Κυριακή, 29 Ιανουαρίου 2012

Ιστορίες φτωχών και αστέγων… Αφεντάδες της Κυβέρνησης, ο κόσμος δεν είναι ποσοστά και αριθμοί, είναι πρόσωπα ανθρώπινα όπως εσείς και οί οικογένειές σας…





«Όταν νυχτώνει δεν ξέρω αν θα βγάλω το βράδυ, αν θα ζήσω το επόμενο πρωί»

(Απο το patrablog)

Στήν θέση του θα μπορούσαμε νά  είμαστε εμείς, κι΄ άν τώρα δεν είμαστε ποιός ξέρει το αύριο ;



« Τα τελευταία δύο χρόνια, με την οικονομική κρίση, υπάρχει μια τεράστια αύξηση του αριθμού των αστέγων, με τον ακριβή του αριθμό να μην μπορεί να προσδιοριστεί παρά μόνο κατά προσέγγιση.

Κάτι που αποτελεί έκπληξη είναι πως στο Κέντρο Αλληλεγγύης πηγαίνουν για να σιτιστούν και άνθρωποι από περιοχές παραδοσιακά πλούσιες όπως η Βούλα, η Κηφισιά, η Εκάλη.

Όμως η κατηγορία που προκαλεί ιδιαίτερη εντύπωση είναι οι νεόπτωχοι ή νεοάστεγοι. 



Είναι άνθρωποι καθημερινοί, με κοστούμια και φορητούς υπολογιστές, οι οποίοι πηγαίνουν καθημερινά για το συσσίτιο, επιχειρηματίες, επαγγελματίες ή υπάλληλοι που έχουν χάσει τη δουλειά τους λόγω της κρίσης.

Δεν θέλουν να εμφανίζονται, στην ουσία κρύβονται, έχουν ξαφνιαστεί από την κατάσταση στην οποία ξαφνικά βρέθηκαν, άνθρωποι καλοντυμένοι οι οποίοι από τη μια στιγμή στην άλλη βρέθηκαν στον δρόμο, ως επί το πλείστον νέοι σε ηλικία.



Οι νεοάστεγοι είναι φοβισμένοι άνθρωποι, ντροπαλοί και δεν θέλουν να δημοσιοποιούνται τα χαρακτηριστικά τους. Έρχονται εδώ στο κέντρο, τρώνε και φεύγουν...
 
Πονηροί πολιτικοί πού έφεραν τον κόσμο σ΄ αυτό καί στό άλλο κατάντημα παραμένουν ακόμη στό ακαταδίωκτο, ψηφίζοντας νόμους υπέρ τής ασυλίας τους...

 «Όταν νυχτώνει, δεν ξέρω αν θα βγάλω το βράδυ…»


Ο άστεγος δεν αγωνίζεται μόνο για την επιβίωσή του, να βρει φαγητό και ένα υποτυπώδες μέρος να περάσει τη νύχτα του, δίχως να γνωρίζει τι θα του επιφυλάσσει η επόμενη μέρα, αλλά έχει να αντιμετωπίσει και την...
αδιαφορία των κρατικών φορέων.

Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της πλατείας Κλαυθμώνος, όπου τα Χριστούγεννα ο Δήμος Αθηναίων ξήλωσε τα παγκάκια για λόγους «ανάπλασης» ενώ το καλοκαίρι είχε κοπεί η παροχή νερού σε πολλές περιοχές της πρωτεύουσας, με τους άστεγους, εκτός από φαγητό, να δυσκολεύονται να βρουν έστω και ένα ποτήρι νερό.



Σε πολλές περιπτώσεις, όπως μας κατήγγειλαν άνθρωποι οι οποίοι έχουν βρεθεί στον δρόμο, επιστρατεύεται και η δημοτική αστυνομία, η οποία τα πρωινά που απουσιάζουν οι άστεγοι από τα αυτοσχέδια καταλύματά τους αφαιρεί τις κουβέρτες ώστε να τους αναγκάσει να απομακρυνθούν.

 

«Όταν νυχτώνει δεν ξέρω αν θα βγάλω το βράδυ, αν θα ζήσω το επόμενο πρωί», δηλώνει ο Μάρκος, 52 ετών, πρώην εργαζόμενος με 7.000 ένσημα στην «πλάτη» του, ο οποίος βρίσκεται τους τελευταίους έξι μήνες στον δρόμο.


«Αν δεν έχω δουλειά, τι να κάνω; Σπίτι δεν έχω, γονείς και συγγενείς δεν έχω, είμαι μόνος μου, πείτε μου πού θα κοιμηθώ σήμερα με 4 βαθμούς Κελσίου, πώς θα ζήσω;»


Ο ίδιος, όπως μας είπε, παρακαλάει να βρει ανοιχτή πολυκατοικία τα βράδια, να μπει μέσα να κοιμηθεί και εξαπολύει δριμύ κατηγορώ προς τους πολιτικούς «άρχοντες» οι οποίοι κοιμούνται στη ζεστασιά του σπιτιού τους δίχως να δείχνουν το παραμικρό ενδιαφέρον για το πρόβλημα των αστέγων αλλά και προς το δήμο, ο οποίος δίνει συσσίτιο μόνο με την παρουσία καναλιών, όπως ο ίδιος υποστηρίζει....

...«Δεν πρέπει να παίρνουν μόνο από τον πολίτη, πρέπει και να δίνουν, με εξωθούν να γίνω εγκληματίας. Φταίνε εδώ και 40 χρόνια τα δύο κόμματα εξουσίας, αυτά έφτασαν εμένα και άλλους συνανθρώπους μου σε αυτό το σημείο. Πρέπει να λογοδοτήσουν για εσχάτη προδοσία εν καιρώ ειρήνης», καταγγέλλει και τονίζει ότι θέλει να περάσει τα επόμενα χρόνια της ζωής του με αξιοπρέπεια...
...«Ποτέ στη ζωή μου δεν έχω πάρει το παραμικρό επίδομα, ποτέ δεν έχω ζητήσει κάτι, ποτέ δεν έχω φοβηθεί. Το μόνο που ζητάω είναι μία δουλειά, μία οποιαδήποτε δουλειά» τονίζει ο Μιχάλης αποτυπώνοντας την τραγική κατάσταση της ελληνικής κοινωνίας.
  «Η παγκόσμια οικονομική πολιτική, η ελληνική οικονομική πολιτική, διαλύει τις οικογένειες, στέλνει τον κόσμο στην πείνα», δήλωσε ο Γιώργος Μπάρκουρης, πρώην τεχνικός υπολογιστών και μουσικός παραγωγός ο οποίος βρέθηκε ξαφνικά στον δρόμο και πλέον φιλοξενείται στην «Κλίμακα», στο μοναδικό μέρος στο οποίο ένιωσε ασφάλεια και ζεστασιά, όπως ο ίδιος δηλώνει.
 

«Τέλη του 2006, αρχές του 2007 τελειώσαν όλα. Άρχισα να δουλεύω με μερική απασχόληση και για περίπου ένα χρόνο τα κατάφερνα, ώσπου ο κόσμος δεν είχε τη δυνατότητα να σε προσλάβει ούτε καν για μερική απασχόληση. 
Κατέληξα να έχω σημαντικό οικονομικό πρόβλημα, δεν είχα δικό μου σπίτι ενώ κατέρρευσα και ψυχολογικά. Για ένα - δύο χρόνια ήμουν τελείως αποκομμένος από τους ανθρώπους και τον κόσμο, κλεισμένος σ' ένα χώρο, να κλαίω τη μοίρα μου. 
Αρχικά ένα δικό μου πρόσωπο με φιλοξένησε για δύο χρόνια, μέχρι το καλοκαίρι, αλλά δεν μπορούσα πια να μένω εκεί, έπρεπε να πάρω έναν δρόμο», αναφέρει ο κ. Μπάρκουρης περιγράφοντας το χρονικό των εξελίξεων.

Έξω από τον σταθμό του μετρό συναντήσαμε και τον Βαγγέλη, 48 ετών από την Αλβανία, οικονομολόγο, 22 χρόνια στην Ελλάδα και εδώ και 25 μέρες στον δρόμο, ο οποίος πήγαινε στο αεροδρόμιο για να περάσει άλλη μία νύχτα. 



Ο ίδιος ήταν ιδιοκτήτης μίνι μάρκετ το οποίο πρόσφατα έκλεισε. 
«Είμαστε στο 2012, εδώ και 3.000 χρόνια δεν έχει αλλάξει τίποτα στην ουσία. Όπως είπε και ο Τζιάκομο Λεοπάρντι, “όλα είναι τίποτα”. Είναι ντροπή ένας Βαγγέλης να κοιμάται έξω» δήλωσε εκφράζοντας την απογοήτευσή του για την κατάσταση της ελληνικής κοινωνίας και την απαισιοδοξία του για το μέλλον.

Ένα μέλλον το οποίο φαντάζει αρκετά δύσκολο, με πολλές φωνές να κάνουν λόγο για βαρύ χειμώνα και πολλούς άστεγους να μην ξέρουν αν το επόμενο πρωί θα τους βρει στη ζωή ή αν θα ξεψυχήσουν σ' ένα παγκάκι, όπως ο 62χρονος στα Χανιά το περασμένο Σάββατο.  



Μπορεί το Μνημόνιο να ζει, αλλά οι άνθρωποι πεθαίνουν. 


Και αυτό δεν αλλάζει στα χαρτιά, με μία απλή επικείμενη θεσμοθέτηση των αστέγων ως μίας νέας ομάδας ευπαθών ατόμων αλλά με πράξεις απλής, κοινής, ανθρώπινης λογικής.
 

http://e-parembasis.blogspot.com/2012/01/20000.html

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Τα σχόλιά σας είναι ευπρόσδεκτα όταν διατυπώνονται με ευπρέπεια και ευγένεια.