ θρησκεύσωμεν ἢ νὰ σεβασθῶμεν, ἀλλὰ νὰ λατρεύσωμεν τὸ ἅγιον Πνεῦμα ὡς Θεόν. Ἡ μὲν γὰρ θρησκεία καὶ τὸ σέβας ἐλέγετο καὶ εἰς ψευδωνύμους θεοὺς τῶν Ἑλλήνων. Ὅθεν εἶπεν ὁ θεολόγος Γρηγόριος ἐν τοῖς παχυμερέσιν ὄροις "Θρησκείαν οἶδα καὶ τὸ δαιμόνων σέβας, ἢ δ' εὐσέβεια προσκύνησις Τριάδος". Ἡ δὲ λατρεία κυρίως ἀποδίδοται εἰς μόνον τὸν ἀληθῆ Θεὸν καὶ οὐχὶ εἰς τὰ κτίσματα»6.
Ἂς δοῦμε τώρα τὸ ἰδεολογικὸ ὑπόβαθρο καὶ τὸ βασικὸ ἐργαλεῖο τῶν θρησκειολογικῶν ἀναλύσεων τοῦ συγγραφέως μὲ τὶς ὁποῖες προσπαθεῖ νὰ διασπείρει στὸν ἑλλαδικὸ καὶ διεθνῆ χῶρο τὶς ἀπόψεις του.
2. Ἡ θεωρία της «μὴ ἀποκλειστικότητος».
Σύμφωνα μ' αὐτὴ τὴ θεωρία, ἡ περὶ τοῦ Χριστοῦ θεολογία δὲν πρέπει νὰ περιγράφει ἕνα «ἀποκλειστικὸ» Χριστό, ἕναν δήλ. Χριστὸ ποὺ ἀποκλείει ὅλους τους ἄλλους ἀρχηγοὺς τῶν θρησκειῶν. Μπορεῖ ὁ Χριστὸς νὰ εἶναι «μοναδικός», ὅπως κάθε πρόσωπο, ἀλλὰ δὲν εἶναι «ἀποκλειστικὸς» σωτήρας, «ἀποκλειστικὴ» ὁδός. Παραθέτουμε τὸ σχετικὸ ἀπόσπασμα γιὰ νὰ φανεῖ ὅτι δὲν ἀδικοῦμε τὸν Ἀρχιεπίσκοπο Ἀλβανίας: «Στὴ Δυτικὴ Χριστιανοσύνη σὲ πολλὲς περιπτώσεις κατὰ τοὺς τελευταίους τέσσερεις αἰῶνες, ἡ βαθειὰ πίστη στὴ μοναδικότητα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ τονίσθηκε ὡς "ἀποκλειστικότητα". Μερικοὶ στίχοι τῆς Καινῆς Διαθήκης (ὅπως: "οὐδεὶς ἔρχεται πρὸς τὸν πατέρα εἰμὴ δὶ' ἐμοῦ", Ἰω.14, 6, καὶ "οὐκ ἔστιν ἐν ἄλλω οὐδενὶ ἡ σωτηρία", Πράξ. 4, 12) ἀπομονώθηκαν ἀπὸ τὸ πλαίσιό τους καὶ χρησιμοποιήθηκαν σὰν φρούριο γιὰ μία Χριστολογία τῆς "ἀποκλειστικότητος"» (Παγκοσμιότητα καὶ Ὀρθοδοξία, σ. 196). Ἡ φράση «σὰν φρούριο γιὰ μία Χριστολογία τῆς ἀποκλειστικότητος» θὰ ἦταν πιὸ ὁλοκληρωμένη ἂν διατυπωνόταν ὡς ἑξῆς: «σὰν φρούριο γιὰ μία Χριστολογία τῆς ἀποκλειστικότητος τῆς σωτηρίας» ἢ τῆς «θεογνωσίας». Ὅμως οἱ διατυπώσεις τοῦ συγγραφέως εἶναι πολὺ προσεκτικὲς στὴν προσπάθειά του νὰ κρατήσει τὶς διατυπούμενες ἰδέες του στὸ «ἀπυρόβλητο».
3. Ἡ ἀποκλειστικότητα τῆς Ὁδοῦ ἐφεύρημα τῆς δυτικῆς «Θεολογίας»;
   Τί μᾶς διδάσκει μὲ ὅσα γράφει ὁ συγγραφέας; Ὅτι εἶναι δῆθεν δυτικὴ θεολογικὴ ἀπόκλιση ἡ διδασκαλία ὅτι μόνο ἐν τῷ Χριστῷ καὶ μόνο διὰ τοῦ Χριστοῦ ὑπάρχει σωτηρία καὶ ὅτι αὐτὸς εἶναι ἡ μοναδικὴ Ὁδὸς πρὸς τὸν Πατέρα. Μᾶς λέγει ὅτι αὐτὸ ἀποτελεῖ μία Χριστολογία τῆς «ἀποκλειστικότητος»! Οἱ ἀπόψεις αὐτὲς χρειάζονται ἄραγε ἀντίκρουση; Κατ' ἀρχὰς φαίνεται πὼς ὄχι, ἀφοῦ μὲ τὴν πρώτη κιόλας ματιὰ καταλαβαίνει κανεὶς τὸ ἀσυμβίβαστό τους μὲ τὴν ὀρθόδοξη πίστη, τὸ ἀδιανόητό τους γιὰ τὴν ὀρθόδοξη συνείδηση. Δυστυχῶς ὅμως, ὅπως φαίνεται, ἡ Ν. Ἐποχὴ βαδίζει πρὸς τὸ κέντρο τῶν μέχρι τώρα περιφερειακῶν ἀντιπαραθέσεών της στὴν Ἀλήθεια, πρὸς ἀμφισβήτηση δήλ. τῆς μοναδικότητος τῆς σωτηρίας ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ. Παράλληλα τὸ κέντρο αὐτό, τὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, εἶναι τὸ «κέντρο» ποὺ ὅσο κι ἂν τὸ λακτίζεις παραμένει σταθερό, ἀλώβητο ἐμπηγνύμενο στὴν καρδιὰ τῆς ἀποστασίας τῶν ἐσχάτων μας χρόνων, νικώντας τὸν κόσμο, ἐνθαρρύνοντας, ἐνισχύοντας, ἀλείφοντας τοὺς Χριστιανοὺς στὴν πάλη μὲ τὸ «θηρίο». Κατὰ τὴν ἐπίθεση αὐτὴ τῆς Ν. Ἐποχῆς μία βίαιη διαθρησκειακὴ ὀσμὴ διαχέεται στὸν εὐρύτερο κοινωνικὸ χῶρο μολύνοντας ἐπικίνδυνα τὰ αἰσθητήριά μας. Λόγω ἀκριβῶς τῶν συγκυριῶν αὐτῶν εἴμαστε ὑποχρεωμένοι ν' ἀπαντήσουμε σ' ὅσα λέγει ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀλβανίας.
Εἶναι ἀνακριβὲς τὸ λεχθὲν ὅτι τὰ σχετικὰ χωρία ἀπομονώνονται ἀπὸ τὴ συνάφειά τους. Ἰδοὺ π.χ. τὸ πλαίσιο τοῦ ἐδαφίου Ἰωάν. 14, 6: Ὁ Κύριος ἠμῶν Ἰησοῦς Χριστὸς ἔχει παραδώσει τὸ Μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας στοὺς Ἀποστόλους, ἔχει νίψει τὰ πόδια τους, τοὺς ἔχει διδάξει τὴν ἐντολὴ τῆς ἀγάπης. Ἀκολουθεῖ τὸ ἐρώτημα τοῦ Ἀποστόλου Θωμά: «Κύριε, οὐκ οἴδαμεν ποὺ ὑπάγεις, καὶ πῶς δυνάμεθα τὴν ὁδὸν εἰδέναι;» καὶ ἡ ἀπάντηση τοῦ Κυρίου: «ἐγὼ εἰμὶ ἡ ὁδὸς καὶ ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ ζωή, οὐδεὶς ἔρχεται πρὸς τὸν πατέρα εἰ μὴ δὶ' ἐμοῦ» (Ἰω. 14, 6). Ἡ συνέχεια δὲν ἀφήνει περιθώρια παρερμηνείας: «εἰ ἐγνώκειτε μὲ καὶ τὸν πατέρα μου ἐγνώκειτε ἂν» (Ἰω. 14, 7), δήλ. «ἂν μὲ γνωρίζατε θὰ γνωρίζατε καὶ τὸν πατέρα μου». Τὸ τελικὸ ὅμως χτύπημα σὲ κάθε ἀπόπειρα μειώσεως τοῦ προσώπου τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἡ ἀπάντηση τοῦ Κυρίου στὸ αἴτημα τοῦ Ἀποστόλου Φιλίππου, «δεῖξον ἠμὶν τὸν πατέρα»: «ὁ ἐωρακῶς ἐμὲ ἐώρακε τὸν πατέρα... ἐγὼ ἐν τῷ πατρὶ καὶ ὁ πατὴρ ἐν ἐμοὶ ἐστὶ» (Ἰω. 8-10).
Δὲν ὑπάρχει λοιπὸν ἀπομόνωση χωρίων ἀπὸ τὸ πλαίσιό τους. Ὁ Χριστὸς ὄχι μόνο εἶναι ἡ μοναδική, ἀποκλειστικὴ Ὁδὸς πρὸς τὸν Πατέρα, ἀλλὰ εἶναι ἕνα μὲ τὸν Πατέρα καὶ τὸ ἅγιο Πνεῦμα, εἶναι ἡ Ἀλήθεια καὶ ἡ Ζωή. Ἐκτὸς αὐτοῦ ὅλο τὸ σῶμα Καινῆς καὶ Παλαιᾶς Διαθήκης βοᾶ γιὰ τὴ μοναδικότητα καὶ ἀποκλειστικότητα τῆς ἐν Χριστῷ σωτηρίας.
Ἀλλὰ καὶ oι ἅγιοι Πατέρες μὲ παρόμοιο τρόπο ἑρμηνεύουν τὰ ἐδάφια αὐτά. Ἀντὶ ἄλλων παραθέτουμε τὴν ἑρμηνεία τοῦ ἁγίου Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας στὸ χωρίο Ἰωάν. 14, 6 ἀπὸ τὸ Ὑπόμνημά του στὸ κατὰ Ἰωάννην Εὐαγγέλιο: «Οὐδεὶς ἔρχεται πρὸς τὸν πατέρα, εἰμὴ δὶ' ἐμοῦ, δεικνὺς ἐντεῦθεν, ὡς εἶπερ τὶς βούλοιτο τὴν ὁδὸν εἰδέναι, δὶ' ἢς ἂν ἴη πρὸς ζωὴν τὴν αἰώνιον, φιλονεικήσει δὴ πάντως εἰδέναι Χριστόν. Ἐπειδὴ δὲ ἢν τινὰς εἰκὸς Ἰουδαϊκὴν τινὰ μᾶλλον ἤγουν εὐαγγελικὴν ἐπιτηδεύοντας παίδευσιν, ἑξαρκεῖν οἴεσθαι πρὸς τὸ πιστεύειν ὀρθῶς τὴν εἰς ἕνα τῶν ὅλων Θεὸν ὁμολογίαν τὲ καὶ γνῶσιν, μὴ μὴν ἐπείγεσθαι μαθεῖν τὸν περὶ τῆς ἁγίας καὶ ὁμοουσίου Τριάδος λόγον, ἀναγκαίως ἀποκλείει τρόπον τινὰ Χριστὸς καὶ τοῖς οὕτω δοξάζουσι τὴν περὶ τοῦ Θεοῦ γνῶσιν, εἰ μὴ καὶ αὐτὸν βούλοιντο παραδέχεσθαι. Δία γὰρ Υἱοῦ προσιτέον τῷ Θεῶ καὶ Πατρί». Δηλαδή: «Λέγει ὁ Χριστός: Οὐδεὶς ἔρχεται πρὸς τὸν πατέρα εἰμὴ δὶ' ἐμοῦ, δείχνοντας μ' αὐτὸ ὅτι ἂν κάποιος θέλει νὰ γνωρίσει τὴν ὁδὸ διὰ τῆς ὁποίας θὰ ἔλθει πρὸς τὴν αἰώνιον ζωὴν θὰ ἀγωνισθεῖ ἐπίμονα νὰ γνωρίσει τὸν Χριστό. Κι ἐπειδὴ ἦταν συνηθισμένο κάποιοι νὰ ἀσχολοῦνται περισσότερο μὲ τὴν Ἰουδαϊκὴ παιδεία παρὰ μὲ τὴν εὐαγγελική, νομίζοντας ὅτι ἀρκεῖ, γιὰ νὰ πιστεύει κάποιος ὀρθά, ἡ γνώση καὶ ἡ ὁμολογία πίστεως στὸν ἕνα Θεὸ τῶν ὅλων, καὶ δὲν ἐπείγοντο νὰ μάθουν τὴν περὶ τῆς Ἁγίας καὶ ὁμοουσίου Τριάδος διδασκαλία, ἀναγκαία ἀποκλείει τρόπον τινὰ ὁ Χριστὸς τὴ γνώση τοῦ Θεοῦ σ' αὐτοὺς ποὺ φρονοῦν ἔτσι, ἂν δήλ. δὲν παρεδέχοντο καὶ Αὐτὸν κι αὐτὸ γιατί μόνο διὰ τοῦ Υἱοῦ μπορεῖ κανεὶς νὰ πλησιάσει τὸν Θεὸ καὶ Πατέρα».
Δὲν εἶναι λοιπὸν δυτικὴ παρέκκλιση ἡ σωτήρια αὐτὴ διδασκαλία. Οἱ ἅγιοι Πατέρες διδάσκουν τὴν ἀποκλειστικότητα τοῦ Χριστοῦ, ὡς μοναδικῆς ὁδοῦ θεογνωσίας. Ὅποιος θέλει νὰ εἰσέλθει στὴν αἰώνιο ζωή, θὰ ἀγωνισθεῖ ἐπίμονα, ἀσκητικά, ἡσυχαστικὰ γιὰ νὰ γνωρίσει, νὰ κοινωνήσει μὲ τὸν Χριστὸ καὶ δὶ' Αὐτοῦ μὲ τὸν Τριαδικὸ Θεό. Ἡ Ἰουδαϊκὴ καὶ κατ' ἐπέκταση ἡ Ἰσλαμικὴ πίστη στὸν ἕνα Θεό, ἡ μονοθεϊστικὴ «πενία», ὅπως ἀντίστοιχα καὶ ἡ πολυθεΐα δὲν ὁδηγεῖ στὴ γνώση τοῦ Θεοῦ οὔτε καν σὲ ἀτελῆ γνώση «ἢ φωτισμό», ἂν βεβαίως ὡς γνώση —καὶ θέλει ἰδιαίτερη προσοχὴ αὐτὸ— ἐννοοῦμε τὴν ὀρθὴ διδασκαλία, τὴν ὀρθὴ ἔννοια περὶ Θεοῦ καὶ τὴ μετὰ τοῦ Θεοῦ κοινωνία7.

5. Ὅλες οἱ ἀραιώσεις-ὑπογραμμίσεις στὰ ἀποσπάσματα τοῦ βιβλίου τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀλβανίας εἶναι δικές μας.
6. Ὁσίου Νικόδημου τοῦ Ἁγιορείτου, Νέα Κλίαξ, ἔκδοσις Ἁγιορείτικης Βιβλιοθήκης, σ. 134-135.
7. Εἶναι σημαντικὰ ὅσα λέγει ὁ ἅγιος Γρηγέντιος, Ἀρχιεπίσκοπος Αἰθιοπίας διαλεγόμενος μὲ τὸν Ἑβραῖο νομοδιδάσκαλο Ἐρβᾶν: «Σεῖς μὲν οἱ Ἰουδαῖοι μὲ τὸ νὰ ὁμολογῆτε τὴν Θεότητα μονωτάτην, εἰς τὴν ἁπλότητα καὶ εἰς τὴν ἑνότητα ταύτης, τὴν ἀπορίαν καὶ τὴν πτωχείαν αὐτῆς ἑξαγγέλετε, εὐτελῶς καὶ ἀσθενῶς τὰ περὶ τῆς Θεότητος διατιθέμενοι καὶ ὑποστηρίζοντες· καὶ οἱ ἕλληνες πάλιν προσκυνοῦντες τὰ ἄψυχα εἴδωλα καὶ πολλαπλασιάζοντες τὴν Θεότητα, ἤγουν αὐξάνοντες εἰς ἀριθμόν, ἐξ ἀνάγκης ἀφοσιούμενοι εἰς πολλοὺς Θεούς, οἵτινες ἐναντιοῦνται ὁ ἕνας πρὸς τὸν ἄλλον, εἰς τὴν ἀπάτην τῆς εἰδωλολατρίας κυλίονται. Ἠμεῖς δὲ οἱ Χριστιανοί, τριαδικὴν τὴν Θεότητα πιστεύοντες, ὑπέρμετρον αὐτὴν εἰς πλοῦτον καὶ δύναμιν κηρύττομεν, ἕνα Θεὸν τὸ τριαδικὸν κράτος ὁμολογοῦντες, καὶ τὴν ἰδικὴν σᾶς πτωχοθείαν καὶ ἐκείνων τὴν πολυθεΐαν ἐξ ἴσου ἀποκρούοντες, διαφεύγομεν».(Διάλογος· τοῦ ἐν ἁγίοις Πατρὸς ἠμῶν Γρηγεντίου Ἀρχιεπισκόπου Αἰθιοπίας μετὰ τοῦ Ἑβραίου νομοδιδασκάλου Ἐρβᾶν, Ἐκδόσεις Β. Ρηγόπουλου, Θεσσαλονίκη σελ.23).

 Αντιαιρετικόν Ἐγκόλπιον    www.egolpion.com
6  ΙΟΥΛΙΟΥ  2012
(Το 1ο μέρος  μπορείτε να το διαβάσετε και εδώ)

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Τα σχόλιά σας είναι ευπρόσδεκτα όταν διατυπώνονται με ευπρέπεια και ευγένεια.