Κυριακή, 15 Ιανουαρίου 2012

Η ομιλία του προηγουμένου της Ι.Μ.Μ Μετεώρου π. Αθανασίου Αναστασίου στην χθεσινή ημερίδα της Εστίας Πατερικών Μελετών στο πολεμικό Μουσείο





Ἡ ὁμιλία μὲ τίτλο «Τά βαθύτερα αἴτια καί ὁ χαρακτήρας τῆς κρίσεως, τρόποι ἀντιμετωπίσεώς της καί ὁ ρόλος τῆς Ἐκκλησίας» τοῦ Ἀρχιμ. Ἀθανασίου Ἀναστασίου, Προηγουμένου Ἱερᾶς Μονῆς Μεγάλου Μετεώρου στο Πολεμικό Μουσεῖο στὶς 14/1/2012, ὑπό τήν αἰγίδα τῆς «Ἑστίας Πατερικῶν Μελετῶν»


http://anavaseis.blogspot.com/.
 Η παραπάνω  ομιλία  σε κείμενο :


Ἀρχιμ. Ἀθανασίου Ἀναστασίου
Προηγουμένου Ἱερᾶς Μονῆς Μεγάλου Μετεώρου
Τά βαθύτερα αἴτια καί ὁ χαρακτήρας τῆς κρίσεως, τρόποι ἀντιμετωπίσεώς της
καί ὁ ρόλος τῆς Ἐκκλησίας
(Ὁμιλία στό Πολεμικό Μουσεῖο Ἀθηνῶν, 14 Ἰανουαρίου 2012)

Σε­βα­στοί πα­τέ­ρες, ἐλ­λο­γι­μώ­τα­τοι κ. Κα­θη­γη­τές, ἀξιότιμε κ. πρόεδρε τῆς Ἑστίας Πατερικῶν Σπουδῶν, ἀξιότιμε κ. συντονιστά τῆς ἀποψινῆς ἐκδηλώσεως, προ­σφι­λέ­στα­τοι ἀ­δελ­φοί μας.
Τό ζή­τη­μα τῆς κρί­σε­ως, πού μέ τό­ση σφο­δρό­τη­τα πλήτ­τει τήν χώ­ρα μας, ἔ­χει γί­νει ἀν­τι­κεί­με­νο σω­ρεί­ας με­λε­τῶν, προ­σεγ­γί­σε­ων, ἀ­να­λύ­σε­ων καί ἑρ­μη­νει­ῶν τά τε­λευ­ταῖα χρό­νια. 
Τά αἴ­τια καί οἱ συ­νέ­πει­ές της ἔ­χουν ἀ­πα­σχο­λή­σει πλη­θώ­ρα εἰ­δη­μό­νων, ἐμ­πει­ρο­γνω­μό­νων, εἰ­δι­κῶν ἐ­πι­τρο­πῶν καί ἔ­χουν ἀ­πο­τυ­πω­θεῖ σέ ποι­κί­λα πο­ρί­σμα­τα, ἄρ­θρα, με­λέ­τες, εἰ­ση­γή­σεις καί το­πο­θε­τή­σεις. Ἡ κρί­ση ἀ­πο­τε­λεῖ τό κυ­ρί­αρ­χο θέ­μα στήν εἰ­δη­σε­ο­γρα­φί­α, στίς συ­ζη­τή­σεις, στίς ἔ­ρευ­νες, στίς ἀ­να­φο­ρές.

Κυ­ρί­ως, ὅ­μως, ἔ­χει γί­νει ὁ ἐ­φιά­λτης τῆς κα­θη­με­ρι­νό­τη­τας τῶν πο­λι­τῶν· ἔ­χει γί­νει ἡ ἀ­γω­νί­α τοῦ κά­θε οἰ­κο­γε­νειά­ρχη, πού ἀ­δυ­να­τεῖ νά συν­τη­ρή­σει τά παι­διά του· ἔ­χει γί­νει τό δρά­μα τῶν ἀ­πο­λυ­μέ­νων, τῶν ἀ­νέρ­γων, τῶν ἀ­στέ­γων, τῶν φτω­χῶν καί τῶν πο­λυ­τέ­κνων· ἔ­χει γί­νει ἀ­πο­γο­ή­τευ­ση καί ἀ­πελ­πι­σί­α γιά ὅ­λους αὐ­τούς πού βλέ­πουν τήν ζω­ή τους ρη­μαγ­μέ­νη καί χω­ρίς ἐλ­πί­δα, μέλ­λον καί προ­ο­πτι­κή.
Μά­ται­α οἱ οἰ­κο­νο­μο­λό­γοι καί οἱ ἀ­να­λυ­τές ἐ­πι­δί­δον­ται σέ μί­α σει­ρά ἀ­πό λο­γι­στι­κούς ὑ­πο­λο­γι­σμούς καί προ­σθα­φαι­ρέ­σεις γιά τήν μεί­ω­ση τοῦ δη­μο­σί­ου χρέ­ους, ἀ­φοῦ πα­ρα­δό­ξως ἡ αὔ­ξη­ση τοῦ χρέ­ους συ­νε­χῶς δι­ογ­κώ­νε­ται καί κα­ταρ­τί­ζον­ται νέ­οι πί­να­κες μέ τούς ρυθ­μούς καί τά πο­σο­στά προ­σαυ­ξή­σε­ώς του μέ νέ­ες πε­ρι­κο­πές καί φο­ρο­ει­σπρα­κτι­κά μέ­τρα.
Μί­α τέ­τοι­α προ­σέγ­γι­ση, στη­ριγ­μέ­νη ἀ­πο­κλει­στι­κά καί μό­νο σέ οἰ­κο­νο­μο­τε­χνι­κά κρι­τή­ρια, δέν λαμ­βά­νει ὑ­πό­ψη της μί­α σει­ρά ἀ­πό ἄλ­λους πα­ρά­γον­τες ἐ­ξω­γε­νεῖς καί ἐν­δο­γε­νεῖς. Κι αὐ­τό για­τί ἡ κρί­ση δέν εἶ­ναι μο­νο­δι­ά­στα­τη, δέν εἶ­ναι ἀ­πο­κομ­μέ­νη καί ἀ­νε­ξάρ­τη­τη ἀ­πό τήν σύ­νο­λη δι­ε­θνή, πο­λι­τι­κή, κοι­νω­νι­κή, θρη­σκευ­τι­κή, ἀλ­λά καί τήν προ­σω­πι­κή τοῦ κα­θε­νός μας πραγ­μα­τι­κό­τη­τα.
Ἡ ἀ­πο­ρί­α, βε­βαί­ως, πού πλα­νᾶ­ται ἀ­να­πάν­τη­τη ἀ­φο­ρᾶ στήν ξαφ­νι­κή, ἀ­κα­ρια­ία σχε­δόν, ἐκ­δή­λω­ση αὐ­τῆς τῆς κρί­σε­ως ἤ ἔ­στω τῆς δη­μο­σι­ο­ποι­ή­σε­ώς της στήν πε­ρί­πτω­ση πού ἡ κρίση αὐτή προ­ϋ­πῆρ­χε σέ τέ­τοι­α ὀ­ξύ­τη­τα. Τό γε­γο­νός αὐ­τό πι­στο­ποι­εῖ ὅ­τι ἡ κρί­ση εἶ­ναι τε­χνη­τή, ὅ­τι ἀ­πο­τε­λεῖ μί­α κα­λή εὐ­και­ρί­α νά ἐ­πι­βλη­θοῦν μέ τόν πλέ­ον ἄ­με­σο καί ἀ­πο­τε­λε­σμα­τι­κό τρό­πο οἱ ἐ­πι­λο­γές καί οἱ σχε­δια­σμοί τῆς Νέ­ας Τά­ξε­ως Πραγ­μά­των καί τῆς Νέ­ας Ἐ­πο­χῆς στήν χώ­ρα μας καί ἡ εἴ­σο­δός μας στήν παγ­κό­σμια δι­α­κυ­βέρ­νη­ση.  
Ἡ αἰφ­νι­δι­α­στι­κή ἐκ­δή­λω­ση τῆς κρί­σης στήν ση­με­ρι­νή της τρα­γι­κή μορ­φή, εἶ­ναι ἡ ἀ­πο­κο­ρύ­φω­ση μί­ας ὁ­λό­κλη­ρης σει­ρᾶς σχε­δι­α­σμέ­νων καί στο­χευ­μέ­νων με­θό­δων πού ἐ­φαρ­μό­στη­καν τίς τε­λευ­ταῖ­ες δε­κα­ε­τί­ες στήν πα­τρί­δα μας.
Ἡ κα­θο­λι­κή, δη­λα­δή, ἀ­πα­ξί­ω­ση τῶν πα­ρα­δό­σε­ων, ἡ ἀ­πο­κα­θή­λω­ση τῶν ἱ­ε­ρῶν συμ­βό­λων, ἡ ἀ­πο­χρι­στι­α­νο­ποί­η­ση τοῦ κρά­τους καί τῆς κοι­νω­νί­ας μας, ὁ εὐ­νου­χι­σμός τῆς ἱ­στο­ρι­κῆς μας κρί­σε­ως καί συ­νει­δή­σε­ως, ἡ νό­θευ­ση τῆς γλώσ­σας καί τῆς παι­δεί­ας μας, ἡ ἐ­πι­χεί­ρη­ση τῆς ἐ­θνι­κῆς καί ἐ­θνο­λο­γι­κῆς μας με­ταλ­λά­ξε­ως, ἡ ἐ­πι­βο­λή τῆς πο­λυ­πο­λι­τι­σμι­κό­τη­τας καί τοῦ συγ­κρη­τι­σμοῦ εἶ­ναι ὅ­λα ὅ­σα προ­η­γή­θη­καν, ὥ­στε νά ἀμ­βλυν­θοῦν οἱ συ­νει­δή­σεις καί νά καμ­φθοῦν οἱ πνευ­μα­τι­κές ἀν­τι­στά­σεις καί τά ἀν­τι­σώ­μα­τα τοῦ λα­οῦ μας.
Ὁ στό­χος εἶ­ναι ὁ­ρα­τός καί προ­δι­α­γε­γραμ­μέ­νος. Πρό­κει­ται γιά τήν σα­φή καί ὀρ­γα­νω­μέ­νη ἐ­πι­δί­ω­ξη, ὄ­χι γιά τήν ἁ­πλή ἔν­τα­ξη, ἀλ­λά γιά τήν ὁ­λο­κλη­ρω­τι­κή ὑ­πο­δού­λω­ση τῆς πα­τρί­δος μας καί τοῦ λα­οῦ μας στούς σχε­δια­σμούς τῆς παγ­κο­σμι­ο­ποί­η­σης, τῆς Νέ­ας Τά­ξης Πραγ­μά­των καί τῆς Νέ­ας Ἐ­πο­χῆς, γιά τήν ὑ­πα­γω­γή μας στήν δου­λεί­α καί τό πα­ρα­κρά­τος τῶν το­κο­γλύ­φων, τῶν κερ­δο­σκό­πων καί τῶν και­ρο­σκό­πων, τῶν πανίσχυρων οἰκονομικῶν λόμπυ, τῶν οἰκονομικῶν κολοσσῶν καί τῶν νεόκοπων κροίσων. 

Πρόκειται γιά τήν ὑ­πο­δού­λω­σή μας στό ἀ­νε­λεύ­θε­ρο κα­θε­στώς τῶν δι­ε­θνῶν κέν­τρων ἐ­ξου­σί­ας, τῶν κλει­στῶν ὁ­μά­δων ἀ­πο­φά­σε­ων, προωθήσεως καί ἐλέγχου τῆς ἐξουσίας, τύ­που Μπίλ­ντεμ­περγκ καί Τρι­με­ροῦς Ἐ­πι­τρο­πῆς, τοῦ δι­ε­θνοῦς Σι­ω­νι­σμοῦ, τῆς Μα­σονί­ας, πού κα­τα­σκευά­ζουν ἡ­γέ­τες μα­ρι­ο­νέ­τες, πει­θή­νια ἐ­κτε­λε­στι­κά ὄρ­γα­να δι­κά τους, πρίν ἀ­κό­μη οἱ λα­οί τούς ἐ­πι­λέ­ξουν καί τούς ψη­φί­σουν. (Ἀνάλογα φαινόμενα βιώνουμε ἐσχάτως καί στήν χώρα μας μέ τίς γνωστές τραγικές καί καταστροφικές συνέπειες).
Προ­ε­πι­λέ­γουν καί προ­κα­τα­σκευά­ζουν, ἔ­τσι, τό πο­λι­τι­κό, κοι­νω­νι­κό, οἰ­κο­νο­μι­κό σύ­στη­μα, τό σύγ­χρο­νο παγ­κό­σμιο κα­τε­στη­μέ­νο πού ἐ­πι­βάλ­λουν στόν κό­σμο. Μέ­σῳ αὐ­τῶν τῶν ἐ­κλε­κτῶν καί δο­τῶν ἡ­γε­τῶν κυ­βερ­νᾶ τόν κό­σμο μιά πα­νί­σχυ­ρη πο­λι­τι­κή, οἰ­κο­νο­μι­κή, κοι­νω­νι­κή καί θρη­σκευ­τι­κή ὀλι­γαρ­χί­α προκαλώντας καί κατασκευάζοντας κοινωνικές, οἰκονομικές, θρησκευτικές, πολιτικές, ἐθνικές κρίσεις σέ ὅλο τόν κόσμο καί ἐπιβάλλοντας κατόπιν τίς δικές της «λύσεις» καί ἰσορροπίες.
Εἶναι ἡ ἴδια αὐτή παγκόσμια ὀλιγαρχία πού, μέσῳ τῶν μηχανισμῶν τῆς παγκοσμιοποιήσεως, ὁ­μο­γε­νο­ποι­εῖ, νω­θεύ­ει, με­ταλ­λάσ­σει, πα­ρα­λύ­ει, ἀ­πο­δυ­να­μώ­νει καί ἀ­πο­συν­θέ­τει θε­σμούς, πι­στεύ­μα­τα, πα­ρα­δό­σεις, πο­λι­τι­σμούς, ἤ­θη, ἀρ­χές, ἀ­ξί­ες, ἐ­θνό­τη­τες, λα­ούς καί πα­τρί­δες, πού ἀ­περ­γά­ζε­ται τήν φθο­ρά καί τήν ἐ­ξά­λει­ψη τῆς ὀρ­θο­δο­ξί­ας καί τοῦ ἑλ­λη­νι­σμοῦ καί ἐ­πε­νερ­γεῖ ἀλ­λοι­ω­τι­κά καί ἀλ­λο­τρι­ω­τι­κά εἰς βά­ρος τῶν ὀρ­θο­δό­ξων Ἑλ­λή­νων.
Εἶ­ναι, ὅ­μως, ἀ­λή­θεια ὅ­τι στά κε­λεύ­σμα­τα αὐ­τά τῶν ξέ­νων ἔ­χου­με ἐν­δώ­σει ἀ­συγ­χώ­ρη­τα καί ἐ­μεῖς οἱ ἴ­διοι. Οἰ­κει­ο­ποι­η­θή­κα­με ἀ­βα­σά­νι­στα τά νέα ἤ­θη, τίς ἀ­ξί­ες, τά ἰ­δα­νι­κά, τίς συ­νή­θει­ες καί τά πρό­τυ­πα πού μᾶς προ­έ­βα­λαν. Ἐν­δώ­σα­με ἀ­μα­χη­τί στίς πι­έ­σεις, τίς ἀ­πει­λές, τούς πει­θα­ναγ­κα­σμούς. Πα­γι­δευ­τή­κα­με ἀ­δι­ά­κρι­τα στά ψευ­δο­δι­λήμ­μα­τα τῆς εὐ­η­με­ρί­ας, τῆς ἀ­να­πτύ­ξε­ως, τῆς προ­ό­δου, τῆς ἀ­σφά­λειας. Ἀ­πο­δε­χτή­κα­με αὐ­τά­ρε­σκα τήν εὐ­μά­ρεια, τήν ἄ­νε­ση, τήν πο­λυ­τέ­λεια, τήν εὐ­δαι­μο­νί­α καί τήν ἐ­πί­πλα­στη εὐ­τυ­χί­α πού μᾶς προ­σέφε­ραν.
Χάσαμε τήν αἴσθηση τοῦ μέτρου στήν ζωή, στίς ἀ­πο­λαύ­σεις, στίς δρα­στη­ρι­ό­τη­τες, στίς ἐκ­δη­λώ­σεις, στίς ἐ­πι­δι­ώ­ξεις, στά κέρ­δη. Χάσαμε τήν εὐλογημένη καί πάντοτε ἐπιτυχημένη μεσότητα, αὐτό τό μέτρο πού στήν ὀρ­θο­δο­ξί­α ἐκ­φρά­ζε­ται μέ τήν χαρ­μο­λύ­πη, μέ τήν σταυ­ρο­α­να­στά­σι­μη πο­ρεί­α τοῦ κά­θε ἀν­θρώ­που, μέ τήν καρ­τε­ρι­κό­τη­τα καί τήν ὑ­πο­μο­νή στίς δο­κι­μα­σί­ες καί τίς θλί­ψεις. Ἐκ­φρά­ζε­ται μέ τήν συμ­φι­λί­ω­ση καί τήν ὑπομονή στίς δυ­σκο­λί­ες καί τόν πό­νο, μέ τήν ἀ­να­κά­λυ­ψη τοῦ ἀ­λη­θι­νοῦ νο­ή­μα­τος τοῦ πό­νου, πού πάντοτε εἶ­ναι ὠ­φέ­λι­μος καί εὐ­ερ­γε­τι­κός γιά τήν ζω­ή μας. 
Ἡ σύγ­χρο­νη κρί­ση εἶ­ναι κα­τά βά­θος κρί­ση πνευ­μα­τι­κή· κρί­ση ἀρ­χῶν καί ἀ­ξι­ῶν. Εἶ­ναι κρί­ση σκο­πῶν καί στο­χεύ­σε­ων, ἐ­πι­λο­γῶν καί προ­τε­ραι­ο­τή­των. Εἶ­ναι πρω­ταρ­χι­κά μί­α κρί­ση ταυ­τό­τη­τος· μιά κρί­ση αὐ­το­συ­νει­δη­σί­ας καί αὐ­το­προσ­δι­ο­ρι­σμοῦ. Αὐ­τό πού κρί­θη­κε καί ἀ­πέ­τυ­χε ἦ­ταν ὁ τρό­πος πού ὀρ­γα­νώ­σα­με τήν πο­ρεί­α τῆς ζω­ῆς μας τίς τε­λευ­ταῖ­ες δε­κα­ε­τί­ες, σέ προ­σω­πι­κό, συλ­λο­γι­κό καί ἐ­θνι­κό ἐ­πί­πε­δο. 
Εἶ­ναι τρα­γι­κό νά δι­α­πι­στώ­νει κα­νείς ποι­ά πρό­ο­δο ἐ­πι­λέ­ξα­με, σέ ποι­ά ἀ­νά­πτυ­ξη ἐ­πεν­δύ­σα­με, ποι­οί ἦ­ταν οἱ τρό­ποι καί τά μέ­σα πού με­τήλ­θα­με γιά νά τά πραγ­μα­το­ποι­ή­σου­με ὅ­λα αὐ­τά. Ποι­ό ἦ­ταν τό νό­η­μα καί ὁ σκο­πός πού δώ­σα­με στήν ζω­ή μας· ποι­ά ἀ­ξι­ο­λο­γή­σα­με ὡς οὐ­σι­ώ­δη καί ση­μαν­τι­κά καί ποι­ά ἀ­πορ­ρί­ψα­με ὡς πε­ρι­θω­ρια­κά, σέ ποι­ά ἀλ­λοί­ω­ση καί ἀλ­λο­τρί­ω­ση τε­λι­κά κα­τα­λή­ξα­με!
Τό εἶχε προδιαγράψει χρόνια πρίν ὁ κυρ-Φώτης ὁ Κόντογλου ὅταν παρατηροῦσε ὅτι «Ἡ ψευ­τιά καί ὁ πνευ­μα­τι­κός ἐκ­φυ­λι­σμός ἁ­πλώ­νει μέ­ρα μέ τήν ἡ­μέ­ρα ἀ­πά­νω στούς Ἕλ­λη­νες καί τούς πα­ρα­μορ­φώ­νει. Ἕ­ναν λα­ό πού ξε­χω­ρί­ζει ἀ­νά­με­σα σ’ ὅ­λα τά ἔ­θνη καί πού εἶ­ναι γε­μά­τος πνευ­μα­τι­κή ὑ­γεί­α, πᾶ­με νά τόν κά­νου­με ἐ­μεῖς, οἱ λο­γῆς-λο­γῆς κα­λα­μα­ρά­δες, κι οἱ ἄλ­λοι γραμ­μα­τι­ζού­με­νοι, σα­χλόν, χω­ρίς πνευ­μα­τι­κό νεῦ­ρο, χω­ρίς πνευ­μα­τι­κή ἀν­δρο­πρέ­πεια, χω­ρίς χα­ρα­κτῆ­ρα».
Εἶ­ναι πλέ­ον ἀ­δι­αμ­φι­σβή­τη­το τό γε­γο­νός ὅ­τι ὅ­λη ἡ εὐ­η­με­ρί­α καί ἡ ἀ­νά­πτυ­ξη τῶν τε­λευ­ταί­ων δε­κα­ε­τι­ῶν ὑ­πῆρ­ξε παν­τε­λῶς ἐ­πί­πλα­στη καί ἐ­πι­φα­νεια­κή καί στη­ρί­χθη­κε σέ μί­α παν­τε­λῶς σα­θρή καί ἀ­νορ­θο­λο­γι­κή βά­ση: Ἕ­να δι­α­βρω­μέ­νο πο­λι­τι­κό σύ­στη­μα, μί­α ἀ­χα­νής καί ἀ­να­πο­τε­λε­σμα­τι­κή δη­μό­σια δι­οί­κη­ση, ἕ­νας στρα­τός δη­μο­σί­ων ὑ­παλ­λή­λων σέ ἕ­να δι­ογ­κω­μέ­νο δη­μό­σιο το­μέ­α, ἕ­να κρά­τος μέ ἔλ­λει­ψη προ­γραμ­μα­τι­σμοῦ καί μα­κρό­πνο­ου σχε­δια­σμοῦ. Ἕ­να πλαί­σιο ἀ­να­ξι­ο­κρα­τί­ας, ἀ­να­πο­τε­λε­σμα­τι­κό­τη­τας, ἀ­δι­α­φά­νειας, κα­τα­χρή­σε­ων καί κα­κο­δι­οι­κή­σε­ως, τό ὁ­ποῖ­ο δι­α­μόρ­φω­σε τό νο­ση­ρό πο­λι­τι­κό μας σύ­στη­μα καί μέ­σα στό ὁ­ποῖ­ο ἀ­να­πτύ­χθη­καν καί ἀ­φο­μοι­ώ­θη­καν οἱ λαν­θα­σμέ­νοι στό­χοι καί οἱ ἐ­πι­δι­ώ­ξεις τῶν πο­λι­τῶν.
Καί γί­να­με, ἔ­τσι, κο­πι­ώ­δεις ἐκ­ζη­τη­τές τοῦ εὔ­κο­λου καί γρή­γο­ρου καί πολ­λές φο­ρές ἀ­θέ­μι­του κέρ­δους, τῆς εὐ­μά­ρειας, τῆς ἄ­νε­σης, τῆς εὐ­κο­λί­ας, τῆς κα­λο­πέ­ρα­σης, τοῦ κα­τα­να­λω­τι­σμοῦ. Πο­δο­πα­τή­σα­με ἀρ­χές, θε­σμούς, δί­και­α, γρα­πτούς καί ἄ­γρα­φους νό­μους, φι­λί­ες, οἰ­κο­γέ­νει­ες, ἀν­θρώ­πους. Κλει­στή­κα­με στόν ἑ­αυ­τό μας, στόν ἀ­το­μι­σμό μας, στό ἰ­δι­ω­τι­κό μας συμ­φέ­ρον. Ἀ­πο­κο­πή­κα­με ἀ­πό τούς οἰ­κεί­ους μας, τούς συ­να­δέλ­φους μας, τούς γεί­το­νές μας, τούς συν­το­πί­τες μας. Γί­να­με ἀγ­χώ­δεις, νευ­ρι­κοί, ἄ­φι­λοι, μο­νί­μως βι­α­στι­κοί, κου­ρα­στι­κοί καί κου­ρα­σμέ­νοι. Γί­να­με ἀ­λα­ζό­νες, αὐ­τάρ­κεις καί μο­νί­μως αὐ­το­δι­και­ω­μέ­νοι καί δυ­στυ­χι­σμέ­νοι.
Κι ὅ­λα αὐ­τά μέ τί­μη­μα τήν ἀ­πώ­λεια τοῦ ἴ­διου τοῦ ἑ­αυ­τοῦ μας, τῆς συ­νει­δή­σε­ώς μας, τῆς ψυ­χι­κῆς μας ἠ­ρε­μί­ας καί ἰ­σορ­ρο­πί­ας, τῆς προ­σω­πι­κῆς, οἰ­κο­γε­νεια­κῆς καί κοι­νω­νι­κῆς μας γα­λή­νης καί εὐ­τυ­χί­ας. 
Ξε­χά­σα­με τήν πα­ρά­δο­σή μας, ξε­χά­σα­με τήν πί­στη μας, ξε­χά­σα­με τήν πα­τρί­δα μας, τήν Ἑλ­λά­δα μας! Για­τί, ὅ­πως μᾶς λέ­ει ὁ Κόν­το­γλου: «Ὅ­ποι­ος με­τρᾶ τήν εὐ­τυ­χί­α καί τήν χα­ρά τῆς ζω­ῆς μέ τά χον­τρο­ει­δῆ μέ­τρα τῆς ὑ­λι­κῆς κα­λο­πέ­ρα­σης, δέν θά κα­τα­λά­βει τί­πο­τα ἀ­π’ τήν Ἑλ­λά­δα».
Ξε­χά­σα­με τήν πο­νε­μέ­νη ρω­μη­ο­σύ­νη. Ξε­χά­σα­με τούς ἁ­γί­ους της καί τούς ἥ­ρω­ές της, τίς ἀ­ρε­τές της καί τήν ἀρ­χέ­γο­νη σο­φί­α της. Νο­θεύ­σα­με τήν μα­κραί­ω­νη πα­τρο­πα­ρά­δο­τη βι­ο­θε­ω­ρί­α καί κο­σμο­θε­ω­ρί­α μας. Ἀ­πεμ­πο­λή­σα­με ἀ­πό τήν ζω­ή μας ὅ­λα αὐ­τά, στά ὁ­ποῖ­α ἐ­πί αἰ­ῶ­νες στη­ρι­ζό­ταν ὁ λα­ός μας: τήν ὀ­λι­γάρ­κεια καί τήν ἀ­σκη­τι­κό­τη­τα, τόν ἀ­πέ­ριτ­το βί­ο, τήν λι­τή ἀρ­χον­τιά· τόν μό­χθο, τόν ἱ­δρώ­τα καί τήν τι­μι­ό­τη­τα γιά τήν ἐ­ξα­σφά­λι­ση τοῦ ἐ­πι­ού­σιου· τά στα­ρά­τα λό­για, τήν ντομ­προ­σύ­νη καί τήν εἰ­λι­κρί­νεια τῶν σχέ­σε­ων, τήν συμ­φω­νί­α κυ­ρί­ων. 
Ἀ­πο­ποι­η­θή­κα­με τίς ἀ­λη­θι­νές φι­λί­ες, τήν ἀν­θρω­πιά, τήν ἀ­δό­λευ­τη κα­λω­σύ­νη, τήν ζε­στή ἀ­γά­πη καί τήν πρό­θυ­μη προ­σφο­ρά· τά κα­θα­ρά μά­τια, τό σφί­ξι­μο τῶν χε­ρι­ῶν· τό φι­λό­τι­μο καί τήν ἀν­δρει­ο­σύ­νη, τόν πό­θο γιά τήν ἐ­λευ­θε­ρί­α καί τήν ἀ­λη­θι­νή δη­μο­κρα­τί­α.
Καί χα­ρά­ξα­με, ἔ­τσι, τήν ἀλ­λο­τρι­ω­τι­κή πο­ρεί­α μας πρός τήν πα­ρακ­μή καί τήν ἰ­σο­πέ­δω­ση, πρός τήν φθο­ρά καί τήν ἀ­πα­ξί­α· φτι­ά­ξα­με τόν λα­βύ­ριν­θο τῆς μα­ται­ο­πο­νί­ας, τῆς ἀ­να­πο­τε­λε­σμα­τι­κό­τη­τας, τῶν ἀ­τε­λέ­σφο­ρων ἐ­πι­λο­γῶν καί τῶν ἀ­δι­ε­ξό­δων, τήν δί­νη καί τόν κυ­κε­ώ­να τῶν κρί­σε­ων καί τῶν κα­τα­στρο­φι­κῶν συ­νε­πει­ῶν τους. 
Θά μπο­ροῦ­σε νά θε­ω­ρή­σει κα­νείς βέ­βαι­ο ὅ­τι, ἀ­κό­μη κι ἄν, κα­τά ἀ­πρό­σμε­νο τρό­πο, τό ΔΝΤ καί οἱ δα­νει­στές μας χά­ρι­ζαν ὁ­λό­κλη­ρο τό δη­μό­σιο χρέ­ος τῆς χώ­ρας μας ἤ, καί στήν ἀ­πί­θα­νη ἀ­κό­μη πε­ρί­πτω­ση πού κά­ποι­α τρί­τη χώ­ρα μᾶς προ­σέ­φε­ρε ἐ­πι­πλέ­ον ἕ­να πο­λύ με­γά­λο χρη­μα­τι­κό πο­σό, δι­σε­κα­τομ­μυ­ρί­ων εὐ­ρώ, ὡς δω­ρε­ά, γιά τήν οἰ­κο­νο­μι­κή μας ἀ­νά­πτυ­ξη, δέν θά ἀρ­γού­σα­με καί πά­λι νά πε­ρι­έλ­θου­με, σέ μι­κρό χρο­νι­κό δι­ά­στη­μα, στήν ἴ­δια δει­νή θέ­ση, ἄν δέν ἀλ­λά­ξει ρι­ζι­κά, ἄν δέν ἀ­να­τρα­πεῖ ὁ­ρι­στι­κά ἡ πα­θο­γό­νος νο­ο­τρο­πί­α μας καί τό νο­ση­ρό καί δι­ε­φθαρ­μέ­νο σύ­στη­μα πού προ­κά­λε­σαν καί συν­τη­ροῦν τήν κρί­ση.
Δυ­στυ­χῶς, ὅ­μως, ἡ ποικιλόμορφη αὐτή κρίση δείχνει νά ἔχει ἐπηρεάσει καί τόν χῶ­ρο τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, ὅπου, ἐπίσης, συ­ναν­τᾶ κα­νείς παθογένειες καί νο­ση­ρά φαι­νό­με­να. Πολλές φορές ἐ­πί­σκο­ποι, κλη­ρι­κοί, μο­να­χοί καί λα­ϊ­κοί, γι­νό­μα­στε ἀ­χθο­φό­ροι τοῦ ὀ­νό­μα­τος καί τῆς ἰ­δι­ό­τη­τός μας ὡς ὀρθοδόξων χριστιανῶν καί με­λῶν τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας καί τήν με­τα­τρέ­που­με λα­θε­μέ­να σέ θρη­σκεί­α, σέ ἰ­δε­ο­λο­γί­α, σέ σύ­στη­μα κοι­νω­νι­κῆς πρό­νοι­ας, σέ πο­λι­τι­στι­κό καί οἰ­κο­νο­μι­κό ὀρ­γα­νι­σμό, σέ δι­οι­κη­τι­κό κα­τε­στη­μέ­νο. Τήν με­τα­τρέ­που­με σέ σύ­στη­μα ἐ­ξου­σί­ας, σέ ὁρ­μη­τή­ριο φι­λο­δο­ξι­ῶν καί σκο­πι­μο­τή­των, σέ πη­γή δι­ε­νέ­ξε­ων καί ἀν­τεγ­κλή­σε­ων.
Αὐ­τός, τα­πει­νά φρο­νοῦ­με, εἶ­ναι καί ὁ λό­γος, πού ἡ μαρ­τυ­ρί­α τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας εἶ­ναι στίς μέ­ρες μας ἀ­νε­παρ­κής καί ἔ­χει κλο­νι­σθεῖ στήν συ­νεί­δη­ση τῶν πι­στῶν. Καί αὐ­τό τό λέ­με ὄ­χι κα­τα­κρι­τι­κά οὔ­τε ἐ­λεγ­κτι­κά, ἀλ­λά μέ ἀ­λη­θι­νό πό­νο ψυ­χῆς κα­τα­θέ­τον­τας ἁ­πλά καί σε­μνά τόν κα­λο­γε­ρι­κό μας λο­γι­σμό, χω­ρίς νά ἐ­ξαι­ροῦ­με τόν ἑ­αυ­τό μας καί νά ἀ­πο­ποι­ού­μα­στε τό με­ρί­διο εὐ­θύ­νης πού μᾶς ἀ­να­λο­γεῖ, ἀφοῦ καί τά μο­να­στή­ρια μας, λό­γῳ τῆς ἐκ­κο­σμι­κεύ­σε­ως καί τοῦ ἐκ­συγ­χρο­νι­σμοῦ, νο­σοῦν κα­τά ἀ­νά­λο­γο τρό­πο.
Ὅ­πως πα­ρα­τη­ροῦσε πο­λύ εὔ­στο­χα καί δι­α­χρο­νι­κά, ἀλ­λά καί προ­φη­τι­κά, γρά­φον­τας πολ­λά χρό­νια πρίν, ὁ Ὁ­μό­τι­μος Κα­θη­γη­τής τῆς Θε­ο­λο­γι­κῆς Σχο­λῆς τοῦ ΑΠΘ κ. Γε­ώρ­γιος Μαν­τζα­ρί­δης, «Τό αἴ­τη­μα πού ὑ­πάρ­χει γιά ἄ­με­ση μαρ­τυ­ρί­α τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας στήν κοι­νω­νι­κή ἤ τήν πο­λι­τι­κή ζω­ή δέν ὀ­φεί­λε­ται οὐ­σι­α­στι­κά στήν ἀ­νε­πάρ­κεια τῆς μαρ­τυ­ρί­ας αὐ­τῆς ἀλ­λά στήν ἀ­που­σί­α της. Ὅ­ταν ἡ Ἐκ­κλη­σί­α πα­ρου­σι­ά­ζε­ται ὡς κα­τε­στη­μέ­νο, συ­χνά μά­λι­στα πιό δύ­σκαμ­πτο καί πιό ἀ­να­χρο­νι­στι­κό ἀ­πό τό κοι­νω­νι­κό ἤ τό πο­λι­τι­κό κα­τε­στη­μέ­νο, ὅ­ταν ἡ χα­ρι­σμα­τι­κή καί ἐ­σχα­το­λο­γι­κή προ­ο­πτι­κή της συμ­πι­έ­ζε­ται σέ μο­νο­λι­θι­κή καί ἐγ­κο­σμι­ο­κρα­τι­κή ὀρ­γά­νω­ση, ὅ­ταν ἡ ἀρ­χή τῆς θυ­σί­ας καί τῆς δι­α­κο­νί­ας δι­α­στρέ­φε­ται σέ ἀ­πο­λυ­ταρ­χι­κή ἐ­ξου­σί­α, πού ἀρ­νεῖ­ται μά­λι­στα κά­θε ἐ­ποι­κο­δο­μη­τι­κή κρι­τι­κή καί ἐ­πι­κα­λεῖ­ται τό κῦ­ρος τῆς θεί­ας αὐ­θεν­τί­ας, γιά νά κα­λύ­ψει τήν αὐ­θαι­ρε­σί­α καί τήν ἀ­συ­ναρ­τη­σί­α, δέν μπο­ρεῖ νά δώ­σει θε­τι­κή μαρ­τυ­ρί­α» (Γ. Μαν­τζα­ρί­δης, Χρι­στι­α­νι­κή Ἠ­θι­κή, σελ. 151).
Οἱ πο­λύ εὔ­στο­χες αὐ­τές πα­ρα­τη­ρή­σεις τοῦ σε­βα­στοῦ Κα­θη­γη­τοῦ εἶ­ναι πε­ρισ­σό­τε­ρο ἐ­πί­και­ρες ἀ­πό πο­τέ στίς ἡ­μέ­ρες μας, πού ἡ ἐκ­κω­φαν­τι­κή σι­ω­πή χα­ρα­κτη­ρί­ζει τήν μαρ­τυ­ρί­α τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας. Οἱ τά πρῶ­τα φέ­ρον­τες στήν Ἐκ­κλη­σί­α μας, ἐ­πί­σκο­ποι, πρε­σβύ­τε­ροι καί μο­να­χοί, μέ πολ­λές, βέ­βαι­α, ἐ­ξαι­ρέ­σεις, δεί­χνουν ἀ­δύ­να­μοι νά ἀν­τι­λη­φθοῦ­ν καί νά πα­ρα­κο­λου­θή­σουν τά τε­κται­νό­με­να τῶν και­ρῶν καί τίς σύγ­χρο­νες πνευ­μα­τι­κές ἀ­παι­τή­σεις καί ἀ­νάγ­κες τῶν πι­στῶν καί νά ἀν­τι­δρά­σουν σθε­να­ρά καί ἀ­πο­φα­σι­στι­κά.
Ἰ­δι­αι­τέ­ρως δέ στίς τό­σο δύ­σκο­λες καί ἐ­πώ­δυ­νες στιγ­μές γιά τήν πα­τρί­δα μας, πού βρί­σκε­ται ὑ­πό νέ­α κα­το­χή, χει­ρό­τε­ρη ἐ­κεί­νης τοῦ 1940-41, καί ἀ­σφυ­κτι­ᾶ κά­τω ἀ­πό τήν βάρ­βα­ρη καί ἀ­νε­λέ­η­τη πί­ε­ση τῶν ξέ­νων κέν­τρων ἐ­ξου­σί­ας καί ἐ­λέγ­χου, ὁ λα­ός τοῦ Θε­οῦ δέν εἶναι δυνατόν νά ἐγ­κα­τα­λεί­πε­ται ἀ­πορ­φα­νι­σμέ­νος ἀ­πό τούς τα­γούς του καί νά ὁ­δη­γεῖ­ται στήν ἀ­πελ­πι­σί­α καί τήν ἀ­πό­γνω­ση, πού ὅ­λο καί πε­ρισ­σό­τε­ρο πλη­θαί­νει στίς μέ­ρες μας ὡς συ­νέ­πεια τοῦ τρα­γι­κοῦ ἀ­δι­ε­ξό­δου πού βι­ώ­νει.

Σε­βα­στοί πα­τέ­ρες, ἐλ­λο­γι­μώ­τα­τοι κ. Κα­θη­γη­τές, προ­σφι­λέ­στα­τοι ἀ­δελ­φοί μας
Γιά τήν ἀν­τι­με­τώ­πι­ση καί τήν ἔ­ξο­δο ἀ­πό τήν πο­λύ­μορ­φη αὐ­τή κρί­ση ἔ­χουν δι­α­τυ­πω­θεῖ ποι­κί­λες προ­τά­σεις καί σω­ρεί­α με­ταρ­ρυθ­μί­σε­ων καί ἀλ­λα­γῶν ἀ­πό ἀν­θρώ­πους πο­λύ πιό εἰ­δι­κούς ἀ­πό ἐ­μᾶς. Δέν πα­ρα­βλέ­που­με, βε­βαί­ως, τήν κυ­ρί­αρ­χη οἰ­κο­νο­μι­κή πα­ρά­με­τρο τῆς ὅ­λης ὑ­πο­θέ­σε­ως καί τίς ἀ­ναγ­καῖ­ες δι­ορ­θώ­σεις πού ἐ­πι­βάλ­λον­ται.
Πι­στεύ­ου­με, ὅ­μως, ἀ­κρά­δαν­τα καί μέ ὅ­λη μας τήν ψυ­χή ὅ­τι τήν λύ­ση στήν γε­νι­κευ­μέ­νη κρί­ση πού πλήτ­τει τήν πα­τρί­δα μας μπο­ρεῖ νά τήν δώ­σει μό­νον ἡ Ἁ­γί­α μας Ἐκ­κλη­σί­α. Ἡ Ἁ­γί­α μας Ἐκ­κλη­σί­α εἶ­ναι ἡ μό­νη πού μπορεῖ νά ἀλ­λάξει τόν ἄν­θρω­πο, νά τόν με­τα­μορ­φώ­σει, νά τόν ἀ­να­και­νί­σει, νά τόν κα­θα­ρί­σει ἀ­πό τά πά­θη καί τίς ἀ­δυ­να­μί­ες του, νά τόν φω­τί­σει, νά τόν ἁ­γιά­σει, νά τόν θε­ώ­σει.
Ἡ Ἁ­γί­α μας Ἐκ­κλη­σί­α καὶ μό­νον αὐ­τή, μπορεῖ νά συγχωρεῖ ὀντολογικά, πραγματικά,μπο­ρεῖ νὰ παίρ­νει λη­στές, φο­νιά­δες, ἐγ­κλη­μα­τί­ες· ἔκ­φυ­λους, πόρ­νους καὶ μοι­χούς· φι­λάρ­γυ­ρους, φί­λαυ­τους, κλέφτες, ἀπατεώνες καὶ διεφθαρ-μένους καί καὶ νὰ τοὺς με­τα­πλά­θει σὲ δι­καί­ους καὶ ἁ­γί­ους. Ἡ Ἁ­γί­α μας Ἐκ­κλη­σί­α καὶ μό­νον αὐ­τή, ἔ­χει τὴ δύ­να­μη νὰ παίρ­νει σκι­ὲς ἀν­θρώ­πων, συν­τρίμ­μα­τα ψυ­χῶν· νὰ παίρ­νει λά­σπη καὶ βοῦρ­κο καὶ μὲ αὐ­τὰ τὰ ὑ­λι­κὰ νὰ δη­μι­ουρ­γεῖ καλ­λι­τε­χνή­μα­τα, ἀν­θρώ­πι­να πρό­τυ­πα. Ἡ Ἁ­γί­α μας Ἐκ­κλη­σί­α καὶ μό­νον αὐ­τή, μπο­ρεῖ νὰ παίρ­νει βα­ρυ­ποι­νί­τες ἀ­πὸ τὰ κά­τερ­γα τῆς ἁ­μαρ­τί­ας καὶ νὰ τοὺς ἀ­να­δει­κνύ­ει ἀ­σκη­τὲς καὶ ὁ­σί­ους, μάρ­τυ­ρες καὶ ὁ­μο­λο­γη­τές.
Κι ὅ­λα αὐ­τά για­τί ἡ Ἐκ­κλη­σί­α μέ τήν ἁ­γι­α­στι­κή χά­ρη τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος καί τῶν ἁ­γί­ων μυ­στη­ρί­ων της θε­ρα­πεύ­ει τούς ἀν­θρώ­πους. Ἡ Ἐκ­κλη­σί­α εἶ­ναι νο­σοκο­μεῖ­ο ψυ­χῶν καί θε­ρα­πευ­τή­ριο πα­θῶν. «Εἶ­ναι πάν­τα, ὅ­πως μᾶς λέ­ει ὁ π. Μω­υ­σής ὁ Ἁ­γι­ο­ρεί­της, ἕ­να ἀ­νοι­χτό φαρ­μα­κεῖ­ο καί θε­ρα­πευ­τή­ριο γιά τόν ἄν­θρω­πο πού τόν πε­ρι­μέ­νει γιά νά τόν σώ­σει ὡς μό­νη πη­γή ἁ­για­σμοῦ καί σω­τη­ρί­ας». Ὁ ἀ­εί­μνη­στος Κα­θη­γη­τής π. Ἰ­ω­άν­νης Ρω­μα­νί­δης ἐ­πα­να­λάμ­βα­νε συ­χνά στίς ὁ­μι­λί­ες του καί στά γρα­πτά του ὅ­τι σκο­πός τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας εἶ­ναι «νά θε­ρα­πεύ­η τούς ἀν­θρώ­πους ἀ­πό τήν κα­τά­στα­ση πού βρί­σκον­ται, νά τούς πε­ρά­ση ἀ­πό τήν κά­θαρ­ση στόν φω­τι­σμό». (Ἐμ­πει­ρι­κή Δογ­μα­τι­κή, τό­μος Β΄, σελ. 275). Γι’ αὐ­τό καί πα­ρο­μοί­α­ζε τήν Ἐκ­κλη­σί­α μέ νο­σο­κο­μεῖ­ο «τό ὁ­ποῖ­ο θε­ρα­πεύ­ει τούς ἀρ­ρώ­στους. Ὁ­πό­τε ὁ ἀρ­χη­γός τοῦ νο­σο­κο­μεί­ου αὐ­τοῦ λέ­γε­ται Ἐ­πί­σκο­πος. Καί οἱ για­τροί λέ­γον­ται Πρε­σβύ­τε­ροι καί Δι­ά­κο­νοι. Οἱ δι­ά­κο­νοι καί Δι­α­κό­νισ­σες, ἄς ποῦ­με, εἶ­ναι οἱ νο­σο­κό­μες. Καί οἱ Πρε­σβύ­τε­ροι εἶ­ναι οἱ για­τροί». (Ἐμ­πει­ρι­κή Δογ­μα­τι­κή, τό­μος Β΄, σελ. 273).
Ὁ Σε­βα­σμι­ώ­τα­τος Μη­τρο­πο­λί­της Ναυ­πά­κτου κ. Ἱ­ε­ρό­θε­ος το­νί­ζει, ἐ­πί­σης, τόν θε­ρα­πευ­τι­κό χα­ρα­κτή­ρα τῆς Ὀρ­θο­δό­ξου Ἐκ­κλη­σί­ας: «Ὁ Χρι­στι­α­νι­σμός δέν εἶ­ναι οὔτε φι­λο­σο­φί­α οὔ­τε θρη­σκεί­α μέ τήν ἔν­νοι­α πού χα­ρα­κτη­ρί­ζουν τίς “φυ­σι­κές” θρη­σκεῖ­ες, ἀλ­λά εἶναι κυ­ρί­ως θε­ρα­πεί­α. Εἶναι θε­ρα­πεί­α τοῦ ἀν­θρώ­που ἀ­πό τά πά­θη του γιά νά φθά­ση στήν συ­νέ­χεια σέ κοι­νω­νί­α καί ἑ­νό­τη­τα μέ τόν Θε­ό». Καί συμ­πλη­ρώ­νει: «Ὅ­ταν μι­λᾶ­με γιά θε­ρα­πεί­α ἀ­πό ὀρ­θο­δό­ξου πλευ­ρᾶς, θε­ω­ροῦ­με ὅ­τι ἡ Ἐκ­κλη­σί­α εἶ­ναι ἕ­να πνευ­μα­τι­κό θε­ρα­πευ­τή­ριο-νο­σο­κο­μεῖ­ο, ἡ ὁ­ποί­α μέ τά Μυ­στή­ρια καί τήν ἀ­σκη­τι­κή ζω­ή θε­ρα­πεύ­ει τόν ἄν­θρω­πο. Οἱ θε­ρα­πευ­τές-πνευ­μα­τι­κοί ἰα­τροί εἶ­ναι οἱ Κλη­ρι­κοί, κυ­ρί­ως ὅ­μως οἱ Ἐ­πί­σκο­ποι. Ὅ­ποι­ος θέ­λει νά θε­ρα­πευ­θῆ πα­ρα­μέ­νει στήν Ἐκ­κλη­σί­α, δέ­χε­ται τήν πνευ­μα­τι­κή κα­θο­δή­γη­ση ἀ­πό τούς πνευ­μα­τι­κούς ἰα­τρούς, πού κά­νουν δι­ά­γνω­ση καί θε­ρα­πεί­α, καί συμ­με­τέ­χον­τας στά Μυ­στή­ρια ἀ­πο­κτᾶ σι­γά-σι­γά τήν πνευ­μα­τι­κή ὑ­γεί­α». Ἡ στορ­γι­κή μας Μά­να, ἡ Ἁγία μας Ἐκ­κλη­σί­α, λοι­πόν, πρέ­πει νά ξα­να­κά­νει καί πά­λι κύ­ριο μέ­λη­μά της, κύ­ριο ἔρ­γο καί σκο­πό της τήν θε­ρα­πευ­τι­κή της ἰ­δι­ό­τη­τα γιά ὅ­λα τά μέ­λη της, κλη­ρι­κούς καί λα­ϊ­κούς. Καί ἡ θε­ρα­πεί­α αὐ­τή θά πρέ­πει νά ξε­κι­νή­σει πρῶ­τα ἀ­πό τούς ἴ­διους τούς ἰα­τρούς καί τούς νο­ση­λευ­τές τῶν πνευ­μα­τι­κῶν νο­σο­κο­μεί­ων καί θε­ρα­πευ­τη­ρί­ων της, δη­λα­δή ἀ­πό τούς ἐ­πι­σκό­πους, τούς πρε­σβυ­τέ­ρους, τούς δι­α­κό­νους, τούς μο­να­χούς καί τίς μο­να­χές.
Θά πρέ­πει νά θε­ρα­πευ­θοῦν νο­ση­ρά φαι­νό­με­να, πού ἐκ­δη­λώ­νον­ται συ­χνά στούς κόλ­πους τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, ὅ­πως ἡ ἰ­δι­ο­ποί­η­ση καί ὁ σφε­τε­ρι­σμός τῶν θεί­ων χα­ρι­σμά­των γιά ἴ­διον ὄ­φε­λος καί προ­σω­πι­κή προβολή.
Στήν Ἐκκλησία, ἄλλωστε, δέν ὑπάρχουν ἐξουσιαστικά ἀξιώματα, ἀλλά διακονήματα ἀγάπης, θυσίας καί χάριτος. Γι’ αὐτό καί δέν νοεῖται ἡ διάκριση σέ ἄρχοντες καί ἀρχομένους, σέ προϊσταμένους καί ὑφισταμένους, δέν νοεῖται ὁ δεσποτισμός, ὡς κτητικότητα καί ἀναγκαστική ἐπιβολή καί ὁ ραγιαδισμός, ὡς δειλία καί δουλική ὑποτέλεια, καθώς καί ὁ ταξικός χαρακτήρας στό Σῶμα τῆς Ἐκκλησίας.
Θά πρέ­πει, ἐ­πί­σης, νά θε­ρα­πευ­θεῖ ὁ πνευ­μα­τι­κός ἐ­φη­συ­χα­σμός, ἡ ἔλ­λει­ψη ὁ­μο­λο­για­κοῦ φρο­νή­μα­τος, ἡ ἀ­δι­α­φο­ρί­α γιά τήν ἀλ­λοί­ω­ση τῆς ἐκ­κλη­σι­α­στι­κῆς καί δογ­μα­τι­κῆς συ­νει­δή­σε­ως καί τῆς λα­τρευ­τι­κῆς πα­ρα­δό­σε­ώς μας. Νά θε­ρα­πευ­θεῖ ἡ δι­α­βρω­τι­κή ἐκ­κο­σμί­κευ­ση καί ὁ ἀλλοτριωτικός νε­ω­τε­ρι­σμός, ἡ χλι­α­ρό­τη­τα καί μαλ­θα­κό­τη­τα τοῦ βί­ου, ἡ ἀ­πο­φυ­γή τῆς εὐ­λο­γη­μέ­νης ἀ­σκή­σε­ως, ἡ πο­λυ­τέ­λεια καί ἡ ἐ­πι­θυ­μί­α πλου­τι­σμοῦ καί ἐ­πι­δεί­ξε­ως. Νά θε­ρα­πευ­θεῖ ἡ κε­νο­δο­ξί­α, ἡ ἀλα­ζο­νεί­α, ὁ ὀρ­θο­λο­γι­σμός, ἡ αὐ­τάρ­κεια, ἡ αὐ­το­δι­καί­ω­ση καί ἡ αὐ­το­νο­μί­α, ἡ ἐμ­μο­νή σέ ἀ­το­μι­κές θέ­σεις καί ἀ­πό­ψεις, πού ὁ­δη­γεῖ ἀ­κό­μη καί στήν πλά­νη.
Καί ταυτόχρονα μέ τήν θεραπεία τους νά ξεκινήσει μέ γοργούς ρυθμούς ὁ κα­ταρ­τι­σμός καί ἡ ἐκ­παί­δευ­σή τους σέ ἰα­τρούς καί νο­ση­λευ­τές ὑ­ψη­λοῦ ἐ­πι­πέ­δου, πού θά συμ­βά­λει κα­τα­λυ­τι­κά στήν ἐ­πάν­δρω­ση, τήν ἀ­να­καί­νι­ση, τήν ἀ­να­βάθ­μι­ση καί τήν ἀ­να­νε­ω­μέ­νη λει­τουρ­γί­α τῶν πνευ­μα­τι­κῶν νο­σο­κο­μεί­ων, θε­ρα­πευ­τη­ρί­ων καί κλι­νι­κῶν, πού εἶ­ναι οἱ ἐ­νο­ρί­ες καί τά μο­να­στή­ρια καί οἱ Μη­τρο­πό­λεις μέ τό συ­νο­λι­κό ποι­μαν­τι­κό, φι­λαν­θρω­πι­κό καί ἱ­ε­ρα­πο­στο­λι­κό τους ἔρ­γο, τό ὁποῖο ἐ­πι­τε­λεῖ­ται στά ποι­κί­λα ἐκ­κλη­σι­α­στι­κά ἱ­δρύ­μα­τα μέ σκο­πό τήν πνευ­μα­τι­κή θε­ρα­πεί­α τῶν ἀν­θρώ­πων πα­ράλ­λη­λα μέ τήν σω­μα­τι­κή καί ὑ­λι­κή ἀ­να­κού­φι­ση καί ὑ­πο­στή­ρι­ξη.
Μέ τόν τρό­πο αὐ­τό ἡ Ἁ­γί­α μας Ἐκ­κλη­σί­α κα­θί­στα­ται ὁ ἀ­να­και­νι­στής, ὁ ἀ­να­μορ­φω­τής καί ὁ ἀ­να­δη­μι­ουρ­γός τοῦ λα­οῦ μας, τῆς πα­τρί­δας μας, τῆς οἰ­κου­μέ­νης ὁλόκληρης. Ἡ προ­σω­πι­κή θε­ρα­πεί­α τῶν πι­στῶν καί ὁ ἀ­να­βα­πτι­σμός τους στήν χά­ρη καί τόν ἁ­για­σμό τῶν μυ­στη­ρί­ων τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας ση­μα­το­δο­τεῖ, κα­τά ἀ­νά­λο­γο τρό­πο, τήν θε­ρα­πεί­α καί τόν ἀ­να­βα­πτι­σμό τῆς κοι­νω­νί­ας μας καί συμ­βά­λλει κατά συνέπεια στήν ἀ­να­βάθ­μι­ση καί τήν ποι­ό­τη­τα τῆς πο­λί­τειας, τῶν θε­σμῶν της καί τῆς λει­τουρ­γί­ας της, ἀφοῦ ὁ λα­ός τοῦ Θε­οῦ εἶ­ναι ταυ­τό­χρο­να καί πο­λί­τες τῆς ἑλ­λη­νι­κῆς πο­λι­τεί­ας.
Γιά τόν λό­γο αὐ­τό ἡ Ἐκ­κλη­σί­α ὀ­φεί­λει νά ἀν­τι­τα­χθεῖ στίς αἰ­τί­ες πού προ­κά­λε­σαν καί προ­κα­λοῦν κά­θε φο­ρά τήν κρί­ση.
Νά ἐ­ξα­λεί­ψει τήν φθο­ρά καί τήν ἀλ­λο­τρί­ω­ση πού τήν ἐ­ξέ­θρε­ψαν· νά θε­ρα­πεύ­σει τόν κα­τα­να­λω­τι­σμό, τήν πλε­ο­νε­ξί­α καί τήν ἔμ­μο­νη ἐκ­ζή­τη­ση τῶν ὑ­λι­κῶν ἀ­γα­θῶν καί τοῦ ἄκοπου κί ἄλυπου βίου καί νά ἐμ­πνεύ­σει τήν ὀ­λι­γάρ­κεια, τήν ἀ­ρε­τή καί τήν ἐν­τι­μό­τη­τα τοῦ βί­ου· νά ἀ­να­χαι­τί­σει τόν ὀ­ρυ­μα­γδό τοῦ ἀ­φελ­λη­νι­σμοῦ, τῆς ἀ­πορ­θο­δο­ξο­ποι­ή­σε­ως καί τῆς λε­η­λα­σί­ας τοῦ πνευ­μα­τι­κοῦ καί ἐ­θνι­κοῦ πλού­του τῆς πα­τρί­δας μας καί τῆς συνειδήσεως τοῦ λα­οῦ μας· νά ὑ­ψώ­σει κυ­μα­το­θραῦ­στες στήν φουρ­τού­να καί τήν δο­κι­μα­σί­α τοῦ λα­οῦ πού ὑ­πο­φέ­ρει κά­τω ἀ­πό ἀ­σή­κω­τα οἰ­κο­νο­μι­κά μέ­τρα· νά ἀ­φουγ­κρα­σθεῖ τόν βα­θύ πό­νο τῆς κου­ρα­σμέ­νης ψυ­χῆς του, νά ἐ­που­λώ­σει τίς ἀ­νοι­χτές πλη­γές του.­ Νά τοῦ προ­σφέ­ρει καί πά­λι ὅρα­μα καί ἐλ­πί­δα. Ὅρα­μα καί ἐλ­πί­δα γιά ἕ­να νέ­ο ξε­κί­νη­μα, γιά μί­α ἄλ­λη προ­ο­πτι­κή, γιά τήν ἠ­θι­κή, πνευ­μα­τι­κή καί ἐ­θνι­κή μας ἀ­νόρ­θω­ση.
Ὁ ρό­λος τε­λι­κά καί ἡ εὐ­θύ­νη τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας εἶναι νά φανερώσει τό ἀ­λη­θι­νό νό­η­μα καί τόν σκο­πό τῆς ζω­ῆς μας, πού εἶ­ναι ὁ οὐ­ρα­νός, ἡ πραγ­μα­τι­κή δη­λα­δή καί μό­νι­μη πα­τρί­δα μας. Σέ αὐ­τή τήν πρό­σκαι­ρη ζω­ή εἴ­μα­στε, ἄλ­λω­στε, ὁ­δί­τες καί ὄ­χι κά­τοι­κοι καί ἔ­νοι­κοι τῆς γῆς. Γι’ αὐ­τό καί θά πρέ­πει νά πο­ρευ­ό­μα­στε ἐ­δῶ μέ τήν προ­ο­πτι­κή τῆς αἰ­ω­νι­ό­τη­τος.
Ὅ­λη, ἄλ­λω­στε, ἡ θε­ο­λο­γί­α, ἡ φι­λο­σο­φί­α, ἡ κουλ­τού­ρα, ὁ πο­λι­τι­σμός, καί ἡ ἀν­θρω­πο­λο­γί­α τῆς ἑλ­λη­νορ­θο­δό­ξου πα­ρα­δό­σε­ώς μας συν­τεί­νουν πάν­το­τε καί ἐμ­πνέ­ουν τήν αἰ­ω­νι­ό­τη­τα, τήν ἄ­κτι­στη Δό­ξα καί Χά­ρη τοῦ Θε­οῦ, τήν κα­τά χά­ριν θέ­ω­ση τοῦ ἀν­θρω­πί­νου προ­σώ­που, μᾶς προ­σφέ­ρουν τόν ἰδα­νι­κό­τε­ρο σκο­πό καί τόν ὑ­ψη­λό­τε­ρο προ­ο­ρι­σμό τῆς ἀν­θρώ­πι­νης ζω­ῆς.
Ὁ λα­ός τοῦ Θε­οῦ, ὁ τό­σο δο­κι­μα­σμέ­νος καί πο­νε­μέ­νος στίς μέ­ρες μας, πε­ρι­μέ­νει νά βρεῖ καί νά ἀ­να­γνω­ρί­σει στήν Ἐκ­κλη­σί­α του τήν ἀ­λη­θι­νή καί στορ­γι­κή Μά­να. Πε­ρι­μέ­νει τήν ἀ­παν­το­χή, τό κα­τα­φύ­γιο, τήν πα­ρη­γο­ριά, τήν πνευ­μα­τι­κή καί ὑ­λι­κή στή­ρι­ξη καί τήν θαλ­πω­ρή, πού θα τόν ἐ­νι­σχύ­σουν καί θά τόν ἐν­δυ­να­μώ­σουν στόν ἀ­γώ­να του. 
Πε­ρι­μέ­νει τήν ἀ­λη­θι­νή θε­ο­λο­γι­κή ἑρ­μη­νεί­α γιά τήν αἰ­τί­α, τίς συ­νέ­πει­ες, ἀλ­λά καί τόν τρό­πο ἀν­τι­με­τω­πί­σε­ως ὅ­λων τῶν δει­νῶν πού τόν πλήτ­τουν. Ἀ­να­ζη­τᾶ τό χα­ρο­ποι­ό νό­η­μα τοῦ πό­νου καί τῶν θλί­ψε­ων, τήν ἀ­ναγ­και­ό­τη­τα τῆς με­τά­νοι­ας καί τῆς ἐ­πι­στρο­φῆς, τοῦ ἐ­πα­νευ­αγ­γε­λι­σμοῦ καί τῆς ἐ­πα­να­νο­η­μα­το­δο­τή­σε­ως τῆς προ­σω­πι­κῆς καί κοι­νω­νι­κῆς ζω­ῆς μας. 

Πρω­τί­στως, ὅ­μως, προσ­δο­κᾶ τήν πί­στη καί τήν ἐλ­πί­δα γιά τήν ὑ­πέρ­βα­ση, μέ τήν χά­ρη τοῦ Θε­οῦ, τῶν δυ­σχε­ρει­ῶν καί τῶν προ­βλη­μά­των στήν οἰ­κο­γε­νεια­κή καί ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κή του κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα· προσ­δο­κᾶ ἀ­νυ­πό­μο­να τήν θε­ρα­πευ­τι­κή καί με­τα­μορ­φω­τι­κή δύ­να­μη τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας γιά τήν ἐ­ξυ­γί­αν­ση τό­σο τῶν ἀρ­χόν­των ὅ­σο καί τῶν πο­λι­τῶν τοῦ τό­που μας, ὥ­στε νά ἀ­να­τρα­πεῖ τό δι­ε­φθαρ­μέ­νο καί νο­ση­ρό προ­σω­πι­κό, κοι­νω­νι­κό καί πο­λι­τι­κό κα­τε­στη­μέ­νο καί νά φθά­σου­με μέ γορ­γούς ρυθ­μούς στήν ἀ­νά­καμ­ψη καί τήν προ­κο­πή, τήν πνευ­μα­τι­κή καί τήν οἰ­κο­νο­μι­κή. 

Προσ­δο­κᾶ, ἐ­πί­σης, τήν ποι­μαν­τι­κή της μέ­ρι­μνα καί κα­θο­δή­γη­ση καί τήν ἐ­πι­βε­βλη­μέ­νη πρω­το­βου­λί­α καί δρα­στη­ρι­ο­ποί­η­σή της γιά τήν ἔγ­και­ρη πρό­λη­ψη καί ἀ­να­χαί­τι­ση τῶν ἀ­πει­λῶν καί τῶν ἐ­πι­βου­λῶν τῆς Νέ­ας Τά­ξε­ως Πραγ­μά­των καί τῆς Νέ­ας Ἐ­πο­χῆς, πού βρί­σκον­ται πλέ­ον ὄ­χι πρό, ἀλ­λά ἐν­τός τῶν πυ­λῶν.
Βι­ώ­νον­τας αὐ­τή τήν τόσο τραγική καί ὀδυνηρή πραγματικότητα, εἶ­ναι κατε­πεί­γου­σα ἀ­νάγ­κη νά βροῦμε, σύν Θεῶ, διά πρεσβειῶν τῆς Κυρίας ἡμῶν Θεοτόκου καί τῶν Ἁγίων μας, τήν δύναμη καί τό κουράγιο νά ἀντιταχθοῦμε, νά ἀν­τι­δρά­σου­με, νά ἀν­τι­στα­θοῦ­με γεν­ναῖ­α, νά ἀ­να­νε­ώ­σου­με καί πά­λι τίς ἀ­πο­φά­σεις μας καί νά μεί­νου­με ἀ­με­τα­κί­νη­τοι στίς πα­τρο­γο­νι­κές μας ρί­ζες. 
Ἡ Οἰ­κου­με­νι­κή Ὀρ­θό­δο­ξη πί­στη μας καί μέ­σῳ αὐ­τῆς ὁ οἰ­κου­με­νι­κός Ἑλ­λη­νι­κός πο­λι­τι­σμός μας, ἡ πνευ­μα­τι­κή καί ἐ­θνι­κή κα­τα­γω­γή μας, ξε­περ­νοῦν κά­θε παγ­κο­σμι­ο­ποί­η­ση καί νέα Ἐποχή. Ἀ­πο­τε­λοῦν τή Μο­να­δι­κή Ἐ­πο­χή στήν ἱ­στο­ρί­α τῆς ἀν­θρω­πό­τη­τας, πού εἶ­ναι καί Πα­λαι­ά καί Νέ­α καί Μέλ­λου­σα καί Παν­το­τι­νή, για­τί εἶ­ναι ἡ Ἐ­πο­χή τῆς Ἀ­λή­θειας τοῦ Τρι­α­δι­κοῦ Θε­οῦ μας. 
Προσφιλέστατοι ἀδελφοί,
Ἐ­πι­βάλ­λε­ται σθε­να­ρή καί ἄ­καμ­πτη ἀν­τί­στα­ση σέ ὅ­λα τά ἐ­πί­πε­δα καί πρός κά­θε κα­τεύ­θυν­ση. Ἀν­τί­στα­ση στήν δι­α­φθο­ρά, τήν ἀ­να­ξι­ο­κρα­τί­α, τήν κοι­νω­νι­κή ἀ­δι­κί­α καί τό δι­α­βρω­μέ­νο πο­λι­τι­κό κα­τε­στη­μέ­νο. Ἀν­τί­στα­ση στόν ἀ­φελ­λη­νι­σμό καί τήν πα­ρα­χά­ρα­ξη τῆς ἱ­στο­ρί­ας μας, ἀν­τί­στα­ση στήν πε­ρι­θω­ρι­ο­ποί­η­ση καί τόν ὑ­πο­βι­βα­σμό τῶν ἀρ­χῶν τῆς πί­στε­ως καί τῆς πα­τρί­δος μας, ἀν­τί­στα­ση στήν πο­δη­γέ­τη­ση καί τόν ἔ­λεγ­χο τῶν ἐ­πι­λο­γῶν καί τῆς συ­νει­δή­σε­ώς μας, ἀν­τί­στα­ση στούς σχε­δια­σμούς καί τίς ἐ­πι­βο­λές τῆς Νέ­ας Τά­ξε­ως Πραγ­μά­των καί τῆς Νέ­ας Ἐ­πο­χῆς καί τῶν ἐγ­χώ­ρι­ων ἐν­το­λο­δό­χων τους. 
Ἀν­τί­στα­ση συνειδητοποιημένη, ὀρ­γα­νω­μέ­νη καί ὄ­χι ἐ­πι­φα­νεια­κή, πού θά στη­ρί­ζε­ται στόν προ­σω­πι­κό μας ἁ­για­σμό, στήν μετάνοιά μας καί τόν ἀ­να­βα­πτι­σμό μας στά νά­μα­τα τῆς Ἁ­γί­ας μας Ἐκ­κλη­σί­ας καί τῆς ἑλ­λη­νορ­θο­δό­ξου πα­ρα­δό­σε­ώς μας. Ἀν­τί­στα­ση ὀρ­γα­νω­μέ­νη σέ προ­σω­πι­κό, οἰ­κο­γε­νεια­κό, ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κό καί κοι­νω­νι­κό ἐ­πί­πε­δο. Ἀν­τί­στα­ση παν­τί σθέ­νει καί πά­σῃ δυ­νά­μει.
Ἄς κά­νου­με τά σπί­τια μας, τίς ἐκκλησιές μας καί τά μοναστήρια μας ντάπιες καί μετερίζια, ἐπάλξεις καί ὀχυρά, θύλακες πνευματικῆς ἀντιστάσεως καί βάσεις ὀρθοδόξου ἀνεφοδιασμοῦ, κέντρα ἁγιασμοῦ καί κατηχήσεως. Ἄς τά κάνουμε κρυ­φά καί φανερά σχο­λειά κι ἄς γα­λου­χή­σου­με τά παι­διά μας μέ τίς ζωηφόρες πα­ρα­δό­σεις τοῦ γέ­νους μας ὑ­πο­κα­θι­στών­τας ἐ­μεῖς τήν πλημ­με­λή σχο­λι­κή ἐκ­παί­δευ­ση πού τούς πα­ρέ­χε­ται. 
Νά προ­βά­λου­με στά παι­διά μας τά πρό­τυ­πα τῶν ἁ­γί­ων καί τῶν ἡ­ρώ­ων μας, νά τούς ἐμ­πνεύ­σου­με τήν φι­λο­πα­τρί­α, νά τούς δι­δά­ξου­με σω­στά τήν γλώσ­σα μας καί τήν ἱ­στο­ρί­α μας.
Ἄς κρα­τή­σου­με ζων­τα­νή τήν ἐλ­πί­δα στίς καρ­δι­ές μας, ἄς ἔ­χου­με ἀ­κλό­νη­τη ἐμ­πι­στο­σύ­νη στόν γλυκύτατο Κύ­ριό μας καί Σωτήρα μας Ἰ­η­σοῦ Χρι­στό, ὁ Ὁ­ποῖ­ος ὅ­λα μπο­ρεῖ νά τά δι­ορ­θώ­σει καί νά τά ἀ­να­τρέ­ψει καί νά εἴμαστε σίγουροι ὅτι θά τά διορθώσει καί θά τά ἀνατρέψει. Ὁ κόσμος λέγει ὅτι ἡ ἐλπίδα πεθαίνει τελευταία.
Ἀδελφοί, ἡ δική μας Ἐλπίδα εἶναι ὁ Χρι­στός καί ἡ ἐλ­πί­δα αὐ­τή δέν πε­θαί­νει πο­τέ! Εὐχαριστῶ.


orthodoxia-pateriki.blogspot.com

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Τα σχόλιά σας είναι ευπρόσδεκτα όταν διατυπώνονται με ευπρέπεια και ευγένεια.