Δευτέρα, 6 Φεβρουαρίου 2012

Ένα μικρό "αφιέρωμα" στους νεο- Οθωμανιστές και στους Ευρωλιγούρηδες





"...Πέρα από το χαράτσι υπήρχε η φορολογία γιδοπροβάτων, η δεκάτη των ζώων, η δεκάτη των ψαριών, το τέλος βοσκής, το τέλος σφαγίων, τα άσπρα διοδίων, το τέλος πανηγύρεων, το τέλος κουράς, το τέλος θηρίων ή χοίρων, το τέλος δαπανών διαμονής-διέλευσης του στρατού, το αντίτιμο τροφοδοσίας του μετακινούμενου στρατού, το αντίτιμο αγοράς και ο καπνικός φόρος για τους εργένηδες, Ανάμεσα στους τόσους φόρους υπήρχε και το παράβολο του γάμου, γκερντέκ χαρτζί, που υποχρεωνόταν ο μελλόνυμφος ραγιάς να δώσει στον τιμαριούχο, επιβίωση της φεουδαρχικής συνήθειας να εισπράττουν οι φεουδάρχες από τους δουλοπάροικους έναντι του δικαιώματος της πρώτης νύχτας του γάμου ένα ποσό. Στην Πελοπόννησο υπήρχε, πέρα από τον κεφαλικό φόρο η δεκάτη μεταξιού, τα τέλη μουριάς, τα τέλη πώλησης μεταξιού, η φορολογία των κηρήθρων, τα τέλη ψαροτόπων, τα λιμενικά τέλη, ο φόρος ναυσιπλοΐας, τα τέλη πώλησης μελιού και λαδιού, τα τέλη για εισαγωγή τροφίμων, τα τέλη για εισαγωγή και κατανάλωση καφέ, τα τέλη για ίδρυση συνοικισμού σε κενή έκταση ενός χωριού, ο φόρος καλλιέργειας ρυζιού, τα τέλη εκτροφής κυνηγετικών πουλιών και άλλα..."

Εισαγωγικό  σχόλιο  του "Ο.Π"


Δεν έχουν περάσει  4 μήνες απο  τότε που  ο πανεπιστημιακός  κ. Δ. Κιτσίκης σε κείμενό του   δημοσιοποιούσε  την "χαρά" του  που επιτέλους  το  όνειρό  του  για μία "επαναδελφοποίηση"  της Ελλάδας και της Τουρκίας  θα πραγματοποιηθεί  με τη μορφή μιας συνομοσπονδίας  αφού όπως  λέει  "Την Ελλάδα που θα αποκοπεί από την Ε.Ε. μπορεί να την σώσει μόνο η Τουρκία.".
Δεν  είναι μόνο η Δραγώνα  , η Ρεπούση , ο Βερέμης  και  το  ντόπιο τηλεοπτικό παραμάγαζο του Soros , που μαζί με τον  Παπανδρέου  μας  έδειχναν τον δρόμο   του "Νέου πατριωτισμού", δηλαδή  εκείνου που όπως είπε  ο  δωσίλογος τέως  πρωθυπουργός  "δεν θα έχει ανάγκη  την ιστορία και τα σύμβολα", αλλά  και μερικοί  που  μεταμφιέστηκαν  σε αριστεροδέξιους  -"ορθόδοξους"  και που μιλώντας  για  μια  "παγκόσμια  θρησκεία"  μας  "ξεπλένουν" τα μυαλά  με το  "τρελό νερό"  για το οποίο  μίλησε κάποτε  σοφά και προφητικά  ο κυρ- Φώτης ο Κόντογλου.
Ένας απο αυτούς  είναι  και ο πανεπιστημιακός που προαναφέραμε  για χάρη του οποίου μάλιστα   υπάρχει και ομώνυμο "ίδρυμα" (βλ. εδώ ) και ο οποίος  βρήκε  την ώρα  να μας  ξαναπεί  ότι:
 "...Πλέον η ιστορική μέρα της ανακήρυξης της ανεξαρτησίας από τους Οθωμανούς η 25 Μαρτίου 1821, αξιολογείται περισσότερο ως αρχή κατάρρευσης και όχι ως αρχή ελευθερίας..."
Σε αυτόν, τους ομοίους του, σε κάθε  ευρωλιγούρη   "yes-man" και σε όλους τους  εραστές του  λεβαντινοραγιαδισμού αφιερώνουμε  το παρακάτω   εξαιρετικό  και άκρως αποκαλυπτικό  κείμενο  που  αλιεύσαμε απο την ιστοσελίδα www.portaaurea.gr :


Η Τουρκοκρατία του Νεο-οθωμανισμού.
Σχόλιο στο πρώτο επεισόδιο της σειράς του «ΣΚΑΪ» για το 1821.


Η αναφορά σε λεπτά και δευτερόλεπτα εντός παρενθέσεων (λ:δλ) αφορά στο αποθηκευμένο βίντεο της εκπομπής στον ιστότοπο του τηλεοπτικού σταθμού.




Ο παρουσιαστής της εκπομπής, Πέτρος Τατσόπουλος, στο τέταρτο λεπτό της εκπομπής απορεί (4:00) που οι σύγχρονοι Έλληνες νομίζουμε ότι μετά από 400 χρόνια σκλαβιάς οι Έλληνες του 1821 ξύπνησαν και αποφάσισαν να διώξουν τους Τούρκους, και αναρωτιέται «γιατί οι Έλληνες δεν είχαν επαναστατήσει νωρίτερα;». Όμως οι επαναστάσεις είναι δεκάδες πριν από το 1821· σε κάθε ευκαιρία, κι έτσι έχουμε τις εξής επαναστάσεις, μόνο στους δυο πρώτους αιώνες:
Στα 1463 (στην Πελοπόννησο), 1468 (Χιμάρα), 1472 (στον Πόντο), 1479 (Μέσα Μάνη και Πελοπόννησο) 1481 (στο Μυστρά και τη Χιμάρα), 1494-5 (Θεσσαλία-Ήπειρο), 1532 (Πελοπόννησο), 1532-1537 (Χιμάρα) 1565-1567 (Χιμάρα), 1570-2 (Πελοπόννησο και Στερεά), 1570-1576 (Χιμάρα), 1578 (Κύπρο), 1582 (Μάνη), 1585 (Ακαρνανία και Ήπειρο), 1581-1590 και 1596 (Χιμάρα), 1600, 1611 (Ήπειρο και Δ. Θεσσαλία), 1612 και 1616 (Μάνη), 1661 (Μάνη), 1686 (Ήπειρο και Στερεά). Οι επαναστάσεις αυτές δεν αναφέρονται καν.


«Πιο σαφή απόδειξη ενός «εθνικού» αγώνα αποτελεί το γεγονός ότι κάθε ευρωπαϊκό κράτος που σχεδιάζει ή επιχειρεί μία σύγκρουση με την Οθωμανική Αυτοκρατορία βρίσκει συμμάχους στον ελληνικό κόσμο» (Ζ. Νταλέγκρ, Έλληνες και Οθωμανοί 1453-1923, σ. 257). «Είναι γεγονός ότι σημαντικό τμήμα του ελληνορθόδοξου κόσμου έπαιρνε μέρος, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, σε πολλές και ποικίλες αντιτουρκικές εκδηλώσεις και πρωτοβουλίες (…) Η ανάμιξη μεγάλων ανθρώπινων ομάδων [σε αντιτουρκικές εξεγέρσεις] είναι τεκμηριωμένη σε ορισμένα τουλάχιστον από τα σοβαρά κινήματα του 16ου και των αρχών του 17ου αιώνα· είναι επίσης αναμφισβήτητη και στις εξεγέρσεις του δεύτερου μισού του 18ο αιώνα» (Ι.Κ Χασιώτη, Μεταξύ Οθωμανικής κυριαρχίας και ευρωπαϊκής πρόκλησης, Ο ελληνικός κόσμος στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, σσ. 114, 164). Μετά την ήττα των Τούρκων στη Ναύπακτο το 1571, διαβάζουμε στο χρονικό του Γαλαξιδίου ότι «Ήρθασι γουν πολλοί Μωραΐτες μέσα στο Γαλαξίδι, και μέσα στην εκκλησία του Αγίου Παντελεήμονος εκάμασι με τους Γαλαξιδιώτες τες συμφωνίες με όρκο για να σηκωθούνε την ίδια ημέρα· και οι Λιδωρικιώτες το επαραδεχθήκασι και οι Σαλονίτες, όσοι ήρθασι κρυφά στο Γαλαξίδι, και εμείνασι σύμφωνοι πως άλλοι της στεριάς και άλλοι του πελάγου να βαρέσουσι τους Τούρκους λέγοντες: ή να πεθάνωμε ή να ξεσκλαβωθούμε· και όποιος μετανιώση ή προδώση αυτά που είπαμε να μην ιδή Θεού πρόσωπο. Και εβάλασιν όλοι τα χέρια απάνου στες εικόνες και επήκασι φοβερόν όρκον… εσκοτωθήκασι γουν, με χίλια βασανιστήρια οι άλλοι ογδοήντα, οι πρώτοι κεφαλάδες και τα ανδρειότερα παλληκάρια, με απιστιά μεγάλη· ακούσατε· 22 Γαλαξιδιώτες, 3 Βουνοχωρίτες… όλοι για την πατρίδα και την θρησκεία». Στα καλά οθωμανικά χρόνια του 15ου και 16ου αιώνα, όταν υποτίθεται ότι δεν υπήρχε λόγος για αντιοθωμανική εξέγερση, οι λόγιοι Ανδρόνικος Κάλλιστος, Βησσαρίωνας, Μιχαήλ Αποστόλης, Ιωάννης Γεμιστός, Ιωάννης Ατζαγιώλης, Ιανός Λάσκαρις, Μάρκος Μουσούρος, μητροπολίτης Τιμόθεος, Κύπρου Χριστόδουλος, Αχρίδας Αθανάσιος και Αχρίδας Ιωακείμ και άλλοι ζητούσαν την επέμβαση των Δυτικών ώστε να εκδιωχθούν οι Τούρκοι και να απελευθερωθεί η Ελλάδα, όπως οι ίδιοι την ανέφεραν, όπως και οι πατριάρχες Μητροφάνης Γ’, Θεόληπτος Β’, Ιερεμίας Β’, Νεόφυτος Β’, Τιμόθεος Α’, Σεραφείμ Β’, ενώ την ίδια εποχή ο Μονεμβασίας Μητροφάνης, Μονεμβασίας Μακάριος, Παλαιών Πατρών Γερμανός Α’ και άλλοι κληρικοί συμμετέχουν στις επαναστάσεις. Ο Λαόνικος Χαλκοκονδύλης, αμέσως μετά την Άλωση, οραματίζεται την ίδρυση ενός νέου ελληνικού βασιλείου. Ο Θ. Ζυγομαλάς γράφει στα 1581 «Δῴη Θεός ποτε ἄνεσιν καὶ ἐλευθερίαν, τήν τε εἰς τὸ ἀρχαῖον ἀποκατάστασιν». Όμως αυτά όλα δεν υποβοηθούν την ιδέα της συνεκμετάλλευσης του Αιγαίου με την Τουρκία ούτε την αποδοχή της ομοσπονδίας στην Κύπρο, γι’ αυτό οι υπεύθυνοι της εκπομπής πολύ καλά έκαναν και τα αποσιώπησαν υποστηρίζοντας λίγο πολύ ότι μέχρι το 1821 οι Έλληνες δεν σκέφτηκαν να αποτινάξουν την «Οθωμανική κυριαρχία» είτε επειδή δεν υπήρχαν Έλληνες είτε επειδή οι Έλληνες δεν είχαν λόγο για εξέγερση.
Ο επίκουρος καθηγητής Ιάκωβος Μιχαηλίδης στο όγδοο λεπτό της εκπομπής (8:05) αμφισβητεί «την απέραντη σκλαβιά και τον πόνο» που πιστεύουμε ότι υπήρχε κατά την Τουρκοκρατία. Δεν θα είχε παρά να συμβουλευτεί τα δεκάδες δημοτικά τραγούδια που αναφέρονται στους Τούρκους και την πολιτεία τους, για να βεβαιωθεί ότι τα πράγματα όντως ήταν έτσι. Ο περιηγητής Curipeschitz περιγράφει στα 1530 με πολύ ζωηρά χρώματα τις καταπιέσεις και τα φορολογικά βάρη των Ελλήνων της Θράκης, που δεν κάνουν τίποτε άλλο παρά να κλαίνε την μοίρα τους αλλά επειδή αυτό ακούγεται ρητορικό και υπερβολικό ορισμένοι θα πουν ότι δεν υπήρχε καταπίεση. Επίσης αμφισβητείται ότι οι Έλληνες επί τετρακόσια χρόνια περίμεναν την στιγμή της απελευθέρωσης. Όμως, ήδη από την πρώτη στιγμή της κατάκτησης, οι θρύλοι, οι θρήνοι και οι προσδοκίες είτε σε επέμβαση καταρχήν των Βενετών και άλλων Δυτικών και έπειτα άλλων Δυνάμεων, ήταν ένα γεγονός. Αν οι ραγιάδες περνούσαν τόσο καλά τουλάχιστον κατά τους δυο πρώτους αιώνες της Τουρκοκρατίας, τότε δεν θα δημιουργούνταν, στο παραπάνω διάστημα, θρήνοι για την υποδούλωση της Θεσσαλονίκης, της Τραπεζούντας, της Πάρου, της Ρόδου, της Κύπρου, της Κρήτης, του Ναυπλίου και της Μεθώνης ούτε για το παιδομάζωμα και τους εξισλαμισμούς, και το σπουδαιότερο δεν θα διατηρούνταν στη συλλογική μνήμη έως το 19ο αιώνα. Το τι γινόταν στους δυο πρώτους αιώνες «οθωμανικής κυριαρχίας» καταλαβαίνουμε από διάφορες επιστολές του 15ου και 16ου αιώνα. Σε επιστολή των Ελλήνων των μικρασιατικών παραλίων, το 1456 απευθυνόμενη στους ιππότες της Ρόδου διαβάζουμε: «Ημείς…έχωμεν αγανάκτησιν από τον Τούρκον, και παίρνουν τα παιδία μας και κάμνουν τα μουσουλμάνους…». Σε επιστολή του μητροπολίτη της τουρκοκρατούμενης Ρόδου στα 1528 διαβάζουμε «Δεν μπορούμε να υπομείνουμε πια περισσότερο χρόνο την έσχατη σκλαβιά και την αθλιότητα, μέσα στην οποία βρισκόμαστε· δεν μπορούμε πια να ανεχθούμε να βλέπουμε τις σκληρότατες περιφρονήσεις που κάθε μέρα γίνονται σε βάρος αυτού του δυστυχισμένου και αξιοδάκρυτου λαού». Ο Θ. Ζυγομαλάς γράφει προς τον Κρούσιο στα 1581: «…οἱ δέ, δουλείᾳ διακαρτεροῦσιν αἰσχρᾶ. Αἱ γυναῖκες ἐν ἀτιμίᾳ τῶν παίδων…ἐπιχαίρουσιν οἱ βάρβαροι τῇ ἀπωλείᾳ ἡμῶν…Τὰ νέφη δὲ τῶν ἐπισυμβαινόντων καθ’ ἡμέραν συμφορῶν…». Τον Φεβρουάριο του 1581 με επιστολή τους προς τον πάπα Γρηγόριο ΙΓ’ οι Χιμαριώτες ζητούσαν την επέμβαση των χριστιανικών δυνάμεων για να σώσουν τα παιδιά της Ελλάδος: «να λυτρώσεις ημάς και τα παιδιά μας όλης της Γρέτζιας, όπου καθημερινώς τα παίρνουν οι ασεβείς και τα κάνουν τουρκόπουλα». Στα τέλη του 16ου αιώνα σε μια έκκληση κατοίκων της Βόρειας Ελλάδας προς τον πάπα Κλήμη Η’ αναφέρεται «…ο του Χριστού λαός, ο Θετταλίας, Ηπείρου τε και Μακεδονίας και σύμπασα εφεξής η Ελλάς και μυρίους υπέρ της πίστεως θανάτους υποστήσεται…». «Έμαθα», γράφει στα 1579 ο εκπρόσωπος του Δόγη της Βενετίας στην Πόλη «…ότι οι χριστιανοί υπήκοοι Οθωμανοί τόσον εκείνης της χώρας ευρίσκονται τώρα εις εσχάτην απόγνωσιν και ανέκφραστον λύπην, διότι εις διάστημα 25 ημερών υπέστησαν όλας αυτάς τας ανυποφόρους επιβαρύνσεις, ήτοι να καταβάλουν το συνηθισμένον «χαράτσι», να πληρώνουν την αγγαρείαν, που ονομάζεται «αβαρίτς», δια τον εξοπλισμόν των γαλερών, να δώσουν τα παιδιά των, ίνα τα κάμουν αζαμογλάνια, να δώσουν αδιακρίτως κατοικίαν και τροφήν εις τους σπαχήδες, που συναθροίζονται δια τον κατά της Περσίας πόλεμον, και τέλος να απογυμνωθούν από τους σπαχήδες και από το ολίγον εκείνο που τους απέμεινεν εις τα χωρία των, τα οποία είναι πτωχά· και πληρώνουν τους σπαχήδες οι κάτοικοι με ό,τι έχουν και με το αίμα των ακόμη!». Στη Θεσσαλονίκη καίγονται στην πυρά οι Νεομάρτυρες Μιχαήλ από τα Άγραφα στα 1544, ο Κύριλλος στα 1566, ενώ εξαιτίας της ήττας των Τούρκων στην Ναύπακτο καίγεται στην πυρά στα 1571 ο μητροπολίτης της Θεσσαλονίκης.


Ο καθηγητής Θάνος Βερέμης, στο όγδοο λεπτό της εκπομπής (8:42), θεωρεί αστείο να μιλάμε για σκοτάδι τετρακοσίων ετών. Θεωρεί, δηλαδή, αστείο την τρομακτική μείωση του χριστιανικού πληθυσμού λόγω του μουσουλμανικού εποικισμού, τον εξισλαμισμό των κυριότερων βαλκανικών και μικρασιατικών πόλεων, την πτώση του βιοτικού και πνευματικού επιπέδου των χριστιανών, τις «ρατσιστικές» διακρίσεις κατά των χριστιανικών πληθυσμών, την απώλεια της ανεξαρτησίας τους. Ο παρουσιαστής στο ένατο λεπτό της εκπομπής (9:01) υποστηρίζει ότι η εικόνα που έχουμε σχηματίσει για την Οθωμανική Αυτοκρατορία ανταποκρίνεται μόνο στον τελευταίο αιώνα της Τουρκοκρατίας, όταν σε αυτή επικρατούσε βία και ανομία. Υποστηρίζει ότι τον 16ο και 17ο αιώνα «δεν ήταν έτσι» αιτιολογώντας το βάσει της ανάπτυξης του πληθυσμού της Στερεάς Ελλάδας στα πρώτα 100 χρόνια από την οθωμανική κατάκτηση. Με άλλα λόγια ο παρουσιαστής και οι ιστορικοί σύμβουλοι της εκπομπής ισχυρίζονται ότι η μετέπειτα (18ος αι.) διάλυση του οθωμανικού κρατικού μηχανισμού ήταν η αιτία για την απαρχή της καταπίεσης των έως τότε ευημερούντων χριστιανικών πληθυσμών και συνεπώς για την απόφασή τους να επαναστατήσουν. Αλλά η καταπίεση υπήρχε και πριν τον 17ο αιώνα, και ήταν επίσης αφόρητη, ανεξάρτητα από το αν προερχόταν από την κεντρική ή την τοπική οσμανική εξουσία. Ο καθηγητής Τζον Μπίντλιφ στο ενδέκατο λεπτό της εκπομπής (11:26) αναφέρεται στην Pax Ottomanica, κάνει λόγο για χαμηλή φορολογία «και ελευθερία επενδύσεων σε έργα υποδομής» κατά τα πρώτα 150 έτη. Ωστόσο μετά τη φορολογία ενός Χριστιανού και ενός Μουσουλμάνου «στο χριστιανό παρέμενε καθαρό μόνο το 28,5% του εισοδήματός του, ενώ στο μουσουλμάνο το 72%, δηλαδή 2,5 φορές περισσότερο» (Ν. Σαρρή, Οσμανική Πραγματικότητα, τ. 2, σ. 218), και καθώς η ευημερία είναι σχετική ενώ το πλεόνασμα από τα έργα υποδομής κατέληγε στα χέρια όχι των καλλιεργητών αλλά των Οσμανών, δεν υπάρχει λόγος να φανταστούμε ότι η ευημερία αυτή ωφελούσε τους ραγιάδες αντί των Μουσουλμάνων αφεντών τους. Ο Τούρκος ιστορικός Χαλίλ Ιναλτζίκ περιορίζεται να παραδεχτεί ότι στην οθωμανική νομοθεσία «το τμήμα το σχετικό με τη φορολογία εξετάζει χωριστά τους Χριστιανούς από τους Μουσουλμάνους» (Η Οθωμανική Αυτοκρατορία, σ. 129).


Όσο για την αύξηση του πληθυσμού, ήταν αναμενόμενο έπειτα από τις σφαγές των Ελλήνων κατοίκων από τους Τούρκους κατά την κατάκτηση να μειωθεί ο πληθυσμός τόσο ώστε συγκρινόμενος ο πληθυσμός του 15ου αι. με τον πληθυσμό οποιασδήποτε μετέπειτα ειρηνικής περιόδου να είναι έτσι κι αλλιώς λιγότερος, αλλά αυτό προφανώς δεν είναι κατόρθωμα των Οθωμανών, αφού το δικό τους κατόρθωμα ήταν η μείωση του πληθυσμού εξαιτίας της επέλασής τους. Στα 1463, μετά από μια ήττα Βενετών και Ελλήνων στο Εξαμίλι, τα τουρκικά στρατεύματα ξεχύνονται στο εσωτερικό της Πελοποννήσου σφάζοντας, λεηλατώντας και αιχμαλωτίζοντας. Στα 1470 κατά την άλωση της Χαλκίδας γίνονται σφαγές αόπλων ανδρών και γυναικόπαιδων, διατάζεται από το σουλτάνο η εκτέλεση κάθε αιχμαλώτου άνω των 10 ετών και κάθε άντρα· ένας από τους κύριους υπερασπιστές της πόλης πριονίστηκε ζωντανός. Στα 1481 μετά από αποτυχημένη εξέγερση στο Μυστρά οι Οθωμανοί λεηλατούν και καίνε τα χωριά που βρίσκουν μπροστά τους. Στα 1500 με την κατάληψη της Μεθώνης οι άντρες άνω των 10 ετών σφάζονται, σύμφωνα όχι με τα οθωμανικά τεφτέρια τα οποία επικαλείται η εκπομπή, αλλά με τον Βαρβερινό Κώδικα, και τα γυναικόπαιδα πουλιούνται σε διάφορα μέρη της Αυτοκρατορίας. Ότι μετά την λήξη των βενετοτουρκικών πολέμων στον ηπειρωτικό ελλαδικό χώρο επήλθε μια σχετική ηρεμία, με ό,τι αυτό συνεπαγόταν δεν σημαίνει ότι έπαυσε και η καταπίεση. Ανώνυμη πηγή, γύρω στα 1533, κάνει λόγο για τα δεινά των χριστιανών, για τις αβανίες που αποβλέπουν στον εξισλαμισμό τους, για το σκληρό παιδομάζωμα, για την επίδραση και αυτού στον εξισλαμισμό και για τους φόρους που δεν είναι τόσο ελαφροί, γιατί, εκτός από το χαράτσι που είναι ένα δουκάτο και το πληρώνει κάθε άρρενας πάνω από 15 ετών, εκτός από τη δεκάτη στο κρασί και τα 2/15 στα δημητριακά, τους φόρους στα μικρά ζώα κ.λπ., υπάρχουν και οι έκτακτοι, που επιβάλλονται για την ετοιμασία στόλου (αγορά πίσσας, στουπιού, πανιών κ.λπ.) ή για την οργάνωση εκστρατείας, οι αγγαρείες και οι ποικίλες άλλες επιβαρύνσεις, που είναι τόσο βαρύτερες, όσο μακρύτερα από την έδρα του σουλτάνου ζουν οι χριστιανοί. Γενικά η τουρκική τυραννία, γράφει επιγραμματικά ο συντάκτης του υπομνήματος, μεταβάλλει «την μορφή του ανθρώπου, μπορεί να πη κανείς, κάνοντάς τον ν’ αλλάξει την γλώσσα, τους νόμους και τα ήθη και την ψυχή σε σκληρότητα και δίψα του αίματος». Αυτή είναι η κατά τους παρουσιαστές Pax Ottomanica των δυο πρώτων αιώνων «οθωμανικής κυριαρχίας», πριν η τελευταία εκφυλιστεί σε ένα καθεστώς ανομίας εξαιτίας του οποίου οδηγήθηκαν σε επαναστάσεις οι Έλληνες. Παντού όπου καταφθάνουν οι Οθωμανοί, Θεσσαλονίκη, Σέρρες, Κέρκυρα, Κρήτη, Κύπρος διαπράττονται σφαγές και η χώρα ερημώνεται. «Το να ξεπεράσουν τους 20.000 κατοίκους είναι το στοίχημα των μεγάλων πολεοδομικών συγκροτημάτων, όπως η Αδριανούπολη, η Φιλιππούπολη ή η Θεσσαλονίκη» (Ζ. Νταλέγκρ, Έλληνες και Οθωμανοί 1453-1923, σ. 193). Τόση ήταν η πληθυσμιακή άνοδος στους δυο πρώτους, δήθεν «καλούς», οθωμανικούς αιώνες, ώστε 20.000 πληθυσμός να είναι μεγάλο κατόρθωμα. Στη νότια Ελλάδα ενώ τα λιμάνια της Πάτρας, της Κορίνθου, της Ναυπάκτου, της Μεθώνης, της Κορώνης και του Ναυπλίου πριν από την Οθωμανική κατάκτηση έπαιζαν το ρόλο του ενδιάμεσου σταθμού για τους Αγίους Τόπους, «η δραστηριότητά τους καταρρέει ευθύς μόλις περνούν στα χέρια των Οθωμανών» (Ζ. Νταλέγκρ, Έλληνες και Οθωμανοί 1453-1923, σ. 196). Το ότι έπειτα, αυξήθηκε ο πληθυσμός «εξηγείται με τις αντισταθμίσεις που επέφερε ο Οθωμανικός αγροτικός εποικισμός…με τους υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης των πόλεων της Μεσογειακής λεκάνης τον 16ο αιώνα, τις υποχρεωτικές και σκόπιμες μετακινήσεις πληθυσμών που πραγματοποιούσε η Οθωμανική διοίκηση» (Κ. Κύρρη, Τουρκία και Βαλκάνια, σ. 202).


Ο παρουσιαστής στο ενδέκατο λεπτό της εκπομπής (11:52) υποστηρίζει ότι η «άφιξη» (όχι η κατάκτηση) των Οθωμανών ωφέλησε στους αγρότες: Έφερε τέλος στην εκμετάλλευση από τους χριστιανούς γαιοκτήμονες των προηγούμενων αιώνων, καθώς οι παλιές αριστοκρατίες καταργούνται – είναι άγνωστο στον παρουσιαστή ότι τη θέση τους παίρνει η οθωμανική αριστοκρατία και όσοι χριστιανοί αριστοκράτες (πολλοί κατά τον Ιναλτζίκ, Η Οθωμανική Αυτοκρατορία, σ. 200) εξισλαμίζονται και διατηρούν τα κτήματά τους. Ακόμη κι αν δεχτεί κανείς ότι τη στιγμή της κατάκτησης του ελλαδικού χώρου 1380-1460 οι Οθωμανοί φέρθηκαν καλύτερα, αμέσως μετά οι συνεχείς πόλεμοι μεταξύ 1460-1660 και οι εξαιτίας των πολέμων έκτακτες εισφορές αντέστρεψαν την αρχική εντύπωση περί τουρκικής ανεκτικότητας. Ο τούρκος ιστορικός Χαλίλ Ιναλτζίκ υποστηρίζει ότι οι αγρότες των δυο πρώτων αιώνων στην Αυτοκρατορία βρίσκονταν σε καλύτερη θέση από τους δουλοπάροικους της μεσαιωνικής Ευρώπης επειδή στην Οθωμανική Αυτοκρατορία υπήρχε ένα συγκεντρωτικό κράτος το οποίο απέτρεπε τον εκφεουδαλισμό και προστάτευε τους ραγιάδες από την υπερβολική εκμετάλλευσή τους από τους σπαχήδες τιμαριούχους. Ωστόσο διατηρήθηκαν κάποιες φεουδαλικές συνήθειες ενώ δίπλα στην φορολόγηση σύμφωνα με την Σαρία υπήρχε η φορολόγηση σύμφωνα με το έθιμο. Σύμφωνα με τον Κ. Κύρρη «ο χριστιανός ήταν πάντα θύμα της αυθαιρεσίας [των τοπικών Τούρκων αφεντών], που η εξουσία μόνο εντελώς ονομαστικά και τυπικά την περιόριζε» (Τουρκία και Βαλκάνια, σ. 47) ενώ σύμφωνα με τον Ν. Σαρρή «Υπήρχε βέβαια θεωρητική απαγόρευση να χρησιμοποιεί ο σιπαχής το ρεαγιά για προσωπικές του εργασίες. Οι αγγαρείες τέτοιου είδους δεν επιτρέπονταν, όπως και η αποδοχή δώρων σε είδος…αλλά όλα αυτά είναι ευνόητο πως υπήρχαν μόνο στα κείμενα των διαφόρων κανουνναμέδων. Σχεδόν πάντοτε η πραγματικότητα δεν ανταποκρινόταν στη φρασεολογία των κειμένων» (Οσμανική Πραγματικότητα, τ. 2, σ. 96). Άλλωστε, οι εισφορές για έκτακτες περιστάσεις (πλημμύρες, σεισμούς, πόλεμους) στη συνέχεια μονιμοποιήθηκαν. Ο Ιναλτζίκ απαριθμεί αρκετές πρακτικές, όχι μόνο παράνομες αλλά και νόμιμες για τους Οθωμανούς, που δείχνουν πώς περνούσαν οι Ραγιάδες: Αυτοί έπρεπε να χτίσουν την αποθήκη του σπαχή, έπρεπε να κουβαλούν τις δεκάτες του στην αποθήκη ή στο παζάρι, έπρεπε να βοηθάνε στο θέρισμα των λιβαδιών του σπαχή, έπρεπε να του προσφέρουν φιλοξενία για 3 μέρες συντηρώντας αυτόν και το άλογό του, ενώ σε ορισμένα μέρη συνεχίστηκε το έθιμο να δουλεύουν οι χωρικοί για μία με τρεις μέρες στον κλήρο του σπαχή. Επίσης οι σαντζακμπέηδες έμεναν στα σπίτια των αγροτών με πρόσχημα τη διατήρηση της τάξης και ζητούσαν επιπλέον εισφορές (ό.π., σ. 196). Ο Μουσουλμάνος κάτοχος του τιμαρίου «είχε τον απόλυτο έλεγχο των εργασιών που εκτελούσε ο ρεαγιάς. Αν ο τελευταίος σκόπευε να κατασκευάσει ένα σπίτι, κάθε μια πρωτοβουλία σχετική με την ανέγερσή του συνεπαγόταν την προηγούμενη άδεια του σιπαχή. Αν γινόταν αυθαίρετα, ο τελευταίος είχε το δικαίωμα να κατεδαφίσει το οικοδόμημα ή να γκρεμίσει τη στέγη του. Ο ρεαγιάς δεν είχε το δικαίωμα να ανεγείρει μύλο, ούτε να μετατρέψει το χωράφι σε αμπελώνα. Ο σιπαχής, αν ήθελε, μπορούσε να ξεριζώσει το αμπέλι. Μπορούσε να παρεμποδίσει την μετατροπή του βοσκότοπου σε χωράφι» (Σαρρή, Οσμανική Πραγματικότητα, τ. 2, σ. 96). Πέρα από το χαράτσι υπήρχε η φορολογία γιδοπροβάτων, η δεκάτη των ζώων, η δεκάτη των ψαριών, το τέλος βοσκής, το τέλος σφαγίων, τα άσπρα διοδίων, το τέλος πανηγύρεων, το τέλος κουράς, το τέλος θηρίων ή χοίρων, το τέλος δαπανών διαμονής-διέλευσης του στρατού, το αντίτιμο τροφοδοσίας του μετακινούμενου στρατού, το αντίτιμο αγοράς και ο καπνικός φόρος για τους εργένηδες, Ανάμεσα στους τόσους φόρους υπήρχε και το παράβολο του γάμου, γκερντέκ χαρτζί, που υποχρεωνόταν ο μελλόνυμφος ραγιάς να δώσει στον τιμαριούχο, επιβίωση της φεουδαρχικής συνήθειας να εισπράττουν οι φεουδάρχες από τους δουλοπάροικους έναντι του δικαιώματος της πρώτης νύχτας του γάμου ένα ποσό. Στην Πελοπόννησο υπήρχε, πέρα από τον κεφαλικό φόρο η δεκάτη μεταξιού, τα τέλη μουριάς, τα τέλη πώλησης μεταξιού, η φορολογία των κηρήθρων, τα τέλη ψαροτόπων, τα λιμενικά τέλη, ο φόρος ναυσιπλοΐας, τα τέλη πώλησης μελιού και λαδιού, τα τέλη για εισαγωγή τροφίμων, τα τέλη για εισαγωγή και κατανάλωση καφέ, τα τέλη για ίδρυση συνοικισμού σε κενή έκταση ενός χωριού, ο φόρος καλλιέργειας ρυζιού, τα τέλη εκτροφής κυνηγετικών πουλιών και άλλα. Σύμφωνα με τον Κ.Π. Κύρρη «Αν εξαιρέσουμε την Τουρκική ιστοριογραφία το ζήτημα για την ύπαρξη φεουδαρχικού σταδίου στην Οθωμανική κοινωνία γενικά δεν είναι αμφισβητήσιμο» (Τουρκία και Βαλκάνια, σ. 108). Η άποψη ότι η δυτική φεουδαρχική τάξη ήταν κλειστή σε αντίθεση με τους σπαχήδες δεν ευσταθεί. Αρχικά, όπως δείχνει ο Μαρκ Μπλοχ, η τάξη των ευγενών ήταν λίγο-πολύ ανοιχτή και όχι παγιωμένη, και αντίστοιχα ένας Οθωμανός σπαχής στις αρχές του 15ου αιώνα είχε την δυνατότητα ανάδειξης στην ιεραρχία, αλλά «η δυνατότητα αυτή στην πράξη δεν υπάρχει πλέον στον απλό στρατιώτη στα μέσα του 16ου αιώνος…Κατά τον 16ο αιώνα στους Οθωμανούς είχε ήδη διαμορφωθεί η κληρονομική φεουδαρχική αριστοκρατία», όπως και κατά την παγίωση της τάξης των φεουδαρχών στην Δύση μετά το δεύτερο μισό του 12ο αιώνα, παρ’ όλο που «νομοθετικά δεν ήταν κλειστές κάστες και η πρόσβαση σ’ αυτά δεν αποκλειόταν» (Κ. Κύρρης, ό.π., σ. 122-3). Με την οθωμανική κατάκτηση «ούτε οι συνθήκες παραγωγής ούτε εργασίας βελτιώθηκαν. Μάλιστα η αφαίρεση του υπερπροϊόντος από τον καλλιεργητή κυμάνθηκε στην ίδια ποσοστιαία αναλογία με εκείνη που καθιέρωσε το προϊσχύον καθεστώς όπως ήταν το βυζαντινό» (Ν. Σαρρή, Οσμανική πραγματικότητα, τ. 1, σ. 123). Σύμφωνα με τον Τούρκο καθηγητή Φικρέτ Αντανίρ, στο δωδέκατο λεπτό της εκπομπής (12:57) οι Έλληνες δεν έχασαν την ατομική τους ιδιοκτησία υπό την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Ωστόσο, «Χριστιανοί μικροϊδιοκτήτες εξακολούθησαν να υπάρχουν σε άγονες περιοχές, ορεινές ή νησιωτικές, οι κάτοικοι των οποίων είχαν υποταχθεί με τη θέλησή τους. Αλλά κατά τους δύο πρώτους ιδίως αιώνες της τουρκοκρατίας το μεγαλύτερο μέρος των χριστιανών ιδιοκτητών δεν ήταν ιδιοκτήτες αλλά ένοικοι, δουλοπάροικοι, ή δούλοι που καλλιεργούσαν δημόσιες γαίες ή βακουφικές γαίες ή ακόμη και ιδιωτικές γαίες μουσουλμάνων» (Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ. Ι’, σ. 54). «Στα Βαλκάνια…όσα κτήματα διατήρησαν οι χριστιανοί που υποτάχτηκαν την εποχή των οθωμανικών κατακτήσεων…δεν ξεπερνούν το 5-6% του συνόλου» (Ζ. Νταλέγκρ, Έλληνες και Οθωμανοί 1453-1923, σ. 89). Στη Μακεδονία μόλις στα 1860 απέκτησαν τίτλους ατομικής ιδιοκτησίας οι Έλληνες γεωργοί. Όσον αφορά τον δήθεν ελεύθερο χριστιανό γεωργό των δυο πρώτων αιώνων Τουρκοκρατίας, «τυπικά δεν είχε δικαίωμα ιδιοκτησίας αλλά μόνο γαιοχρησίας (…) [Εάν] παραμελούσε να τις καλλιεργήσει [= τις γαίες] μέσα στα προσδιορισμένα χρονικά όρια, τότε έχανε τα δικαιώματά του επάνω σ’ αυτές» (ό.π., σ. 54), ενώ σε περίπτωση που εγκατέλειπε τα χωράφια «ήταν υποχρεωμένος να πληρώσει στον τιμαριούχο βαρύ πρόστιμο, το çift bozan akşesi (…) Οι μετακινήσεις των γεωργών από τόπο σε τόπο απαγορεύονταν (…) Οι σπαχήδες είχαν το δικαίωμα μέσα σε 15 χρόνια να υποχρεώσουν τον χωρικό να γυρίση πίσω στα κτήματά του, ύστερα όμως από σχετική άδεια του καδή» (ό.π., σ. 54). Γύρω στα 1700 ο Francesco Grimani γράφει ότι τα πιο προσοδοφόρα και γόνιμα εδάφη του Βασιλείου τα εκμεταλλεύονταν Τούρκοι, που δεν βρίσκονταν στην ίδια κοινωνική κατάσταση με τους Έλληνες. Αυτοί ή δεν είχαν τίποτε ή κατείχαν ένα ελάχιστο μέρος από τα πιο άγονα. Εξάλλου εκτός από τους ραγιάδες υπήρχαν και οι μεσιακοί δουλοπάροικοι, μετεγκατεστημένοι σε διάφορες περιοχές χριστιανοί αιχμάλωτοι πολέμου (ή σουργκούνηδες), στη Ρούμελη και την Δ. Μικρά Ασία. Σε αυτούς «επιβαλλόταν υποχρεωτικά ενδογαμία, αγγαρείες» και γενικά βρίσκονταν σε ακόμη χειρότερη κατάσταση από τον τυπικά ελεύθερο ραγιά.


Η Βέρα Μουταφτσίεφα (Αγροτικές σχέσεις στην Οθωμανική Αυτοκρατορία (15ος – 16ος αι.), εκδ. Πορεία) δείχνει ότι η ανεκτικότητα των σπαχήδων είναι λίγο πολύ ένας μύθος και ότι καθώς οι υποτελείς πληθυσμοί που καλλιεργούσαν τα τιμάρια αποτελούσαν μόνο το ένα τρίτο του πληθυσμού ενώ οι υπόλοιποι πληθυσμοί βίωναν την μεγαλύτερη καταπίεση στα σουλτανικά και βεζυρικά μούλκια και βακούφια, ο υπερτονισμός των συνθηκών καλλιέργειας και ζωής στα τιμάρια καθώς και η ενασχόληση μόνο με τις συνθήκες ζωής των ραγιάδων στα τιμάρια είναι παραπλανητικός. Έτσι: «Εκτός από το σπαχή ή μάλλον τους σπαχήδες, οι οποίοι ως müsterek ή ως εισπράκτορες διαφόρων προσόδων, συνέλεγαν τη δεκάτη και τους υπόλοιπους ραγιέ φόρους, το μερίδιο του κράτους στις προσόδους του τιμαρίου συνέλεγαν και πολλοί άλλοι: π.χ. ο υπάλληλος που ήταν επιφορτισμένος με τη συλλογή του κεφαλικού φόρου (cizye), οι mevkufçu (εισπράκτορες των φόρων που πλήρωναν τα μη «εγγεγραμμένα» σπίτια) οι beytülmalcı (οι οποίοι εισέπραταν τα χρήματα από τη δήμευση των περιουσιών όσων πέθαιναν άκληροι) και οι υπάλληλοι των μπεηλερμπεήδων και των σαντζάκμπεηδων που είχαν δικαίωμα σε αντίστοιχα μερίδια των έκτακτων φόρων (avariz). Αυτό το πλήθος των φοροεισπρακτόρων που δικαιούνταν, μία, δύο ή και περισσότερες αμοιβές, αποτελούσε φυσικά τρομερό άχθος για τον υποτελή πληθυσμό» (Αγροτικές σχέσεις στην Οθωμανική Αυτοκρατορία (15ος – 16ος αι.), σελ. 81). «Από τον κανουνναμέ της Σιλίστριας μαθαίνουμε ότι οι ραγιάδες, που δεν ήταν υποτελείς στο σπαχή, ήταν κατ’ αρχήν υποχρεωμένοι να του καταβάλλουν τη δεκάτη, όταν καλλιεργούσαν γη που γειτόνευε με τα χωράφια που καλλιεργούσαν οι υποτελείς του σπαχή ή βρισκόταν ανάμεσα στη γη τους» (σελ. 84). «Δεν υπάρχει καμιά απολύτως αμφιβολία ότι οι τιμαριώτες…. Διεύρυναν τις εξουσίες τους, αν όχι σε βάρος του κράτους –το οποίο προστάτευε άγρυπνα τα συμφέροντά του– τουλάχιστον σε βάρος των υποτελών χωρικών» (Αγροτικές σχέσεις στην Οθωμανική Αυτοκρατορία (15ος – 16ος αι.), σελ. 86). «…Αλλού καλλιεργούσαν το hassa οι υποτελείς χωρικοί και είχαν την υποχρέωση να παραδίνουν στο σπαχή τα μισά από τα κέρδη που πραγματοποιούσαν και να του καταβάλλουν επίσης φόρο επί του ενός τρίτου, τετάρτου ή πέμπτου της παραγωγής» (Αγροτικές σχέσεις στην Οθωμανική Αυτοκρατορία (15ος – 16ος αι.), σελ. 100). «Αν λάβουμε υπόψη ότι τα χάσια του σουλτάνου καταλάμβαναν το ένα τρίτο των κατακτημένων εδαφών και οι βακουφικές γαίες το άλλο τρίτο, είναι φανερό ότι για τα τιμάρια δεν απέμενε παρά το ένα τρίτο των δημοσίων γαιών» (Αγροτικές σχέσεις στην Οθωμανική Αυτοκρατορία (15ος – 16ος αι.), σελ. 135). «Μερίδα της ιστοριογραφίας αποδίδει στα βακούφια ορισμένες «ελευθερίες», συνεπώς και στο μη μουσουλμανικό πληθυσμό των μουλκίων. Η άποψη αυτή δεν οφείλεται μόνο σε μεθοδολογικό λάθος, αλλά και σε εσφαλμένη ερμηνεία των κειμένων. Είναι γνωστό ότι τα βακούφια των σουλτάνων και των βεζύρηδων ανήκαν στην κατηγορία των «ελεύθερων» (serbest) τιμαρίων. Επομένως οι κάτοχοί τους δεν [ήταν] υποχρεωμένοι να παραδίδουν στον τοπικό σαντζάκμπεη μέρος των έκτακτων φόρων που κατέβαλλαν οι ραγιάδες· αντίθετα, οι κάτοχοι «μη ελεύθερων» τιμαρίων είχαν αυτή την υποχρέωση. Στις πράξεις έκδοσης τίτλου, αν η γη ανήκε στην κατηγορία των «ελεύθερων» τιμαρίων αυτό δηλωνόταν με τη στερεότυπη φράση «η διαχείρισή του να είναι ελεύθερη». Πρόκειται για τη φράση «serbestiyet uzere idare olunup» που δήλωνε το καθεστώς του «ελεύθερου» τιμαριώτη και όχι βέβαια του υποτελούς πληθυσμού» (Αγροτικές σχέσεις στην Οθωμανική Αυτοκρατορία (15ος – 16ος αι.), σ. 169). «Ένας πολύ μεγαλύτερος πληθυσμός σε μούλκια και βακούφια (καθώς και σε μερικά σουλτανικά χάσια) ήταν απόγονοι σκλάβων. Ονομάζονταν ορτακτσήδες (ortakcilar). …Οι περισσότεροι ήταν εγκατεστημένοι στα σουλτανικά χάσια της ανατολικής Θράκης και είχαν μεταφερθεί εκεί από περιοχές όπου είχαν διεξαχθεί πολεμικές επιχειρήσεις…Και οι κάτοικοι όμως της βαλκανικής χερσονήσου, που είχαν γίνει σκλάβοι πριν την παγίωση της οθωμανικής κατοχής στα Βαλκάνια, και μεταφέρθηκαν στη Μικρά Ασία, εγκαταστάθηκαν ως ορτακτσήδες στα βακούφια των πρώτων σουλτάνων…Δεν μπορούσαν να εγκαταλείψουν τα χωριά όπου βρισκόταν η γη που τους είχε δοθεί, δεν είχαν το δικαίωμα να κάνουν επιγαμίες με τους ραγιάδες ούτε και να ασχολούνται με άλλο επάγγελμα από τη γεωργία….Ο πρώην σκλάβος, όταν μάζευε τη σοδειά του, ήταν υποχρεωμένος να δώσει στο σουλτάνο τη μισή παραγωγή του. Αυτό ίσχυε βέβαια για τις γαίες του hassa που καλλιεργούσε, οι οποίες ανήκαν στο σουλτάνο…» (Αγροτικές σχέσεις στην Οθωμανική Αυτοκρατορία (15ος – 16ος αι.), σελ. 183-5). Το οθωμανικό κράτος «μπορούσε να καλέσει οποιαδήποτε ώρα τον υποτελή πληθυσμό για καταναγκαστική εργασία στα κρατικά έργα, στις γαλέρες και στη μεταφορά πολεμικού υλικού» (Αγροτικές σχέσεις στην Οθωμανική Αυτοκρατορία (15ος – 16ος αι.), σελ. 227). «Και αν ακόμα υπάρχουν ορισμένα στοιχεία στη νομοθεσία που ευνοούν το ραγιά, δηλώνουν ότι ή η υποτέλειά του δεν ήταν ολοκληρωτική ή αντίθετα υπήρχε κάποια ελευθερία κινήσεων, όλα αυτά δεν αποτελούν εκφράσεις μιας χαλαρής φεουδαλικής υποτέλειας και ασφαλώς δεν σημαίνουν ότι «ο χωρικός δεν έπαψε ποτέ επίσημα κατά το νόμο να είναι ελεύθερος άνθρωπος». Αποδεικνύουν απλώς ότι ο χωρικός, εκτός από το σπαχή, ήταν υποτελής και σε έναν άλλον αφέντη ή, όπως ορίζει ρητά η νομοθεσία, ακόμη και όταν αναφέρεται στον πληθυσμό των μουλκίων, "ο ραγιάς ανήκει στον αφέντη σουλτάνο"» (Αγροτικές σχέσεις στην Οθωμανική Αυτοκρατορία (15ος – 16ος αι.), σελ. 227). «Ο νόμος παρείχε βεβαίως στο ραγιά το δικαίωμα να ζητήσει την παρέμβαση των οργάνων της δικαστικής εξουσίας για να προστατευθεί από τις αυθαιρεσίες του σπαχή, στην πραγματικότητα, όμως, ποτέ δεν κατόρθωσε να αντιμετωπίσει το φεουδάρχη του με τη συνδρομή εκπροσώπων του κράτους. Δεν είναι τυχαίο ότι οι ίδιες οθωμανικές πηγές μας δίνουν πληροφορίες για τους μεγάλους αριθμούς χωρικών που εγκατέλειπαν ορισμένα χωριά» (Αγροτικές σχέσεις στην Οθωμανική Αυτοκρατορία (15ος – 16ος αι.), σελ. 234). Στον ραγιά «οι κανουνναμέδες απαγορεύουν οποιαδήποτε μεταβίβαση που δεν πραγματοποιείται μέσω του σπαχή» (Αγροτικές σχέσεις στην Οθωμανική Αυτοκρατορία (15ος – 16ος αι.), σελ. 251). «Η έγγεια πρόσοδος που πλήρωναν οι χριστιανοί ήταν μεγαλύτερη από των μουσουλμάνων, το ίδιο και ο cift bozan» (Αγροτικές σχέσεις στην Οθωμανική Αυτοκρατορία (15ος – 16ος αι.), σελ. 256). «Λόγω των διακρίσεων ο χριστιανικός πληθυσμός φορολογούνταν παντού με τον υψηλότερο συντελεστή» (Αγροτικές σχέσεις στην Οθωμανική Αυτοκρατορία (15ος – 16ος αι.), σελ. 272). «Ορισμένες πηγές μαρτυρούν ότι τον 15ο και τον 16ο αιώνα ο υποτελής πληθυσμός προμήθευε κωπηλάτες, εργάτες για την κατασκευή και την επισκευή των φρουρίων, καραγωγείς και σκαφτιάδες. Οι πληροφορίες που διαθέτουμε δεν μας επιτρέπουν να ορίσουμε ούτε την έκταση της αγγαρείας υπέρ του κράτους. Είναι λογικό, διότι το κράτος δεν ήταν υποχρεωμένο να συμμορφώνεται προς ορισμένους κανόνες και δεν δεσμευόταν από κανένα περιορισμό» (Αγροτικές σχέσεις στην Οθωμανική Αυτοκρατορία (15ος – 16ος αι.), σελ. 284). «Σε αντίθεση με την εργασία την οποία προσέφερε στον τιμαριώτη ο υποτελής χωρικός και η οποία ήταν περιορισμένη σε ποσότητα και όχι ιδιαίτερα βαριά, οι υποχρεώσεις του πληθυσμού για προσφορά άμισθης εργασίας προς την κεντρική εξουσία ήταν, ίσως, το επαχθέστερο βάρος. Ο άμεσος παραγωγός ήταν υποχρεωμένος να απουσιάζει για εβδομάδες ή ακόμα και μήνες από τη γη του, συχνά κατά την περίοδο της πιο εντατικής αγροτικής εργασίας· αυτό είχε αρνητικές επιπτώσεις για την παραγωγή του ραγιέ τσιφλικιού. Οι φρικτές συνθήκες εργασίας στις γαλέρες, στα εργοτάξια κατασκευής κάστρων και τάφρων και η άθλια κατάσταση των δρόμων συχνά κόστιζε τη ζωή των χωρικών που είχαν σταλεί για αγγαρεία» (Αγροτικές σχέσεις στην Οθωμανική Αυτοκρατορία (15ος – 16ος αι.), σελ. 285). Εδώ φαίνεται πόσο παραπλανητική είναι η σύγκριση, την οποία οι εξυμνητές της Pax Ottomanica κάνουν, μεταξύ των πολλών ημερών υποχρεωτικής αγγαρείας κατ' έτος των δυτικών χωρικών στους φεουδάρχες τους κατά τον Μεσαίωνα με τις λιγότερες ημέρες υποχρεωτικής αγγαρείας των χωρικών στους Οθωμανούς σπαχήδες, αφού αυτή η διαφορά αναπληρωνόταν και με το παραπάνω, και μάλιστα για πολύ περισσότερο υποτελή στους Οθωμανούς αγροτικό πληθυσμό (διπλάσιο, όπως είδαμε) στα βακούφια και τα μούλκια, μέσω της υποχρεωτικής αγγαρείας στο οθωμανικό κράτος. «Για την καταβολή του κεφαλικού φόρου, καθώς και των άλλων κρατικών φόρων, υπήρχε συλλογική ευθύνη των κατοίκων του χωριού, οι οποίοι ήταν υποχρεωμένοι να πληρώνουν και τους φόρους όσων είχαν πεθάνει πρόσφατα ή είχαν φύγει» (Αγροτικές σχέσεις στην Οθωμανική Αυτοκρατορία (15ος – 16ος αι.), σελ. 290). Για τους ραγιάδες των σπαχήδων: «Οι συχνές αλλαγές των τιμαριούχων καθόριζαν σε μεγάλο ποσοστό μιαν αρπακτική στάση απέναντι στους ραγιάδες και συνετέλεσαν στην εξαθλίωση των τελευταίων. Στην εξαθλίωση αυτή συμμετείχαν και οι τιμαριώτες που ήταν ιεραρχικά ανώτεροι των σπαχήδων και είχαν και αυτοί εξουσίες πάνω στους ραγιάδες» (Αγροτικές σχέσεις στην Οθωμανική Αυτοκρατορία (15ος – 16ος αι.), σελ. 301). Για τους χριστιανούς των μουλκίων και των βακουφιών: «…ο μεγαλύτερος βαθμός υποτέλειας του πληθυσμού αυτού από την αντίστοιχη των ραγιάδων των τιμαρίων….Ένα σημαντικό μέρος των ραγιάδων αυτών…θεωρούνταν σκλάβοι ή πρώην σκλάβοι, δηλαδή, βρίσκονταν σε μειονεκτικότερη κοινωνική θέση απ’ ο,τι οι ραγιάδες….Η εκμετάλλευση στα μούλκια, τα βακούφια και τα σουλτανικά χάσια δεν υπαγόταν στο ίδιο νομοθετικό πλέγμα με εκείνο των ραγιάδων των τιμαρίων, όπως φαίνεται στις πηγές. Με λίγα λόγια, για αυτό το τμήμα του πληθυσμού ίσχυαν όλα τα μειονεκτήματα που υφίσταντο στη φεουδαλική κοινωνία οι εκμεταλλευόμενοι που είχαν έναν μόνο αφέντη» (Αγροτικές σχέσεις στην Οθωμανική Αυτοκρατορία (15ος – 16ος αι.), σελ. 301-2).


Σύμφωνα με τον καθηγητή Τζον Μπίντλιφ στο δέκατο τρίτο λεπτό της εκπομπής (13:33) στους 15ο και 16ο αιώνες υπήρχε θρησκευτική ελευθερία και «ενώ μερικές εκκλησίες μετατράπηκαν σε τζαμιά, οι περισσότερες διατηρήθηκαν…ενώ χτίστηκαν και καινούργιες». Στην πραγματικότητα το εντελώς αντίθετο συνέβη. Από τις βυζαντινές εκκλησίες της Κωνσταντινούπολης ώς τα τέλη του 18ου αιώνα μόνο τρεις είχαν απομείνει στα χέρια των Ελλήνων (Runciman, The Great Church in Captivity, σσ. 186-192 της αγγλικής έκδοσης) και το ίδιο συνέβαινε οπουδήποτε εγκαθίσταντο Τούρκοι, ενώ σύμφωνα με τον Σαρρή (Οσμανική Πραγματικότητα, τ. 2, σ. 527) η ανέγερση περικαλλών ναών σε οσμανοκρατούμενες περιοχές ουσιαστικά αρχίζει μετά το Τανζιμάτ, δηλαδή μετά το 1833· πιο πριν τα οθωμανικά διατάγματα κατεδάφισης εκκλησιών (τα οποία δεν αναφέρουν οι παρουσιαστής και ιστορικοί σύμβουλοι) ήταν περισσότερα από τα διατάγματα επισκευής εκκλησιών. «Η ανεξιθρησκεία των κρατούντων τελούσε υπό τον περιορισμό του μη σκανδαλισμού των πιστών του ισλάμ…η λατρεία ήταν ακώλυτη, ιδιαίτερα στα μέρη εκείνα που κατοικούνταν αποκλειστικά από χριστιανούς, ενώ η απαγόρευση ανέγερσης νέων ναών ή διατήρησης περικαλλών και μεγαλόπρεπων ευκτήριων οίκων ίσχυε περισσότερο σε περιοχές με μικρό πληθυσμό, ακριβώς γιατί θεωρούνταν "σκανδαλισμός" των μουσουλμάνων» (Ν. Σαρρή, Προεπαναστατική Ελλάδα…, σ. 100). Ο,τιδήποτε δεν υπενθύμιζε στους Ραγιάδες την κατώτερη θέση τους ήταν «σκανδαλισμός» των πιστών του Ισλάμ. Στους ίδιους αιώνες, 15ο και 16ο στη Θεσσαλονίκη, μία μετά την άλλη οι κυριότερες εκκλησίες και όχι λίγες-μερικές όπως υποστηρίζεται, μετατράπηκαν σε τζαμιά. Με τους Οθωμανούς Τούρκους να ανέχονται τους Χριστιανούς λόγω της νόμιμης (βάσει της Σαρία) και της παράνομης (δωροδοκίες κ.λπ.) ληστείας, δεν μπορούμε να μιλάμε για θρησκευτική ανοχή. Όπως γράφει ο Τούρκος ιστορικός Taner Akçam: «Το σύνολο της οσμανικής ιστορίας είναι ταυτόχρονα και η ιστορία των συλλογικών διώξεων και σφαγών των λοιπών θρησκευτικών μειονοτήτων» (Siyasî Kültürümüzde Zulüm ve Işkence = Η τυραννία και τα βασανιστήρια στην πολιτική μας κουλτούρα, σ. 27, στο Ν. Σαρρή, Προεπαναστατική Ελλάδα...). Ήδη στην πρώιμη Τουρκοκρατία μόνο για ανεκτικότητα των Τούρκων δεν μπορεί να γίνεται λόγος: «Οι χριστιανοί δεν μπορούσαν να κινηθούν και να εκφρασθούν ελεύθερα. Είχαν κάποιο φόβο, όταν επρόκειτο να περιγράψουν τα δεινά τους. Με μια λέξη, καταπιέζονταν. "Για τους πιστούς ο Ορχάν σήμαινε ευσπλαχνία, για τους απίστους καταδυνάστευση" έγραφε αργότερα ο Τούρκος ιστορικός Sükrülah, σύμβουλος του Μουράτ Β’ (1421-1451) και Μεχμέτ Β’ (1451-1481)» (Απ. Βακαλόπουλου, Νέος Ελληνισμός, οι ρίζες, η καταγωγή των Ελλήνων και η διαμόρφωση του έθνους (1204 – μέσα 15ου αιώνα), σ. 122). «Φαίνεται ότι στις αρχές οι ολιγάριθμοι Τούρκοι με επικεφαλής τον Σουλεϊμάν πασά, γιο του Ορχάν, προσπάθησαν να επιβάλουν με την βία την μουσουλμανική θρησκεία, για να εδραιώσουν την θέση τους. εκείνους που αρνούνταν να την δεχθούν τους έσφαζαν και τις οικογένειές τους τις σκλάβωναν, αν πιστέψουμε τον Sükrülah. "Όπου υπήρχαν σήμαντρα, γράφει ο ίδιος παρακάτω, τα κομμάτιαζε [ο Σουλεϊμάν] και τα έριχνε στη φωτιά και κατέστρεφε τις εκκλησίες και γίνονταν τζαμιά. Στην θέση των σημάντρων ανέβαινε ο ιμάμης και οι βασιλείς της περιοχής των απίστων δέχθησαν στον σβέρκο τους το φόρο υποτέλειας"» (ό.π., σ. 133). «Μπορεί οι Σελτζουκίδες να ακολούθησαν μια πολιτική ανεκτικότητας…δε συνέβη όμως το ίδιο με τους διαδόχους τους ούτε με ορισμένους από τους υποτελείς τους. Είναι γνωστοί οι Ντανισμεντίδες, οι οποίοι, από το Ματζικέρτ ώς τα μέσα του 12ου αιώνα, άσκησαν την εξουσία στο βορειοανατολικό τμήμα της Ανατολίας και έδειξαν τόσο λίγη ανεκτικότητα ώστε δύο αιώνες αργότερα δεν αναφέρεται παρά μόνο μια χριστιανική ενορία στην περιοχή. Οι πρώτοι Οσμανοί, Οσμάν και Ορχάν, επέβαλαν κι αυτοί τη θρησκεία τους όπως οι απλοί γαζήδες… (προσηλυτισμός ή εξόντωση)» (Ζ. Νταλέγκρ, Έλληνες και Οθωμανοί 1453-1923, σ. 75). Ο γνωστός ιστορικός Μαρκ Μαζάουερ, προκειμένου να πείσει για την ανεκτικότητα των Οθωμανών περιγράφει μια συζήτηση μεταξύ του Γρηγόριου Παλαμά και ενός ιμάμη σε τουρκοκρατούμενο έδαφος. Γράφει ο Μαζάουερ: «Όταν η συζήτηση άρχισε ν’ ανάβει υπερβολικά, ο Παλαμάς χαμήλωσε τους τόνους λέγοντας ευγενικά: "Αν συμφωνούσαμε στα όσα συζητάμε, τότε θα είχαμε την ίδια πίστη". Οπότε άκουσε την αποκαλυπτική απάντηση: "Θά ‘ρθει μια μέρα που θα συμφωνήσουμε όλοι"» (Θεσσαλονίκη, πόλη των φαντασμάτων, σ. 46). Μάλλον το εσκεμμένο και αναγκαστικό χαμήλωμα των τόνων οφείλεται στην θρησκευτική ανεκτικότητα των Οσμανών, μπορούμε να υποθέσουμε ότι εννοεί ο Μαζάουερ. Πάντως σύμφωνα με τον Σπ. Βρυώνη (Η παρακμή του Μεσαιωνικού Ελληνισμού στην Μικρά Ασία και η διαδικασία εξισλαμισμού, σ. 378-380) λίγο μετά το 1354 μεταξύ Προύσας και Νίκαιας, τουρκοκρατούμενων πλέον πόλεων, διοργανώθηκε από τον σουλτάνο θεολογική συζήτηση μεταξύ Παλαμά, Τούρκων και εξισλαμισμένων Εβραίων (αποκαλούμενων «Χιόνων»). «Η συζήτηση εξελίχτηκε σε διαφωνία τόσο έντονη που οι Τούρκοι, και ιδιαίτερα οι Χίονες, εξανέστησαν και τελικά χτύπησαν τον Παλαμά στο μάτι». Στη Νίκαια πάλι έγινε μια παρόμοια συζήτηση μεταξύ Παλαμά και Μουσουλμάνων και «Συγκεντρώθηκε μεγάλο πλήθος Ελλήνων και Τούρκων, αλλά η συζήτηση διακόπηκε όταν οι Έλληνες πρόσεξαν ότι οι Τούρκοι είχαν θυμώσει πολύ με την τροπή της συζήτησης και την επιθετικότητα του Παλαμά. Έκαναν νόημα στον αρχιεπίσκοπο να διακόψει τη συζήτηση…». Την ίδια εντύπωση για το πρώιμο τουρκικό Ισλάμ είχε τον ίδιο αιώνα και ο Ματθαίος, μητροπολίτης Εφέσου, παραπονούμενος ότι «οι θρησκευτικές συζητήσεις με τους μουσουλμάνους της Εφέσου προκάλεσαν την εχθρότητα των Τούρκων, με αποτέλεσμα να τον λιθοβολήσουν» (ό.π., σ. 378). Αυτή είναι η ανεκτικότητα του πρώιμου οθωμανικού Ισλάμ. Με τη βία εξισλαμίστηκαν και οι ορεσίβιοι της Ροδόπης στα 1660 επί Σελίμ Α’: «Ο κάθε Ροδοπιανός που συλλαμβανόταν και αρνούνταν ν’ ασπασθεί τον ισλαμισμό, σφαγιαζόταν» (Κ.Π. Κύρρη, Τουρκία και Βαλκάνια, σ. 88).


Το επιχείρημα ότι οι Οθωμανοί ήταν ανεκτικοί επειδή επέτρεπαν στους χριστιανούς να διατηρούν τη θρησκεία τους είναι αβάσιμο. Στα 1669 ο Τούρκος διοικητής της Κύπρου είπε στον περιηγητή Hurtel: «Αν δεχθούμε να τουρκέψουν όλοι οι Κύπριοι Χριστιανοί, ποιος θα παράγει τα αναγκαία για τη διαβίωσή μας; Και από ποιους θα εισπράττουμε φόρους;» Με βάση το γεγονός ότι οι Οσμανοί αλλού επέβαλαν ή ανέχτηκαν τον εξισλαμισμό και αλλού επέτρεψαν την ύπαρξη του χριστιανισμού προκύπτει ότι η Οθωμανική αντίληψη των πραγμάτων «απέβλεπε στο να επιτευχθεί ένας συγκεκριμένος εθνικο-θρησκευτικός συσχετισμός μεταξύ μουσουλμάνων και χριστιανών, κι όχι απλώς να προσηλυτισθεί στον ισλαμισμό όσο γίνεται μεγαλύτερος αριθμός χριστιανών» (Κ.Π. Κύρρη, Τουρκία και Βαλκάνια, σ. 52) ώστε αφενός να υπάρχουν πάντοτε χριστιανοί οι οποίοι θα έτρεφαν τους κυρίαρχους Μουσουλμάνους και αφετέρου οι δια της βίας τροποποιημένοι αριθμητικοί συσχετισμοί Χριστιανών-Μουσουλμάνων να καθιστούν δύσκολη ή ανέφικτη μια πετυχημένη χριστιανική επανάσταση. Συνεπώς, το ότι οι Οσμανοί σε αντίθεση με τους Δυτικούς Ιεροεξεταστές ή αποικιοκράτες της ίδιας εποχής δεν αφάνιζαν τους αλλόδοξους επειδή από αυτούς αποκόμιζαν πλούτο και γενίτσαρους δεν σημαίνει ότι η οσμανική πρακτική συνιστά, έστω και συγκριτικά, ανεκτικότητα· απλώς συνιστά διαφορετικό και μεθοδικότερο τρόπο εκμετάλλευσης του κατεκτημένου λαού.


Ο Θ. Βερέμης στο δέκατο ένατο λεπτό της εκπομπής (19:08) υποστηρίζει ότι «για πολλούς αιώνες δεν υπήρχε η έννοια Έλληνας, υπήρχε η έννοια Ρωμαίος ή Ρωμιός». Εάν έτσι είχαν τα πράγματα τουλάχιστον κατά τους δύο πρώτους αιώνες, ούτε ο Σχολάριος θα αυτοαποκαλούνταν Έλληνας και θα αποκαλούσε Έλληνες τους σύγχρονούς του ομοεθνείς ούτε ο Μελέτιος Πηγάς (†1602) θα διακήρυττε το ίδιο. Αλλά και αυτοί έκαναν λόγο για Έλληνες, κι όχι απλώς για Ρωμιούς, και ο Ανδρόνικος Κάλλιστος, και ο Νικόλαος Σεκουνδινός, ο Ιάννος Λάσκαρις, ο Μιχαήλ Αποστόλης, ο Μιχαήλ Μαρούλλος Ταρχανιώτης, ο Θ. Ζυγομαλάς, ο Ιέραξ (16ος αι.), ο Μονεμβασίας Αρσένιος (16ος αι.), ο Μυρεών Ματθαίος, ο Νεκτάριος Ιεροσολύμων και ο Χριστόφορος Άγγελος (†1638), για να αναφέρουμε λίγους από τον 15ο και 16ο αιώνα μόνο. Η έννοια του Έλληνα όχι μόνο ήταν υπαρκτή αλλά και δεν την (επαν)έφεραν οι Έλληνες Διαφωτιστές. Οι Ορθόδοξοι Πατριάρχες στα 1716/25 κάνουν λόγο περί «Γραικών, Ρωσσών, Ιβήρων, Αράβων, Βουλγάρων, Αλβανών, Βλάχων, Μολδαβών» Ορθοδόξων Χριστιανών, αποφεύγοντας να τους θεωρήσουν αδιακρίτως ένα «θρησκευτικό γένος», όπως οι εμμονές ορισμένων σημερινών Ελλήνων πανεπιστημιακών το απαιτούν· και περί «εὐγενεστάτων περιδόξων γενῶν, Ἄγγλων τε καὶ Ἑλλήνων» (Ι. Ν. Καρμίρη, Τα δογματικά και τα συμβολικά μνημεία της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας, τόμ. Β’, σσ. 789, 816-7). Αντίστοιχες διακηρύξεις βλέπουμε σε συλλογικό επίπεδο από τον απλό ελληνικό λαό: Στα 1511 οι Χιώτες σε αναφορά τους ονομάζουν την Νέα Μονή «το αγαπητόν και ευλαβέστατον κατοικητήριον πάσης Ελλάδος». Στα 1571 οι εκπρόσωποι της επαναστατημένης Ηπείρου παρουσιάζονται στον Δον Ζουάν της Αυστρίας ως «οι Έλληνες εκπρόσωποι της σκλαβωμένης Ελλάδας και της Αλβανίας». Στα 1581 οι απλοί Χιμαριώτες κάνουν λόγο για «Γρέτζια». Στα τέλη του 16ου αιώνα οι απλοί κάτοικοι της Β. Ελλάδας κάνουν λόγο για «Ελλάδα». Στο Μπεράτι στα 1779 καταγράφηκε ενθύμηση του περάσματος του Κοσμά του Αιτωλού: «αφού εγύρισεν εις όλα τα μέρη εις Γραικίαν και Αρβανιτίαν». Ενώ ακόμη και ένας Οθωμανός, ο Σουλεϋμάν Πενάχ Εφέντης, στα 1770 αποκαλεί «ελληνικές χώρες» την «Ρούμελη»/Βαλκάνια και την «Ανατολία»/Μικρά Ασία (“..Yunanca yani Rumeli ve Anatoli…” γράφει), και ενώ η (ενιαία) Θράκη καλείται Ελλάδα (das Kriechenlannd) από δυτικούς περιηγητές όπως ο Σλοβένος Curipeschitz το 1530 και σε αυτήν αναφέρονται κάτοικοι Έλληνες, στα 2011 ορισμένοι θεωρούν λανθασμένο να γίνεται λόγος για «Έλληνες» αντί για Ρωμηούς/«χριστιανούς κατοίκους της οθωμανικής Ελλάδας», και ο παρουσιαστής κάνει λόγο απλώς για «ελληνόφωνο κόσμο» στο τεσσαρακοστό έκτο λεπτό της εκπομπής (46:00) ακόμη και στα 1770 ή να γίνεται λόγος για «γένεση ενός έθνους» (2:05). Είναι λάθος να νομίζουμε ότι για τους Έλληνες ραγιάδες δεν υπήρχε η έννοια Έλληνας μόνο και μόνο επειδή οι Οθωμανοί όντας πιστοί στη Σαρία δεν αντιλαμβανόντουσαν τέτοια έννοια. «Οι ελληνόφωνοι Ορθόδοξοι ήταν οι μόνοι που ονομάζονταν Ρωμαίοι (ή και Γραικοί) και όχι π.χ. οι Ίβηρες, οι Σλάβοι ή οι Αρμένιοι, που αποκαλούνταν κατά κανόνα με τα δικά τους «εθνικά» ονόματα. Τη διάκριση των Ελλήνων από τους άλλους λαούς της Ανατολής έκαναν και οι Φράγκοι…Ανάλογη ήταν και η τακτική των Σλάβων.(…) Οι εκπρόσωποι επαναστατημένων πληθυσμών της βόρειας Αλβανίας, της βόρειας Βουλγαρίας, του Μαυροβουνίου και της Σερβίας προσδιορίζονται στις ιταλικές πηγές της εποχής με τρόπο που να τους διαφοροποιεί όχι μόνο από τους «Γραικούς», αλλά και από τους «Αλβανίτας» της νότιας ελληνικής χερσονήσου» (Ι.Κ. Χασιώτη, Μεταξύ Οθωμανικής κυριαρχίας και ευρωπαϊκής πρόκλησης, Ο ελληνικός κόσμος στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, σσ. 28-9, 234). Βέβαια, ο Βερέμης, που αποφεύγει την χρήση όρων «Έλληνες», «Τουρκοκρατία» και «δουλεία» επειδή προτιμά επιστημονικότερους όρους και την ορολογία της εποχής στην οποία αναφέρεται, δεν αποκαλεί τους «χριστιανούς κατοίκους του Μωριά/Ρούμελης» Ραγιάδες (reaya) ή Απίστους- Γκιαούρηδες (gâvur), δηλαδή δεν χρησιμοποιεί την ορολογία την οποία το Οσμανικό κράτος χρησιμοποιούσε επισήμως. Αλλά αυτό είναι επιστημοσύνη: η Τουρκοκρατία να αποκαλείται Οθωμανική κυριαρχία αλλά οι χριστιανοί Ρωμηοί να μην αποκαλούνται Ραγιάδες, δηλαδή υπόδουλοι (κυριολεκτικά: κοπάδι), και να αποφεύγεται ακόμη και η μνεία της λέξης αυτής προκειμένου(;) να εξιδανικευτεί η Τουρκοκρατία. Οπωσδήποτε, αν η αναφορά σε Ραγιάδες/Γκιαούρηδες εξαφανιστεί, εξαφανίζεται και η εντύπωση για διάκριση κυρίαρχων-υπόδουλων άρα και η υπόνοια για ύπαρξη δουλείας υπό τους Οθωμανούς.


Σύμφωνα με τον καθηγητή Πασχάλη Κιτρομηλίδη στο δέκατο ένατο λεπτό της εκπομπής (19:39) «η οθωμανική διοίκηση ενδιαφέρεται για τη φορολογία. Εφόσον αποδίδονται οι φόροι, δεν ενδιαφέρει την οθωμανική διοίκηση τι κάνουν περεταίρω». Όμως, όχι απλώς η φορολογία των Χριστιανών ήταν δυσβάστακτη αλλά και υπήρχαν διατάξεις και νόμοι που έδιναν στον ραγιά να καταλάβει ότι ήταν υποδεέστερος και ανά πάσα στιγμή στο έλεος του Μουσουλμάνου, όχι απλώς του ιεραρχικά ανώτερου αλλά και του ανήκοντα στην ίδια ή και σε κατώτερη κοινωνική τάξη – η φορολογία ήταν απλώς ένας μόνο τρόπος καταπίεσης. Οι φόροι, οι αγγαρείες, το παιδομάζωμα, η κατάσχεση εκκλησιών, η υποχρεωτική χαρακτηριστική για τους ραγιάδες ενδυμασία, η άνιση δικαστική μεταχείριση μεταξύ Μουσουλμάνων και Χριστιανών, η απαγόρευση οπλοφορίας, η πειρατεία και το δουλεμπόριο κατά των Χριστιανών αποσιωπώνται. Ήταν τέτοια η κοινωνική διαφορά μεταξύ χριστιανού και Μουσουλμάνου ώστε «ο κάθε [χριστιανός] ληστής, κλέφτης ή μοιχός είχε το δικαίωμα ν’ αρνηθεί το χριστιανισμό, όταν αντιμετώπιζε τον δήμιο ή ήταν κλεισμένος στη φυλακή, και ν’ ασπασθεί τον ισλαμισμό. Στις περιπτώσεις αυτές απαλλασσόταν από την εκτέλεση της καταδικαστικής του ποινής και αφηνόταν ελεύθερος…Ακόμη κι εκείνοι που δεν είχαν ρυθμίσει τις οφειλές τους, τις εξοφλούσαν μ’ αυτόν τον τρόπο» (Κ.Π. Κύρρη, Τουρκία και Βαλκάνια, σ. 65). «Ο νόμος τους απαγόρευε να φέρουν όπλα…να πηγαίνουν έφιπποι…τα γυναικεία μέλη της οικογένειάς του ήταν έρμαια των ορέξεων του αφέντη. Την περιουσία του μπορούσε οποιαδήποτε στιγμή να του την πάρουν (…) σε περίπτωση που δεν υπήρχαν κληρονόμοι όλη η περιουσία περιερχόταν, σύμφωνα με τον τουρκικό νόμο, στο μουσουλμανικό κράτος» (D. Dakin, Η ενοποίηση της Ελλάδας, σσ. 29-33). «Αρκούσαν μόνο δυο μουσουλμάνοι να καταθέσουν ότι άκουσαν πως ένας χριστιανός εξέφρασε την επιθυμία ν’ ασπασθεί τη μουσουλμανική πίστη, και ο δυστυχής αμέσως προσαγόταν στον δικαστή, ο οποίος νομιμοποιούσε την αρνησιθρησκία του» (Κ.Π. Κύρρη, Τουρκία και Βαλκάνια, σ. 54) «Αν ήθελε να αποφύγει τη δήμευσή της περιουσίας του…ο χριστιανός δε δικαιούταν να έχει κατοικία που να περνά σε ύψος αυτές των μουσουλμάνων ούτε το ίδιο χρώμα» (Ζ. Νταλέγκρ, Έλληνες και Οθωμανοί 1453-1923, σ. 69). «Η μαρτυρία ενός Χριστιανού δεν λαμβανόταν υπόψη στο δικαστήριο αν ήταν αντίθετη με τη μαρτυρία ενός Μουσουλμάνου… Ο ΙΣΤ’ και ο ΙΖ’ αιώνας υπήρξαν κατά κάποιο τρόπο «Μεσαίωνας» στην ιστορία του ελληνικού λαού. Οι Αρμένιοι τους οποίους οι Τούρκοι θεωρούσαν «πιστό» millet, και οι Εβραίοι δεν είχαν φέρει αντίσταση στην οθωμανική κατάκτηση και αυτή την εποχή απολάμβαναν μεγαλύτερη εύνοια απ’ ό,τι οι Έλληνες» (R. Clogg, Συνοπτική ιστορία της Ελλάδας, σσ. 15-16). «Στους χριστιανούς δεν επιτρεπόταν η γενειάδα…απαγορεύονταν με βάση τον ιερό νόμο οι κωδωνοκρουσίες…η περιφορά ή διέλευση της νεκρώσιμης ακολουθίας ή λειψάνων χριστιανών ενώπιον μουσουλμάνων…Και το κυριότερο, σκανδάλιζε η χρησιμοποίηση της μητρικής γλώσσας ενώπιον Τούρκων» (Σαρρή, Οσμανική Πραγματικότητα, τ. 1, σσ. 247, 265). «Ο συνηθισμένος εορτασμός του τριημέρου του Πάσχα στον περίβολο του πατριαρχείου εξαρτιόταν από την προαναγγελία του γεγονότος στις οθωμανικές αρχές και σε πλήθος γενιτσάρων και βεζίρηδων, προαναγγελία η οποία συνοδευόταν απαραιτήτως από πολλά δώρα σε αυτούς. Παρομοίως, για τον γιορτασμό του Πάσχα στις επαρχίες έπρεπε να δωροδοκηθούν οι τοπικοί οσμανοί αξιωματούχοι» (Σαρρή, Οσμανική Πραγματικότητα, τ. 2, σ. 536). Ο προσηλυτισμός ήταν προνόμιο της κυρίαρχης θρησκείας, γιατί η μεταστροφή Μουσουλμάνου στον Χριστιανισμό ήταν αδιανόητη (ό.π., σ. 538). Ο καθηγητής Κιτρομηλίδης υποστηρίζει την παραπάνω θέση με τέτοια βεβαιότητα ωσάν το Οσμανικό κράτος να ήταν κάποιο λαϊκό κράτος ή η Δ.Ο.Υ. Κων/πόλεως, που ενδιαφερόταν απλώς για την ετήσια φορολόγηση. Δεν αναφέρει τι σήμαινε «συλλογή φόρων επί Οθωμανικής κυριαρχίας», δηλαδή ότι «οι έκτακτοι φόροι και αγγαρείες που επιβάλλονταν για τις ανάγκες των διοικητικών οργάνων, για την επισκευή των οχυρωματικών έργων, για τη συντήρηση των οδών και των γεφυρών, για την εξάρτηση του στρατού και του στόλου, για τις έκτακτες ανάγκες των εκστρατειών κλπ. έτειναν με την πάροδο του χρόνου να γίνωνται καταπιεστικώτεροι και επαχθέστεροι από τους τακτικούς φόρους. Στρατιές φοροεισπρακτόρων, ζαμπίτηδων, ταγσηλδάρηδων, καδήδων, σερέτ-δαβάδων, βεκίληδων, δραγουμάνων, μαμούρηδων και πουμπασίρηδων, απομυζούσαν τους φτωχούς ραγιάδες απαιτώντας διάφορα πρόστιμα, όπως το «φονικό» και το «κερατιάτικο» και έκτακτες εισφορές, όπως το «αλατιάτικο», «γρασιδιάτικο», «πανιάτικο», «σουρσάτ», «σουγιέμ», «πεσινάτι», «πακιγιέ», «συνεισφορά», «προσφορά», «δραγομανιά», «ρέσιμο», «βικιαλέτι», «χισμέτι», «ταϊνάτι» κλπ.» (Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ. Ι’). Στο οθωμανικό κράτος ίσως μόνο η αναπνοή δεν φορολογούνταν, αλλά αν δεχτούμε αυτό ως δεδομένο τότε μπορούμε όντως να συμφωνήσουμε ότι τους Οσμανούς δεν ενδιέφερε τίποτε άλλο πέρα από την φορολογία. Με άλλα λόγια οι επισημάνσεις περί «φορολογίας» οδηγούν στο να υποτιμηθεί το γεγονός ότι αφενός υπήρχε καταφανής διαφορά στην φορολόγηση μεταξύ χριστιανών και μουσουλμάνων, και αφετέρου ότι για την οθωμανική αντίληψη περί δικαιοσύνης, την οποία συναντούμε σε κάθε οσμανικό έγγραφο, ήταν απολύτως νόμιμη και δίκαιη όχι απλώς η παρασιτική εις βάρος του χριστιανικού στοιχείου φορολόγησή του αλλά η σκόπιμη υποτίμηση και σταδιακή φθορά του. Είναι χαρακτηριστικό για τη φύση του Οθωμανικού πολιτισμού η επιστολή του Μωάμεθ του Πορθητή σχετικά με το παιδομάζωμα: «Από πατέρα σε γιο, η λάμπα του βασιλείου μας μένει αναμμένη. Καίει με το λάδι που έχει αποσπαστεί από τις καρδιές των απίστων». Μια οθωμανική πηγή του ύστερου 17ου αιώνα γράφει για τα χριστιανόπουλα που αρπάζονταν κατά το παιδομάζωμα: «Αν δεχτούν το Ισλάμ, θα γίνουν φανατικοί οπαδοί της πίστης και εχθροί των οικείων τους».


Ενδεικτικό είναι ότι απουσιάζει οποιαδήποτε αναφορά για το παιδομάζωμα των χριστιανών (μόνο των Ελλήνων, καθώς Εβραίοι και Αρμένιοι εξαιρούνταν) σε μια εκπομπή η οποία καλύπτει γύρω στα τριακόσια χρόνια Τουρκοκρατίας (1460-1770). Ο Dakin παρατηρεί: «Δεν πρέπει να απορούμε που πολλοί χριστιανοί διάλεγαν να γίνουν Τούρκοι. Το σπουδαιότερο κίνητρο ήταν η επιθυμία τους να απαλλαγούν από το παιδομάζωμα (…) οι Έλληνες γονείς συχνά ακρωτηρίαζαν τα παιδιά τους για να τα γλιτώσουν έτσι από τον κίνδυνο να τα πάρουν» (Η ενοποίηση της Ελλάδας, σ. 30). «..Πολλοί γονείς είτε δωροδοκούσαν γενναιόδωρα τους στρατολόγους είτε επινοούσαν διάφορα στρατηγήματα προκειμένου να αποτρέψουν τη στρατολόγηση των αγοριών τους (τα έντυναν και τα μεγάλωναν σαν κορίτσια ώσπου να περάσει η επικίνδυνη ηλικία της στρατολογίας, τα αρραβώνιαζαν και τα πάντρευαν σε ηλικία 8-10 ετών, τα φυγάδευαν στα βουνά, σε απρόσιτα μέρη ή στη χριστιανική Δύση κλπ)» (Ι.Κ. Χασιώτη, Μεταξύ Οθωμανικής κυριαρχίας και ευρωπαϊκής πρόκλησης, Ο ελληνικός κόσμος στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, σσ. 69-70). Ή πάλι «οι ιερείς παραχάρασσαν τις ημερομηνίες στις ΛΠ βαπτίσεων…Όχι σπάνιες ήταν οι οργανωμένες αποδράσεις των στρατολογηθέντων…Τέλος αναφέρεται ο «εικονικός εξισλαμισμός» των υποψήφιων» για παιδομάζωμα (Σαρρή, Οσμανική Πραγματικότητα, τ. 1, σ. 232). Μπορεί φυσικά να λεχθεί ότι μερικοί Μουσουλμάνοι αποβλέποντας στην κοινωνική άνοδο των τέκνων τους ήθελαν τα παιδιά τους να γίνουν γενίτσαροι και ότι σε μεταγενέστερες εποχές οι οθωμανικές αρχές ικανοποιούσαν το αίτημά τους: «Πολλοί μουσουλμάνοι επιχειρούν να ανταλλάξουν τα αρσενικά τέκνα τους με αυτά των χριστιανών γειτόνων τους…Ο Μεχμέτ Β’ παραχωρεί στους Βόσνιους που αλλαξοπίστησαν το «προνόμιο» να μην αποκλείονται από το παιδομάζωμα» (Ζ. Νταλέγκρ, Έλληνες και Οθωμανοί 1453-1923, σ. 103). Αλλά ο τρόπος με τον οποίο οι Μουσουλμάνοι είδαν το παιδομάζωμα δεν μπορεί να αποκρύβει ούτε να αναιρέσει το πώς αυτοί που υπέστησαν το παιδομάζωμα, οι Έλληνες, το είδαν, και το εξέφρασαν στα εξής ελληνικά τραγούδια-θρήνους για το παιδομάζωμα: «Ανάθεμά σε, βασιλιά…με το κακόν οπό ‘καμες…να μάσεις παιδομάζωμα…Κλαιν οι γονέοι τα παιδιά κι οι αδερφές τ’ αδέρφια, κλαίγω κι εγώ και καίγομαι και όσο ζω θα κλαίω, πέρσι πήραν το γιόκα μου, φέτο τον αδερφό μου»· «Ήρθαν χρόνια δύστυχα καταραμένα χρόνια, οι Τούρκοι παίρνουν τα παιδιά»· «Τι ν’ το κακό που γίνηκι στη μένα τη γκαημένη, στην πρώτη τη γενιτσαριά πήραν τουν αδιρφό μου, στη δεύτιρη τουν άντρα μου κι τώρα τουν υγιό μου». «Υπολογίζουμε ότι…συνολικά 500.000 παιδιά, το λιγότερο, αποσπάστηκαν βίαια από τις οικογένειές τους, ελαττώνοντας, έτσι, δραματικά τον αριθμό των χριστιανών» (Ζ. Νταλέγκρ, Έλληνες και Οθωμανοί 1453-1923, σ. 105). Ο Τούρκος ιστορικός Χαλίλ Ιναλτζίκ παραδέχεται ότι το παιδομάζωμα «Σίγουρα ήταν ένα μέτρο σκληρό και…οι πηγές υποδηλώνουν ότι ο κόσμος προσπαθούσε συνήθως να [το] αποφύγει» (Η Οθωμανική Αυτοκρατορία, σ. 139). Για όλα αυτά η εκπομπή δεν ανέφερε τίποτε.


Ο Τατσόπουλος στη συζήτηση μετά την εκπομπή κάνει λόγο για το μύθο του Κρυφού Σχολειού στο τεσσαρακοστό τρίτο λεπτό (43:12-46:14), αναρωτιέται αν είναι μειοδοσία ή έρευνα η αποκάλυψη ότι το Κρυφό Σχολειό ήταν μύθος, δηλαδή ότι η παιδεία απαγορευόταν στους Ραγιάδες από τους Οθωμανούς. Αυτό που εντυπωσιάζει είναι ότι ενώ «αποκαλύπτονται οι μύθοι» για την ελληνική παιδεία επί Τουρκοκρατίας δεν γίνεται ούτε καν νύξη για την τρομερή οπισθοδρόμηση της ελληνικής παιδείας λόγω της Τουρκοκρατίας (15ος και 16ος αι.). Ο Νικόλαος Σοφιανός παρατηρούσε το 1544 «ότι δια την μακράν και πικρότατην δουλοσύνην το ημέτερον γένος εξέπεσε… Εις τέτοιαν κακήν τύχην κατήντησε το πάλαι ποτέ μακαριστόν γένος ημών των Γραικών, ότι μόλις ευρίσκεται τώρα διδάσκαλος οπού νάναι ικανός να διδάσκει τους νέους καν την γραμματικήν τέχνην». Ο Αντώνιος Έπαρχος († περ. 1568) έγραφε «και γαρ εν των νυνί χρόνω μηδεμίαν ή μικράν όλως ορώντες καταβάλλεσθαι φροντίδα περί τα γράμματα τους Έλληνας, δια την ξυμβάσαν τω γένει καταστροφήν». Σε επιστολή του Θεοδόσιου Ζυγομαλά προς τον Μ. Crusius στα 1581 διαβάζουμε «πάντα ταῦτα (φεῦ) δεδουλωμένα δουλεία Ἀγαρηνῶν, καὶ οὐκ ἔχοντα τὰς ἐλευθέρας ἐπιστήμας…Το δ’ αἴτιον, ὅτι αἱ κακώσεις, καὶ αἱ συζητήσεις τῶν τυραννούντων δειναί» και «Ὁρῶ δὲ μετοικήσαντα πάντα ἀγαθὰ ἀπὸ τῶν ἑλληνικῶν τόπων, καὶ οἰκήσαντα ἐν ὑμῖν. Ἡ τε σοφία, καὶ αἱ τῶν μαθημάτων ἐπιστῆμαι, αἱ τέχναι αἱ ἀρίσται, ἡ εὐγένεια, τὰ ὅπλα, ὁ πλοῦτος, ἡ παίδευσις, καὶ ὁ λοιπὸς τῶν χαρίτων χορός. Ἑλληνικῶν δὲ χαρίτων τὸ κλέος, βαρὺς ὤλεσεν αἰών, βαρβαρικοῖς δαμάσας ἤθεσιν ἀγλαϊνήν», ενώ σε επιστολή του ιδίου στους φοιτητές του Crusius στα 1575: «ἀπολέσαντες γὰρ ἡμεῖς βασιλείαν, καὶ σοφίας ἐστερήθημεν βαρβαρωθέντες ἐν βαρβάροις χρονίως καὶ ἀνανεύειν ταῖς δυστυχίαις κωλυόμενοι». Ο Ευγένιος Γιαννούλης (†1682) στις αρχές του 17ου αι. γράφει: «εν τοις μέρεσι της Αιτωλίας…και επί πάσιν σχεδόν τοις πέριξ εκείνη κλίμασιν εξέλιπε προ πολλών ήδη χρόνων…η των πεζών γραμμάτων γνώσις… και ούτω συνέβη τους εκείσε πάντας αναλφαβήτους γενέσθαι…σπάνιόν τι χρήμα ο ιερεύς εκεί, ο απλώς γραμμάτων είδησιν έχων». Στα 1775 έγραφε ο Μετρών και Αθύρων: «Θαύμα πώς ουκ εξέλιπεν όλως η καθωμιλουμένη κοινή των Ελλήνων γλώσσα εκ της Ελλάδος αυτής υπό βαρβάρων τελούσης και καταπολεμουμένης», μια και σε πυκνοκατοικημένες από Τούρκους περιοχές ακόμη και η ομιλία της ελληνικής συνιστούσε «πρόκληση» και «σκανδαλισμό». «Λόγω έλλειψης διδασκόντων και χρημάτων, στόχος της εχθρότητας και της δυσπιστίας των Αρχών, τα σχολεία σταματούν…Σε άλλες περιοχές της οθωμανικής επικράτειας, ώς το 1530, μόνον ελάχιστοι ιερείς υπάρχουν ή κάποια μοναστήρια…που διδάσκουν την ανάγνωση των στοιχειωδών θρησκευτικών κειμένων και τίποτα πέρα απ’ αυτά…Μέχρι το 1530 δε μας είναι γνωστή καμιά ελληνική σχολή σε οθωμανικό έδαφος…Υπάρχουν, όμως, σχολεία σε εδάφη υπό ενετική κατοχή» (Ζ. Νταλέγκρ, Έλληνες και Οθωμανοί 1453-1923, σσ. 132, 135). Στα 1515 διάταγμα του σουλτάνου Σελίμ απειλεί με θάνατο οποιονδήποτε επιδίδεται στην τυπογραφία. Στα 1555 ο αυστριακός πρέσβης Μπούσμπεκ έγραφε ότι οι Τούρκοι θεωρούν αμαρτία το τύπωμα θρησκευτικών βιβλίων (Ιναλτζίκ, ό.π., σ. 297). Το 1567 λειτουργεί για τρία χρόνια το πρώτο αρμενικό τυπογραφείο, που έπειτα καταστρέφεται από τους Οθωμανούς. Στα 1627 εγκαθιδρύεται το πρώτο ελληνορθόδοξο τυπογραφείο στην Πόλη, που καταστρέφεται τον επόμενο χρόνο από τους Οθωμανούς. Μειοδοσία λοιπόν δεν είναι να δείχνεται ο μύθος του Κρυφού Σχολειού αλλά όταν, παράλληλα, αποσιωπάται ότι εξαιτίας του μύθου των ανεκτικών Οσμανών η παιδεία στον ελληνικό χώρο τους δυο πρώτους αιώνες σχεδόν εξαφανίστηκε. Προφανώς κάποιοι θέλουν να αποδοθεί το 1821 απλώς στο «ατύχημα» της παρακμής της Οσμανικής κρατικής διοίκησης κι όχι στην αρχική και εγγενή αδικία της Οσμανικής κυριαρχίας. Ασφαλώς δεν συμφέρει στην πραγμάτωση της «ελληνοτουρκικής φιλίας», με το συγκεκριμένο και άνισο-άδικο περιεχόμενο, που πολλά ΜΜΕ και οι ιδιοκτήτες τους της δίνουν, η υπενθύμιση των παραπάνω.


Ο παρουσιαστής υποστηρίζει στο εικοστό πρώτο λεπτό της εκπομπής ότι (21:30) για τους υπηκόους του Σουλτάνου «η θρησκεία δεν εξελίσσεται σε πεδίο διαμάχης». Για να οδηγήσουν δυο θρησκείες σε διαμάχη πρέπει και οι δυο πλευρές να έχουν ίσα δικαιώματα και υλική ισχύ· ώστε να είναι δυνατή η έμπρακτη αμφισβήτηση της μίας από την άλλη. Δεν είναι η ύπαρξη ανεκτικότητας που εμποδίζει στην Οθωμανική Αυτοκρατορία την μετατροπή των θρησκευτικών διαφοροποιήσεων σε πεδίο διαμάχης αλλά η αυτονόητη και απόλυτη, νομικά και υλικά, κυριαρχία της μίας θρησκείας επί της άλλης, που καθιστά εκ των προτέρων περιττή κάθε διαμάχη. Επίσης ο παρουσιαστής οδηγεί αυθαίρετα στα άκρα το γεγονός ότι ορισμένοι Μουσουλμάνοι σέβονταν ορισμένους χριστιανικούς αγίους και ότι ορισμένοι Χριστιανοί σε διαδικασία σταδιακού εξισλαμισμού γοητεύονταν από τους Δερβίσηδες, ειδικά στη Μ. Ασία, όταν υποστηρίζει στο εικοστό πρώτο λεπτό της εκπομπής (21:47) ότι «Μουσουλμάνοι και Ορθόδοξοι σέβονται την πίστη του άλλου»· η διαδικασία δανεισμού μαγικών γιατροσοφίων δεν συνιστά σεβασμό, αλλά επιβίωση προχριστιανικών και προϊσλαμικών συνηθειών. Επίσης υποστηρίζει ότι «οι γάμοι μεταξύ τους δεν είναι σπάνιοι μετά από τον εξισλαμισμό» για να τεκμηριώσει (22:16) ότι οι δυο θρησκευτικές κοινότητες συνυπήρχαν και μοιράζονταν πολλά αναμεταξύ τους. Όμως ο εξισλαμισμός δεν συνιστά ούτε συνύπαρξη θρησκειών ούτε κοινή δραστηριότητα· συνιστά εξαφάνιση της μίας θρησκείας και απομύζηση του ανθρώπινου δυναμικού της. Τα παιδιά που προέκυπταν από τέτοιους γάμους και τα αναφέρει ο παρουσιαστής δεν είναι αποτέλεσμα ούτε παράδειγμα της συνύπαρξης δυο θρησκειών, αλλά είναι προϊόντα επιβολής της μίας επί της άλλης, εξαφάνισης της μίας και κυριαρχίας της άλλης. «Συνύπαρξη μεταξύ θρησκειών» νοείται και υφίσταται μόνο όταν οι προϋποθέσεις και οι όροι οι οποίοι την διέπουν είναι τέτοιοι ακριβώς ώστε να καθίσταται δυνατή η απρόσκοπτη κοινωνική αναπαραγωγή κάθε μιας από τις θρησκείες. Ως εκ τούτου η γειτονία δεν συνιστά αρμονική συνύπαρξη που μόνο αργότερα, χάρη στην παρακμή του Οσμανικού κράτους, διαταράχθηκε.


Για τον παρουσιαστή έπρεπε πρώτα να έρθει ο θεσμός των τσιφλικιών και των κοτζαμπάσηδων, «από τις αρχές του 17ου αιώνα» όπως παρατηρεί στο εικοστό έκτο λεπτό της εκπομπής (26:17), μετά τους δυο πρώτους αιώνες, ώστε να ερημώσει πρώτα η ελληνική ύπαιθρος (27:18) εξαιτίας της απληστίας των κοτζαμπάσηδων και των τσιφλικάδων. Όμως στην Πελοπόννησο «η αύξηση της δυνάμεως των κοτζαμπάσηδων αρχίζει κυρίως…από τις αρχές του 19ου αιώνα» ενώ στη Ρούμελη «οι αρματολοί έχουν τη δύναμη και όχι οι πρόκριτοι, οι κοτζαμπάσηδες» (Απ. Βακαλόπουλου, Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, τ. Ε’, σσ. 307, 418)· συνεπώς ο κοτζαμπασισμός ως αιτία εξουθένωσης των αγροτών άρα και αύξησης των επαναστατικών τάσεών τους δεν ήταν τόσο σημαντικός, παρά κάποιες δεκαετίες πριν από το 1821 και μόνο στον Μωριά, όχι στη Ρούμελη της οποίας οι αρματολοί-κλέφτες επίσης έλαβαν μέρος στην επανάσταση. Επίσης δεν ήταν μόνο οι Έλληνες κοτζαμπάσηδες αυτοί στους οποίους, ως υπεκμισθωτές, ανέθεσε τη συλλογή των φόρων, όπως λέει ο παρουσιαστής στο εικοστό έκτο λεπτό της εκπομπής (26:18). Υπεκμισθωτές των φόρων, και συνεπώς εκμεταλλευτές, δεν ήταν μόνο οι κοτζαμπάσηδες αλλά και οι λεγόμενοι αγιάνηδες (ayân) οι οποίοι ήταν Μουσουλμάνοι. Επιπλέον «Οι σουλτάνοι ήδη από τον 15ο αιώνα εκμισθώνουν ορισμένους φόρους για ν’ αποκτήσουν κεφάλαια σε σύντομο χρονικό διάστημα» » (Ζ. Νταλέγκρ, Έλληνες και Οθωμανοί 1453-1923, σ. 210). Όπως και να έχει όταν αποδίδεται το 1821 και η δυσφορία των απλών Ελλήνων έναντι της Οσμανικής εξουσίας κυρίως στην αρπακτικότητα των Ελλήνων κοτζαμπάσηδων, απαλλάσσεται των ευθυνών του το ίδιο το Οσμανικό Κράτος. Σύμφωνα με τον Σαρρή «η απόδοση της Ελληνικής, ιδιαίτερα, επανάστασης, με μόνη την κατάλυση του παραδοσιακού οσμανικού τιμαριωτισμού οδηγεί σε ανεπίτρεπτη υπεραπλούστευση του ζητήματος» (Οσμανική Πραγματικότητα, τ. 2, σ. 136). Αν, από μία στιγμή και μετά (μέσα 17ου αι.) η ζωή υπό τους Οθωμανούς γίνεται χειρότερη, αυτό οφείλεται αποκλειστικά στον εγγενή χαρακτήρα της Οσμανικής κυριαρχίας. Με το τέλος των οσμανικών κατακτήσεων οι πόροι των Οθωμανών μειώνονται, έπειτα χάρη στις εξερευνήσεις των Δυτικών το εμπόριο με την Ανατολή παρακάμπτει τους Οθωμανούς και τα οθωμανικά έσοδα από τους δασμούς μειώνονται, και χάρη στην άφθονη εισροή μετάλλων στην Ευρώπη από την Αμερική ο πληθωρισμός που ακολουθεί στην Ευρώπη μεταδίδεται στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Απέναντι στις νέες αυτές εξελίξεις οι Οθωμανοί δεν παύουν να είναι ανεκτικοί, απλώς φορολογούν ακόμη περισσότερο τους Χριστιανούς. Ακόμη και ο Τούρκος ιστορικός Χαλίλ Ιναλτζίκ (Η Οθωμανική αυτοκρατορία, σσ. 91-96) αποδίδει την απαρχή της τουρκικής παρακμής στην άρνηση των Τούρκων να υιοθετήσουν τις ευρωπαϊκές μεθόδους πολέμου καθώς και στον πληθωρισμό· αλλά, σύμφωνα με την εκπομπή του ΣΚΑΪ, βασικοί υπεύθυνοι για την χειροτέρευση της ποιότητας διαβίωσης των Χριστιανών υπό τους Οθωμανούς δεν ήταν οι Οθωμανοί, ήταν οι κοτζαμπάσηδες της ασήμαντης επαρχίας της Πελοποννήσου. Επιπλέον οι συντελεστές της εκπομπής αποσιώπησαν μιαν άλλην αιτία για την χειροτέρευση της κατάστασης των Χριστιανών μετά τον 16ο αι. στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. «Η κατάκτηση της Συρίας και της Αιγύπτου από τους Οθωμανούς κατά τις αρχές του 16ου αι. απετέλεσε αποφασιστική καμπή για τη θέση των τζιμμήδων, και ιδιαίτερα των ορθοδόξων. Η εδραίωση του κράτους και η ενσωμάτωση σε αυτό μεγάλου αριθμού ορθοδόξων μουσουλμανικών μαζών ενίσχυσε την αυτοπεποίθηση των σουλτάνων και τους οδήγησε σε αυστηρότερη ισλαμική ορθοδοξία. …Η επιβολή του ορθόδοξου ισλαμισμού έκοβε τις γέφυρες που συνέδεαν παλαιότερα τη λαϊκή λατρευτική ζωή των δύο θρησκειών και αύξαινε το χάσμα που χώριζε τους πιστούς από τους απίστους. (…) Σημαντικώτερη όμως συνέπεια της ενισχύσεως του μουσουλμανικού στοιχείου και της εδραιώσεως της σουλτανικής εξουσίας ήταν ότι έπαψε να υπάρχη η πολιτική σκοπιμότητα που είχε υπαγορεύσει την παραχώρηση των προνομίων κατά την περίοδο της κατακτήσεως. Φυσικό επακόλουθο ήταν η συνεχής καταπάτησή τους με διάφορους τρόπους και προφάσεις» (Ιστορία Ελληνικού Έθνους, τ. Ι’, σ. 44)


Στη συνέχεια, στο τριακοστό λεπτό της εκπομπής ο παρουσιαστής (30:58) δίνει μια εικόνα για τους δυο πρώτους αιώνες της Τουρκοκρατίας διαφορετική από εκείνην της Pax Ottomanica: Οκτώ πόλεμοι στα ελληνικά εδάφη, η Πελοπόννησος είναι ένα πεδίο μάχης, η Μεθώνη, το Άργος και το Ναύπλιο ξεθεμελιώνονται και οι κάτοικοί τους σφάζονται, Αλβανοί εποικίζουν τις ερημωμένες ελληνικές περιοχές, στις ελληνικές θάλασσες επικρατεί ανασφάλεια, οι Τούρκοι ερημώνουν την Πελοπόννησο ηττώμενοι από τους Βενετούς, το εμπόριο σβήνει κ.ο.κ. – και περιορίζεται μόνο στη Ν. Ελλάδα. Πώς συμβιβάζονται τα παραπάνω (που καταλαμβάνουν μόλις δύο λεπτά) με την αρχική (και μεγαλύτερης διάρκειας στην εκπομπή) περιγραφή μιας ειδυλλιακής πρώιμης Τουρκοκρατίας –εικόνα βασισμένη σε ένα χριστιανομουσουλμανικό νεκροταφείο στην Κόρινθο και σε ένα πλούσιο κεφαλοχώρι της Βοιωτίας– είναι κάτι που θα μπορούσε κανείς να ερμηνεύσει ως: στάχτη στα μάτια. Ξέρουμε ότι οι Τούρκοι έδιωχναν τους Έλληνες από τις παλαιές πόλεις και κατοικούσαν οι ίδιοι σε αυτές. Γενικότερα, μέσω της εκπομπής αντιστρέφεται το σχήμα «παρακμή των Ελλήνων στην πρώιμη Τουρκοκρατία, ακμή των Οθωμανών – ακμή των Ελλήνων στους μεταγενέστερους αιώνες, παρακμή των Οθωμανών», με τον ισχυρισμό ότι η ακμή Οθωμανών και η ακμή των Ελλήνων/Ρωμηών συνέπεσαν χρονικά, δηλαδή κατά τον 15ο και 16ο αιώνα. Πού είναι η ακμή ή έστω η ευημερία των Ελλήνων τότε;


Ο παρουσιαστής αναφέρει στο τριακοστό τρίτο λεπτό της εκπομπής (33:40) ως λόγους μετακίνησης των Ελλήνων στα ορεινά τις επιδημίες, τους πειρατές και τους ξένους στρατούς· όχι την Τουρκική κατοχή. Όμως οι μετακινήσεις αυτές στα Βαλκάνια δεν άρχισαν λόγω των βενετοτουρκικών πολέμων και της πειρατείας αλλά από την πρώτη στιγμή της εμφάνισης των Οσμανών, ως συνέχεια της αγωνιώδους φυγής των Ελλήνων Μικρασιατών από την Μικρασία μπροστά στην επέλαση των Τουρκομάνων-Σελτζούκων μετά τον 11ο αιώνα. Οι εποικισμοί των ορεινών περιοχών της Ελλάδας από χριστιανούς και οι μεταναστεύσεις τους εκτός του ελλαδικού χώρου δεν αρχίζουν με την απαρχή της παρακμής του Οσμανικού κράτους, τον 17ο αι., αλλά ακριβώς κατά τη στιγμή της εισβολής και εδραίωσης των Τούρκων στον ελλαδικό χώρο. Τους πρώτους, δήθεν καλούς αιώνες της Τουρκοκρατίας, όταν εισβάλουν οι Οθωμανοί σε Μακεδονία, Πελοπόννησο και Θεσσαλία, και όταν γίνονται οι εποικισμοί της Μακεδονίας και Θεσσαλίας με Γιουρούκους και Κόνιαρους, και όχι μετά τον 17ο αι. ο Ταΰγετος, ο Όλυμπος και τα Πιέρια, το Συνιάτσικο (Άσκιο), το Πήλιο, τα Άγραφα, η βόρεια Πίνδος και η ορεινή Χαλκιδική γεμίζουν από χριστιανικά χωριά και παρατηρείται φυγή χριστιανικών πληθυσμών στα Επτάνησα, τη Γεωργία, την Ιταλία και αλλού. Οι Πόντιοι το 1461 και 1490 ερημώνουν τα παράλια για τα χωριά της ενδοχώρας και του Καυκάσου. Η Σαμαρίνα αναφέρεται ήδη στα 1560, τον 17ο αιώνα μόνο στη Μάνη εντοπίζονται 300 χωριά. Με την υποδούλωση των βόρειων ελληνικών περιοχών στα τέλη του 14ου αιώνα οι βόρειοι Έλληνες κατέφυγαν στη Ν. Πελοπόννησο και στις Κυκλάδες. Μόνο ιδεολογική («αντιεθνοκεντρική») προπαγάνδα μπορεί να αποδώσει τα δυο ταυτόχρονα γεγονότα (εισβολή/εποικισμός Τούρκων και φυγή Ελλήνων σε βουνά ή σε μη τουρκικές περιοχές) σε άλλες κύριες αιτίες κι όχι στην οσμανική εισβολή. Ο Δωρόθεος Μονεμβασίας γράφει για τον 15ο αι.: «Ωσάν εκυρίευσεν ο Τούρκος των Μωρέαν, άφηκαν οι Χριστιανοί από τα κάστρη και από τας χώρας τα οσπήτιά τους, και τα άλλα τους πράγματα, και ταις ευημερίαις τους, και ήρχουνταν φαμιλικώς και έμπαιναν μέσα εις το [Ενετικό] Ανάπλι, και εκατοικούσαν…δια να λείψουν από τα πάθη των Τουρκών». Οι Μουσουλμάνοι, πολύ πριν τις απαρχές της οθωμανικής παρακμής, «στις αρχές του 16ου αιώνα αποτελούν το 90% του πληθυσμού στη Λάρισα, το 82% στην Αδριανούπολη, το 66% στη Σόφια, αν και μόνο το 6% στα περίχωρα» (Ζ. Νταλέγκρ, Έλληνες και Οθωμανοί 1453-1923, σ. 170). Ο παρουσιαστής και οι ιστορικοί σύμβουλοι της εκπομπής απέδωσαν ακόμη και την μαζική φυγή των ελληνικών πληθυσμών είτε στα ορεινά είτε εκτός των Βαλκανίων στους τουρκοβενετικούς πόλεμους και την πειρατεία. Ο Βερέμης ως αίτιο μετακίνησης επί Τουρκοκρατίας στα ορεινά αναφέρει στο τριακοστό τέταρτο λεπτό της εκπομπής (34:04) πρώτο την υγιεινότερη διαβίωση, ωσάν να γινόταν λόγος για φυματικούς πληθυσμούς στους οποίους ο γιατρός συνέστησε τον αέρα της εξοχής. Παραδόξως, και στα βυζαντινά χρόνια κατά τα οποία επίσης ξεσπούσαν επιδημίες, η ορεινή Ελλάδα δεν πλημμύρισε από χωριά όπως κατά την Τουρκοκρατία. Ο Βερέμης έπειτα (34:26) αναφέρει ως λόγο την αποφυγή των φόρων. Όμως, υποτίθεται ότι οι Οσμανοί φορολογούσαν λιγότερο τους ελληνικούς πληθυσμούς. Γιατί, αφού οι φόροι μειώθηκαν τόσο με την άφιξη των Οσμανών, ο κόσμος άρχισε να φεύγει στα βουνά για να αποφύγει την πληρωμή τους στους Οσμανούς; Και γιατί ως τρίτος λόγος θεωρείται (34:39 και 38:34) η ασφάλεια από το (οσμανικό) Κράτος και τις «πολλές παρεκτροπές» του (ποιες άραγε;), αφού αρχικά αυτό θεωρήθηκε ότι έδωσε πρωτόγνωρη αίσθηση ασφάλειας και την Pax Ottomanica στους κατοίκους; Ο παρουσιαστής επικρίνει στο έβδομο λεπτό της εκπομπής (7:21) την άποψη «των περισσότερων από εμάς» (σταθερή η αναφορά στο housewives) ότι οι Έλληνες κατέφευγαν στα βουνά για να επαναστατήσουν και ότι οι Οθωμανοί δεν προσέφεραν τίποτε το θετικό όντας βάρβαροι. Η καταφυγή στα βουνά, σε πρώτο στάδιο όχι για να χρησιμοποιηθούν αυτά ως επαναστατικό ορμητήριο αλλά για να γλιτώσουν οι κάτοικοι από τους Τούρκους, δείχνει και την ποιότητα της διαβίωσής τους υπό τους Οθωμανούς.


Όσον αφορά στους Κλέφτες, ο παρουσιαστής υποστηρίζει στο τριακοστό όγδοο λεπτό της εκπομπής (38:15) ότι αυτοί δεν είναι εθνικοί ήρωες, ότι οι Κλέφτες λεηλατούν αδιακρίτως την περιουσία Χριστιανών και Μουσουλμάνων (38:42), θεωρούν πατρίδα (εννοείται: μόνο) τον τόπο καταγωγής τους (39:16), «δεν έχουν την αίσθηση ότι ανήκουν σε ένα ευρύτερο σύνολο με κοινά πολιτιστικά χαρακτηριστικά, σε ένα έθνος» (39:27). Παρ’ όλο που αληθεύει ότι οι Κλέφτες δεν λήστευαν μόνον Μουσουλμάνους, τα υπόλοιπα έρχονται σε αντίθεση με τα εξής. Εάν οι Κλέφτες δεν είχαν καθόλου «εθνική» «συνείδηση», τότε θα αντιμετωπίζονταν με τον ίδιο τρόπο από τους μουσουλμανικούς και τους χριστιανικούς πληθυσμούς, δηλαδή στα ελληνικά δημοτικά τραγούδια οι Κλέφτες δεν θα εμφανιζόταν να αντιμάχονται μόνο τους «Τούρκους» ενώ στα τραγούδια των Μουσουλμάνων της Ελλάδας οι Κλέφτες θα εμφανίζονταν εθνοθρησκευτικά αδιάφοροι. Το σημαντικότερο: Οι ίδιοι οι Κλέφτες διαφορετικής εθνότητας διαισθάνονταν τις εθνοτικές διαφοροποιήσεις μεταξύ τους, παρ’ όλο που λήστευαν ανεξαρτήτως εθνότητας και θρησκείας. Δηλαδή: «…το φαινόμενο του κλέφτη είναι γενικό και δεν αναφέρεται ειδικά σε μία και μόνη εθνότητα. Ενώ λοιπόν υπάρχει ομοιότροπη αντιμετώπιση των κλεφτών, ανεξαρτήτως εθνικότητας, από τους γαιοκτήμονες και από τους εκπροσώπους της πολιτικής ηγεσίας, είτε μουσουλμάνοι είναι αυτοί είτε μη μουσουλμάνοι, δεν φαίνεται να υπάρχει ταξική αλληλεγγύη μεταξύ των μουσουλμάνων και των μη μουσουλμάνων κλεφτών (Çetin Yetkin, Etnik ve Toplumsal Yönleriye Türk Halk Hareketleri ve Devrimler = Τουρκικά λαϊκά κινήματα και επαναστάσεις με τις εθνικές και κοινωνικές τους πλευρές). Η «εθνική» αντίθεση, λοιπόν, απορρόφησε την ταξική, γεγονός που διαπιστώνεται στον τρόπο με τον οποίο πραγματοποιήθηκε κάθε εξέγερση των Ελλήνων κατά των Οσμανών» (Ν. Σαρρή, Προεπαναστατική Ελλάδα και Οσμανικό Κράτος, σ. 103). Σε πάρα πολλά από τα 192 κλέφτικα τραγούδια της συλλογής του Passow η αντίσταση, η άρνηση υποταγής στους Οθωμανούς και το μίσος κατά αυτών είναι κάτι παραπάνω από άμεσα αντιληπτό, είναι ο πυρήνας των τραγουδιών· δεν βρίσκουμε σε αυτά, όμως, τα ίδια αρνητικά συναισθήματα για τους Χριστιανούς – όπως θα βρίσκαμε εάν υποθέταμε ότι οι Κλέφτες δεν είχαν «εθνική» «συνείδηση». «Είχαν τουλάχιστον ορισμένα χαρακτηριστικά που πλησίαζαν το εθνικό συναίσθημα. Αισθάνονταν άσπονδο μίσος για τους απίστους. Λάτρευαν με απλοϊκό τρόπο την Εκκλησία τους και…καλούσαν παπάδες να ευλογήσουν τα όπλα τους» (D. Dakin, Η ενοποίηση της Ελλάδας, σ. 42). «Οι επιθέσεις τους εναντίον των περίοπτων συμβόλων της οθωμανικής εξουσίας…έκαναν τη λαϊκή φαντασία να τους θεωρεί υπερασπιστές των καταπιεσμένων Ελλήνων ραγιάδων εναντίον των Μουσουλμάνων κατακτητών τους…» (R. Clogg, Συνοπτική ιστορία της Ελλάδας, σ. 17). «Κάποτε έκλεβαν, βασάνιζαν ή και δολοφονούσαν έλληνες συμπατριώτες τους – πλούσιους βασικά και όχι απλούς χωρικούς. Συχνότερα όμως έκαναν επιδρομές εναντίον Τούρκων…Είχαν την υποστήριξη των απλών καταπιεσμένων ανθρώπων» (J.A. Petropoulos, Πολιτική και συγκρότηση κράτους στο Ελληνικό Βασίλειο, σ. 40). «…Αρκετές φορές ο ορίζοντάς του μοιάζει να περιορίζεται στα πλαίσια της ομάδας του και του μικρού εδαφικού τμήματος που ελέγχει…Έχει όμως συνειδητοποιήσει ότι ανήκει σε μια ομάδα, πως αποκαλείται «ρωμιός» ή «γραικός», πως είναι σαφώς αμέτοχος σε κάθε είδους εξουσία, και στις συχνές επαφές του με τους Ιταλούς επιμένει στο ότι ανήκει σε διαφορετικό έθνος από εκείνο των ιθυνόντων» (Ζ. Νταλέγκρ, Έλληνες και Οθωμανοί 1453-1923, σσ. 252-3). Όπως αναφέρει ο Ι.Κ. Χασιώτης «Για τις επαναστατικές προσπάθειες …Ακόμα και οι πηγές, όταν υπάρχουν, είναι συχνά παραπλανητικές. Το πληροφοριακό υλικό καταρχήν των οθωμανικών εγγράφων, ακόμα και όταν είναι ποσοτικά επαρκές, παρουσιάζει κι αυτό προβλήματα αξιοπιστίας. Τα περισσότερα από τα δημοσιευμένα σχετικά έγγραφα (όπως π.χ. των ιεροδικείων της Βέροιας και της Θεσσαλονίκης και των τοπικών οθωμανικών αρχών της βορειοδυτικής Μακεδονίας, της Αλβανίας και της νοτιοδυτικής Σερβίας) αποκρύπτουν (ή και αγνοούν) τον πολιτικό χαρακτήρα των αντιτουρκικών εκδηλώσεων, εμφανίζοντάς τες ως ποινικά αδικήματα και κακουργήματα ληστών, φυγοδίκων και γενικά ηθικά διεφθαρμένων ατόμων. Μόνο όταν η έρευνα των οθωμανικών πηγών συνδυαστεί ορθολογικά –και χωρίς τις ιδεολογικές και ιστοριογραφικές προκαταλήψεις– με άλλες διαθέσιμες πληροφορίες, θα έχουμε ολοκληρωμένες μελέτες της πολιτικής δραστηριότητας των χριστιανών υπηκόων του σουλτάνου» (Μεταξύ Οθωμανικής κυριαρχίας και ευρωπαϊκής πρόκλησης, Ο ελληνικός κόσμος στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, σ. 23).


Όσον αφορά στα Ορλωφικά ο Τούρκος καθηγητής Φικρέτ Αντανίρ στο τεσσαρακοστό λεπτό της εκπομπής (40:15) υποστηρίζει ότι «οι Οθωμανοί δεν ενδιαφέρονταν γι αυτές τις περιοχές, γιατί ήταν πολύ φτωχές. Ήταν άγονες και βραχώδεις…Αυτοί οι θύλακες τραβούσαν την προσοχή των ξένων δυνάμεων. Για να αποκτήσουν επιρροή στα Βαλκάνια, έπρεπε να πάρουν με το μέρος τους αυτές τις κοινότητες…». Παρ’ όλο που δεν ενδιαφέρονταν οι Οθωμανοί για την άγονη Ελλάδα, πολεμούσαν επί εννιά χρόνια προκειμένου να μην την χάσουν. Φαίνεται ότι απλώς θίχτηκε το οθωμανικό φιλότιμο από την εξέγερση, τόσο ώστε να ζητήσουν τη συνδρομή ακόμη και Μουσουλμάνων στασιαστών εναντίον της, όπως του Μεχμέτ Αλή. Η παραπάνω αντιμετώπιση των επαναστάσεων των Ελλήνων, ως απλώς υποκινούμενων από τις ξένες δυνάμεις, εντάσσεται στα πλαίσια της προσπάθειας να αποσιωπηθεί η ύπαρξη της οθωμανικής τυραννίας ή να υποτιμηθεί η έκτασή της. Οι Έλληνες δεν είχαν κανένα λόγο να επαναστατήσουν, περνούσαν ημιαυτόνομοι στα άγονα βράχια τους, που ήταν άχρηστα στους Τούρκους, και ζούσαν λίγο-πολύ ευχάριστα, λέει ο παραπάνω καθηγητής· άρα, η μόνη λογική εξήγηση για τις εξεγέρσεις τους είναι πως αυτές ήταν υποκινούμενες από το εξωτερικό. Η εξήγηση του Τούρκου καθηγητή εντάσσεται στο πλαίσιο της απαξίωσης από την τουρκική ιστοριογραφία της Ελληνικής Επανάστασης, η οποία είναι της μόδας και στην ελληνική ιστοριογραφία. Οι επαναστάτες του 1821 είναι για όχι λίγους Τούρκους ιστορικούς «ληστές» και «στασιαστές», και η Ελληνική Επανάσταση «στασιαστική ενέργεια κατά του κράτους» και «στάση του Μωριά», ωσάν να μην εξερράγη το 1821 η επανάσταση σε Θεσσαλία, Μακεδονία, Αιγαίο και Θράκη. Αφού δεν την κατέστειλαν, μπορούν να την υποτιμούν στους αιώνες των αιώνων.


Ο παρουσιαστής στο τεσσαρακοστό τέταρτο λεπτό της εκπομπής θεωρεί (44:31) ως αιτία της αποτυχίας των Ορλωφικών είναι ότι οι Έλληνες δεν είδαν τα Ορλωφικά ως «τον σπόρο της επανάστασης κατά των Τούρκων», δηλαδή –θέλει να πει– δεν είχαν λόγο να επαναστατήσουν κατά ενός μη καταπιεστικού κράτους, και «συμμετείχαν μόνο στο βαθμό που εξυπηρετούσε τα δικά τους, τοπικά συμφέροντα. Το 1770 οι Έλληνες δεν λειτουργούν ακόμα σαν σύνολο, σαν έθνος· αυτό θα αλλάξει ριζικά τα πρώτα είκοσι χρόνια του επόμενου αιώνα». Ωστόσο, ο έντονος τοπικισμός υπήρχε και αργότερα, δεν μπορεί λοιπόν να θεωρηθεί η αιτία της αποτυχίας. Σημαντικός παράγοντας ήταν η ασυνεννοησία μεταξύ Ελλήνων και Ρώσσων. Βλέποντας τις λιγοστές ρωσσικές δυνάμεις οι Μανιάτες δείχθηκαν επιφυλακτικοί και λίγοι κατατάχθηκαν στο στρατό του Θ. Ορλώφ. Οι Ρώσσοι έλπιζαν να νικήσουν με τις δυνάμεις των Ελλήνων ενώ οι Έλληνες περίμεναν δυνάμεις ανάλογες με την έκταση του πολεμικού εγχειρήματος. Άλλωστε στα Ορλωφικά δεν συμμετείχαν μόνο Πελοποννήσιοι αλλά ο επαναστατικός αναβρασμός επεκτάθηκε στη Ρούμελη, στο Σούλι, στον Όλυμπο, στην Κρήτη και 5000 εθελοντές Επτανήσιοι συστρατεύθηκαν. Άραγε αυτό αποτελεί δείγμα τοπικισμού ή πανελλήνιας εξέγερσης;


Στην συζήτηση μετά την πρώτη εκπομπή, στο δωδέκατο λεπτό (12:37), προκειμένου να μαζευτούν τα ασυμμάζευτα (έτσι όμως δημιουργείται αντίφαση) ο Βερέμης δέχεται «απολύτως» την άποψη ότι «το έθνος των Ελλήνων, προερχόμενο από τα βάθη της ιστορίας, με την κοινή γλώσσα και την κοινή θρησκεία, χειραφετείται έναντι της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας». Ο Βερέμης στο δέκατο ένατο λεπτό της εκπομπής (19:47-53) ισχυρίζεται ότι ο Κοραής προτιμούσε το Έλληνας αντί το Γραικός, ενώ είναι γνωστό ότι ο Κοραής έγραψε (Διάλογος δύο Γραικών) «Επρόκρινα το Γραικός, επειδή ούτω μας ονομάζουσι και όλα τα φωτισμένα έθνη της Ευρώπης» και όχι το «Έλληνας». Ο Βερέμης συνεχίζοντας (21:56 της συζήτησης) υποστηρίζει ότι ήταν ο Παπαρρηγόπουλος ο οποίος ένωσε Αρχαία Ελλάδα, Βυζάντιο και Νέο Ελληνισμό· ενώ είναι γνωστό ότι οι εθνοσυνελεύσεις του 1821 θεωρούσαν τους Βυζαντινούς Αυτοκράτορες «ημέτερους» και «αυτοκράτορες της Ελλάδας» διακηρύσσοντας πολύ πιο πριν από τον Παπαρρηγόπουλο την άποψη για την εθνική συνέχεια, και βέβαια μπορεί κανείς να πάει πιο πίσω, σε λογίους του 16ου και 17ου αιώνα με παρόμοιες απόψεις. Ο Βερέμης (20:59 της συζήτησης) υποστηρίζει ότι οι Βαλκάνιοι μαθαίνοντας ελληνικά και όντας Ορθόδοξοι εξελληνίζονταν· κάτι που αντιβαίνει στην άποψη της πρώτης εκπομπής ότι η ελληνοφωνία συνδυαζόμενη με την Ορθοδοξία δεν συνεπάγεται την (νέα) ελληνικότητα. Ο Τατσόπουλος υποστηρίζει (42:02, 42:21 και 45:15-34 της συζήτησης) ότι «δεν υπήρξε η Αγία Λαύρα». Ο Παλαιών Πατρών Γερμανός δεν βρισκόταν στην Λαύρα στις 25/3 αλλά στην Πάτρα, και την ημέρα εκείνη όρκισε τους πατρινούς επαναστάτες στην πλατεία Αγίου Γεωργίου (Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ. ΙΒ’, σ. 86). Η «Αγία Λαύρα» υπήρξε. Όχι στις 25/3 αλλά στις 17/3: «Μαρτυρίες από οικογενειακά αρχεία αγωνιστών που αναφέρουν ότι όχι μόνο αποφασίστηκε τότε στην Αγία Λαύρα η έναρξη της Επαναστάσεως αλλά πως έγινε και ειδική δοξολογία στις 17 Μαρτίου, ημέρα εορτής του τιμωμένου εκεί Αγίου Αλεξίου, και επακολούθησε ορκωμοσία» (ό.π., σ. 82). Όσο κι αν συνιστά μύθο η άποψη ότι η επανάσταση ξεκίνησε στις 25/3 άλλο τόσο μυθοπλασία συνιστά η άποψη που αποσιωπά το ότι οι Επαναστάτες (βλ. τα απομνημονεύματα του Κολοκοτρώνη) είχαν ρητά επιλέξει την 25/3 ως ημερομηνία έναρξης της επανάστασης ακριβώς επειδή ήταν η χριστιανική γιορτή του Ευαγγελισμού, ασχέτως του αν, επειδή οι Τούρκοι είχαν αντιληφθεί τα σχέδια των επαναστατών, οι τελευταίοι εξεγέρθηκαν μερικές μέρες νωρίτερα.


Αναφορικά με την αυτονομία που οι Τούρκοι παραχώρησαν σε διάφορες περιοχές, δεν πρέπει αυτή να εκλαμβάνεται ως δείγμα της οθωμανικής ανεκτικότητας. Τα προνόμια σε μια περιοχή δίνονταν είτε επειδή οι κάτοικοί της ήταν ανυπότακτοι είτε επειδή οι Οθωμανοί χρειάζονταν με το α ή β τρόπο τους κατοίκους μιας περιοχής είτε επειδή ήθελαν να προσελκύσουν κόσμο σε μια συγκεκριμένη περιοχή. Όχι λόγω ανεκτικότητας. «Το Μέτσοβο, που βοήθησε τα σουλτανικά στρατεύματα να διασχίσουν το πέρασμα της Κατάρας…απέκτησε το προνόμιο να μην έχει κανέναν Τούρκο κάτοικο…Τα Μαδεμοχώρια [Χαλκιδική] είναι απαραίτητα στο κράτος που στηρίζεται στους εξειδικευμένους εργάτες τους και για το λόγο αυτό τον 18ο αιώνα έχουν τη δυνατότητα να οργανωθούν σε ομοσπονδία 360 χωριών…Οι Κυκλάδες είναι στρατηγικής σημασίας τόπος και ο σουλτάνος χρειάζεται τις ναυτικές τους ικανότητες: Έτσι, αποκτούν ένα ευνοϊκό καθεστώς…Άλλα νησιά, όπως η Ρόδος, αποκτούν επίσης προνόμια γιατί ο σουλτάνος φοβάται μήπως οι κάτοικοί τους δραπετεύσουν σε ενετικά εδάφη» (Ζ. Νταλέγκρ, Έλληνες και Οθωμανοί 1453-1923, σσ. 108-9), ενώ η Μάνη αποκτά αυτονομία λόγω του πολεμικού χαρακτήρα των κατοίκων της. Η ανεκτικότητα των Οσμανών προς τους Χριστιανούς οφειλόταν στην επεκτατική τάση των πρώτων. Μόνο αν ήταν αρχικά ανεκτικοί θα στερέωναν την εξουσία τους σε χριστιανικές περιοχές. Οι Οσμανοί «ήξεραν ότι ακολουθώντας μια συμφιλιωτική τακτική απέναντι στους Χριστιανούς θα μπορούσαν ευκολότερα να επεκτείνουν τις κτήσεις τους…Άλλωστε, οι αρχές του επεκτατισμού τους τούς επέβαλλαν να φέρονται με ανεκτικότητα στο ντόπιο αρχοντολόι και στην τάξη των στρατιωτικών» (Η Οθωμανική Αυτοκρατορία, σ. 32).


Πρέπει να πούμε, ότι η εξάπλωση της Οθωμανικής κοσμοαντίληψης μέσω της εξάπλωσης στην Ανατολική Μεσόγειο των Οθωμανών γιγάντωσε ό,τι αρνητικό και για τους ίδιους τους Τουρκομουσουλμάνους είχε η κοσμοαντίληψη αυτή. Ο Μεχμέτ ο Πορθητής κωδικοποίησε στους νόμους του «μια διάταξη που στην πραγματικότητα εφαρμοζόταν συστηματικά από τα πρώτα κιόλας χρόνια της αυτοκρατορίας». Η διάταξη αυτή έλεγε: «Για το καλό του κράτους, εκείνος από τους γιους μου στον οποίον θα χαρίσει ο Θεός τη σουλτανεία μπορεί να θανατώσει τ’ αδέρφια του με νόμιμο τρόπο. Η πλειοψηφία των ουλεμάδων το θεωρεί θεμιτό» (Χ. Ιναλτζίκ, Η Οθωμανική αυτοκρατορία, σ. 108). Το σημαντικό εδώ δεν είναι απλώς οι αδελφοκτονίες και οι δολοφονίες ούτε καν ότι η αντίληψη αυτή κατέστη επίσημος νόμος, αλλά ότι «η φυσική εξόντωση των αρσενικών μελών της οικογένειας του μονάρχη δεν απαντάται σε άλλες τουρκικές δυναστείες» (Σαρρή, Οσμανική Πραγματικότητα, τ. 1, σ. 365), αλλά ακριβώς στην Οθωμανική, η οποία ήταν πολιτισμικά καθυστερημένη σε σχέση με τους Σελτζούκους Τούρκους. Δηλαδή τελικά το Βυζάντιο κατακτήθηκε από τη χειρότερη δυνατή εκδοχή του Τουρκικού Ισλάμ. Ο ίδιος ο Πορθητής εφάρμοσε αυτόν τον νόμο της παρεξηγημένης από εμάς τους Νεοέλληνες Οθωμανικής Αυτοκρατορίας σκοτώνοντας δυο αδέρφια του. Ο Μουράτ Α’ σκότωσε εκτός άλλων τον αδελφό και το γιό του· ο Βαγιαζήτ Α’ τον αδερφό του. Ο Μεχμέτ Α’ τον αδερφό του. Ο Μουράτ Β’ σκότωσε ένα αδερφό του και τύφλωσε άλλους τρεις. Ο Σελήμ Α’ σκότωσε τον πατέρα του, δυο αδέρφια του και το γιό του. Ο Σουλεϊμάν Α’ ο Μεγαλοπρεπής σκότωσε επτά εγγόνια του και δυο γιους του. Στα 1574 ο Μουράτ Γ’ στραγγάλισε τα πέντε αδέρφια του, ενώ το 1595 ο Μεχμέτ Γ’ θανάτωσε και τους δεκαεννιά αδερφούς του, πολλοί από τους οποίους ήταν βρέφη που θήλαζαν. Ο Οσμάν Β’ τον αδερφό του. Ο Μουράτ Δ’ δυο αδέρφια του, ο Μεχμέτ Δ’ τον πατέρα του, ο Μαχμούντ Β’ σκότωσε έναν αδελφό του. Αργότερα οι υποψήφιοι διάδοχοι του οθωμανικού θρόνου κλείνονταν από την αρχή της ζωής τους στο καφάσι, ένα ειδικό τμήμα του χαρεμιού έως την ενθρόνιση ενός από αυτούς (Χ. Ιναλτζίκ, Η Οθωμανική αυτοκρατορία, σ. 109). Από το άγχος της πιθανής επικείμενης εκτέλεσης ορισμένοι διάδοχοι ενθρονίζονταν σε μεγάλη ηλικία μισότρελοι. Η έλλειψη ανεκτικότητας των Οθωμανών Τούρκων αφορούσε όχι μόνο τους μη Μουσουλμάνους αλλά ενίοτε και τους Μουσουλμάνους. Στα 1580 μια ομάδα γενιτσάρων ισοπέδωσε το αστεροσκοπείο της Κωνσταντινούπολης (ό.π., σ. 306). Στα 1537 εκδόθηκε διαταγή σύμφωνα με την οποία «όποιος αμφισβητούσε τα λόγια του Προφήτη έπρεπε να θεωρείται άπιστος και να εκτελείται» (ό.π., σ. 310). Στα 1656 έγιναν επιθέσεις κατά των τεκέδων της Πόλης με σκοπό την εξόντωση των μουσουλμανικών αιρέσεων (ό.π., σ. 314). Διάφορες μουσουλμανικές αιρέσεις, όπως οι Μπεντρεντινλήδες αντιμετώπιζαν πάντα την καχυποψία του καθεστώτος (ό.π., σ. 324) και διώκονταν, όπως και οι Μελαμήδες και οι Χουρούφηδες και οι Κιζιλμπάσηδες (ό.π., σσ. 328-335), ενώ στους οθωμανικούς μεντρεσέδες η μελέτη της περσικής γλώσσας απαγορευόταν (ό.π., σ. 343) από τους Οθωμανούς ουλεμάδες. Οι σιίτες Πέρσες Μουσουλμάνοι που κατοικούσαν εντός της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας υποβάλλονταν σε χαράτσι όπως και οι Χριστιανοί ραγιάδες (Σαρρή, Οσμανική Πραγματικότητα, τ. 2, σ. 163). Στους νόμους του Μωάμεθ Β’: «Η αταξία και η έλλειψη στοιχειώδους ταξινόμησης στην ύλη των διαταγμάτων μπορούν, ίσως, να συγκριθούν με πρωτόγονες νομοθεσίες, όχι όμως και με νομοθεσίες του επιπέδου της βυζαντινής. Η όλη υφή των κανουνναμέδων του Μεχμέτ Β’ ενισχύει την άποψη ότι, στην πραγματικότητα, πρόκειται για βαρβαρικό νομοθέτημα. Τα τρία πρώτα κεφάλαια του νόμου – ομοιάζουν πολύ με τη βουργουνδιανή νομοθεσία και το σαλικό νόμο –είναι αφιερωμένα σε εγκλήματα απαγωγής, επίθεσης, συκοφάντησης κ.τ.λ.» (Αγροτικές σχέσεις στην Οθωμανική Αυτοκρατορία (15ος – 16ος αι.), σελ. 44).


Εδώ πρέπει να αναφέρουμε επίσης την άποψη ότι ο Πορθητής ήταν κάποιος Αναγεννησιακός ηγεμόνας ή κάποιος που θεωρείτο από τους Έλληνες συνεχιστής των Ρωμιών αυτοκρατόρων. Ο Πορθητής «ζητούσε από τους ιταλούς του συμβούλους να του διαβάσουν ηρωικές ιστορίες από την αρχαιότητα, όχι για να συμπεριφερθεί ως Έλληνας ή Ρωμαίος, αλλά για να μάθει τα μυστικά της στρατηγικής τους. Πίστευε πως έτσι θα κατόρθωνε να γνωρίσει καλύτερα τις δυτικές χώρες και τις στρατιωτικές τους μεθόδους…Κάτω απ’ αυτή την οπτική πρέπει να αξιολογηθούν και οι τρεις συζητήσεις που είχε με τον Γεννάδιο. Ο πατριάρχης αναγκάστηκε να του υποβάλλει δυο εκθέσεις στις οποίες ανέλυε τις δογματικές διαφορές των χριστιανών. Έτσι, ο Πορθητής διέθετε τις πιο έγκυρες πηγές πληροφόρησης αναφορικά προς τη χριστιανική θρησκεία, στις οποίες μπορούσε να προσφύγει άφοβα προκειμένου να προωθήσει την πολιτική του πρακτική…Ούτε ο Μεχμέντ Β’ ούτε οι πρόγονοί του, αλλά ούτε και οι απόγονοί του αισθάνθηκαν ότι ήταν διάδοχοι Καισάρων και Βασιλέων. Προσδέθηκαν σε τουρανικά και ισλαμικά πρότυπα. Ο επίσημος τίτλος του Πορθητή ήταν "Μεχμέντ γιος του Μουράντ Χαν, πάντα νικητής" (Mehmed bin Murat Han, muzaffer daima) και ο στρατιωτικός "Σουλτάνος" ή "Μεγάλος Βεζύρης (Αμιράς)". Ο Πορθητής και οι πρόγονοι και οι επίγονοί του είχαν βαθιά συνείδηση ότι ήταν χάνοι ή χακάν…» (Σαρρή, Οσμανική Πραγματικότητα, τ. Ι, σ. 161-4). Κι ο Χαλίλ Ιναλτζίκ παραδέχεται ότι «Είναι υπερβολή να κατατάσσουμε τον Μεχμέτ στην ίδια κατηγορία με τους συγχρόνους του ηγεμόνες της Αναγέννησης. Πάνω απ’ όλα ήταν ένας Μουσουλμάνος γαζής πολέμαρχος» (Η Οθωμανική Αυτοκρατορία, σ. 59), και μάλιστα ότι «Το ενδιαφέρον του Μεχμέτ για τον χριστιανικό κόσμο πήγαζε από τον πόθο του να τον κατακτήσει και να τον κυβερνήσει» (ό.π., σ. 309). Άλλωστε οι ίδιοι οι Ρωμιοί ποτέ δεν δέχτηκαν ότι οι Οθωμανοί ήταν συνεχιστές των Βυζαντινών Αυτοκρατόρων: Ο Κολοκοτρώνης είπε «Ο βασιλεύς μας εσκοτώθη, καμμία συνθήκη δεν έκαμε. Η φρουρά του είχε παντοτινόν πόλεμον με τους Τούρκους», ενώ πολύ πριν, ο Γεννάδιος έγραφε «οὔτε γὰρ βασιλείαν ἔχομεν νῦν» και ένα ελληνορθόδοξο Χρονικό της εποχής μετά την Άλωση αποκαλεί «αλητήριο» τον Μωάμεθ τον Πορθητή επειδή αυτός προσπάθησε να εμφανιστεί ως διάδοχος των Βυζαντινών Αυτοκρατόρων (Ι.Κ. Χασιώτη, Μεταξύ Οθωμανικής κυριαρχίας και ευρωπαϊκής πρόκλησης, Ο ελληνικός κόσμος στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, σ. 113).


Κλείνοντας, κανείς μπορεί να απορήσει πώς γίνεται σε μία μόνο εκπομπή να καλύπτεται η περίοδος από τον 15ο αιώνα ώς τα Ορλωφικά. Είναι πράγματι εντυπωσιακό ότι 300 χρόνια περιγράφονται τόσο γρήγορα και, όχι λίγες φορές, με σοβαρές αποσιωπήσεις, με αρκετές ανακρίβειες και με όχι ασήμαντες αντιφάσεις.


Επιστροφή στο "Ιστορία-μελέτες"







0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Τα σχόλιά σας είναι ευπρόσδεκτα όταν διατυπώνονται με ευπρέπεια και ευγένεια.