Τρίτη, 20 Δεκεμβρίου 2011

Μια σύντομη (προς το παρόν ) απάντηση σε όσους θέλουν τον Έλληνα Ορθόδοξο Παπά: μουγγό, κουφό και τυφλό







Παπαγιάννης (Μπούσλας)

Ο Παπαγιάννης (Μπούσλας), στα χρόνια του Αλή πασά, όπως αναφέρει η παράδοση, υπέστη την ποινή του "τσοκανίσματος" (=στείρωση με αποτομή των γεννητικών αδένων) από τους Τούρκους της Φουρνάς, όταν πήγε ως αντιπρόσωπος της ενορίας του να παρακαλέσει ν' απαλλάξουν το χωριό Δομιανούς από μια βαριά φορολογία που είχαν επιβάλει]. Αν σ' αυτά προσθέσει κανείς τις λεηλασίες από τούρκικα αποσπάσματα, τις αλβανικές ληστρικές συμμορίες και τους Αλβανούς τοκογλύφους σχηματίζει μια εικόνα της ανυπόφορης ζωής των ραγιάδων. Ο εθνοδιδάσκαλος Ευγένιος Γιαννούλης ο Αιτωλός γράφει σχετικά σε μια επιστολή του: "Πανταχού οιμωγαί, ολολυγμοί, στεναγμοί και θρήνοι, δυσπραγίαι ουκ ευαρίθμητοι... καταδρομή των φορολόγων αδυσώπητος το υπήκοον επικαλείται τον θανατον μάλλον ή το ζην".

«Επίσκοποι και άλλοι εκ του Κλήρου της Ανατολής εφάνησαν οπλοφορούντες εις το στάδιον του κατά των Οθωμανών πολέμου, φαινόμενον όλως μοναδικόν, αλλόκοτον και αποτρόπαιον εις την Ορθόδοξον Εκκλησίαν»

Η συμμετοχή του Κλήρου στην Επανάσταση υπήρξε τόσο χαρακτηριστική που φαίνεται ακατανόητη στον σύγχρονο Κεφαλλονίτη κοσμοκαλόγερο Κοσμά Φλαμιάτο (1786-1852), επειδή ακριβώς κάποιοι «Επίσκοποι και άλλοι εκ του Κλήρου της Ανατολής εφάνησαν οπλοφορούντες εις το στάδιον του κατά των Οθωμανών πολέμου, φαινόμενον όλως μοναδικόν, αλλόκοτον και αποτρόπαιον εις την Ορθόδοξον Εκκλησίαν».
Ο Φωτάκος κατακρίνει με δριμύτητα τέτοιες θέσεις, σημειώνοντας ότι «σφάλλουν μεγάλως εις τούτο, διότι θέλουν τον μοναχόν να μη έχη αίσθημα ανθρώπου και αγάπην εις την πατρίδα του, αν και το ιερόν Ευαγγέλιον ρητώς διδάσκει, ότι ο μοναχός χρεωστεί να θυσιάση την ζωήν του δια την σωτηρίαν ενός και μόνον ανθρώπου, πολλώ δε μάλλον δια την ύπαρξιν και την σωτηρίαν ολοκλήρου του Έθνους του».
...οι Τούρκοι με την κήρυξη της επανάστασης εξαπολύουν κατά διαταγή του Σουλτάνου άγριο...
διωγμό με εκατόμβες θυμάτων στην περιοχή της Πόλης και πρώτο θύμα τον Πατριάρχη άγιο, Γρηγόριο Ε , «ως συνένοχον και κύριον υποκινητήν της συνωμοσίας», όπως αναφέρει η καταδίκη του, αλλά και τον προκάτοχό του, Κύριλλο, που βρισκόταν στην Ανδριανούπολη.

Αξίζει εδώ να αναφερθούμε και στην γενναία άρνηση του Σεϊχουλισλάμη (δηλ. του ανώτατου θρησκευτικού ηγέτη των μωαμεθανών) να εγκρίνει τότε την έκδοση φετφά γενικής σφαγής, πράξη που πλήρωσε με τη ζωή του.

Τέτοιες θηριωδίες της οθωμανικής αντίδρασης, με τις εκτελέσεις επισκόπων και Φαναριωτών, τις σφαγές της Χίου και των Ψαρών, μας προσγειώνουν στον μακρύ κατάλογο των κληρικών και μοναχών που συνέβαλαν μαρτυρικά στον φόρο του αίματος.

Κατά τη μελέτη του Πέτρου Γεωργαντζή, σε σύνολο περίπου διακοσίων αρχιερέων κατά τον καιρό της Επαναστάσεως σε ολόκληρη την Οθωμανική επικράτεια, αποδεδειγμένα 
"οι 81 είχαν μυηθεί στη Φιλική Εταιρεία.
73 έλαβαν ενεργό μέρος στον αγώνα
42 υπέστησαν σκληρές διώξεις, φυλακίστηκαν και βασανίστηκαν, και
45 «θυσιάσθηκαν για την ελευθερία, είτε από βασανιστήρια και θανατώσεις των Τούρκων, είτε σε πολεμικές συρράξεις".

Σύμφωνα με τον ιστορικό ερευνητή, δεν θα ήταν υπερβολή εάν λέγαμε ότι η παρουσία και προσφορά των αρχιερέων κρίνεται ισότιμη και ισοβαρής με εκείνη των μεγάλων συναγωνιστών τους οπλαρχηγών.

Η Εκκλησία ήταν επίσης αυτή που ηγήθηκε των προεπαναστατικών κινημάτων και η πρώτη που υφίστατο τις βαριές συνέπειες. Αλλά και ευρύτερα ακόμα, όλη αυτή τη δράση και πορεία του υπόδουλου Ελληνισμού κατακόσμησε το πλήθος των νεομαρτύρων, που ανακαίνισε την οδό του μαρτυρίου, ανθοφορώντας στην έρημο των χρόνων της Οθωμανοκρατίας.
πηγή

Ο παπα- Βλαχάβας

Ο Ευθύμιος Βλαχάβας παπάς επαναστάτης, αντάρτης στα βουνά αρχηγός της κλεφτουριάς της Θεσσαλίας και της Ηπείρου. Ταξίδεψε στους Άγιους τόπους να προσκυνήσει εκεί που έχυσε το αίμα Του ο Χριστός. Ο Αλή Πασάς τον ονομάζει «διαβολάπαπα» και όταν θα καταφέρει με δόλο να τον πιάσει θα τον θανατώσει με φρικτά βασανιστήρια στα Γιάννενα το 1808. Το τραγούδι λέει «Αηδόνια μου περήφανα, πεύκα καμαρωμένα φέτο να μη λαλήσετε, φέτο να μαραθήτε. Τον Παπαθύμιο πιάσανε, τον καπετάν Βλαχάβα…»

Ο Παπαρσένης Κρέστας

Από το Κρανίδι καταγόμενος ο Παπαρσένης Κρέστας. Το βαπτιστικό του όνομα είναι Αλέξανδρος αλλά το άλλαξε μόλις έγινε καλόγερος σε Αρσένιος. Πέθανε μαχόμενος για την ελευθερία της Ελλάδος.

Μόλις ξέσπασε η επανάσταση έγινε Καπετάνιος σε πολεμικό σώμα. Τον Νοέμβριο του 1822, μόλις μαθαίνει ο Κολοκοτρώνης ότι οι Τούρκοι προγραμματίζουν να στείλουν τρόφιμα, μέσα από τα Δερβενάκια, για τα’ ασκέρια τους στο πεινασμένο Ναύπλιο, αποφασίζει να εμποδίσει το σχέδιο τους. Ζητάει τότε να πάνε σε βοήθεια του καπεταναίοι με τα παλικάρια τους. Από τους πρώτους που πάνε να βοηθήσουν είναι ο Νικηταράς και ο Παπαρσένης Κρέστας.

Όταν έφτασε ο Παπαρσένης με τα παλικάρια του κοντά στο γέρο του Μοριά μιλάει μαζί του και πιάνει αμυντική θέση δίπλα στο υιό του Γέρου, τον Γεννάιο Κολοκοτρώνη, στον Άι Σώστη. Κατά την ώρα του δείπνου ο Γέρος του Μοριά παρακινούσε τον Κολοκοτρώνη να φάνε γρήγορα και να πιάσουν τις θέσεις μάχης τους, επειδή άρχισαν από μακριά να φαίνονται τα Τουρκικά στρατεύματα που συνόδευαν τα τρόφιμα. Τότε ο καλόγερος του είπε ατάραχος «Γενναίο μη χολοσκάς. Αύριο αυτούς τους περιμένει η κατάρα. Το κεφάλι μου θα πέσει εδώ αλλά σπειρί σιτάρι δεν θα περάσει στο Ανάπλι» Έτσι και έγινε…το σιτάρι δεν πέρασε αλλά ο καλόγερος σκοτώθηκε στον Άι Σώστη

Ο παπα - Παναγιώτης  Μπουγάτσας 

Ο Παναγιώτης Μπουγάτσας εφημέριος του Αγίου Παντελεήμονος ενώ μαίνονταν η πολιορκία του Μεσολογγίου, ο κανονιοβολισμός και το ντουφεκίδι, π΄ρε τα άχραντα μυστήρια και περιφερόμενος στους προμαχώνες των αγωνιστών και κρατώντας ένα φανάρι εν μέσω πυροβολισμών κοινωνούσε τους αγωνιζομένους πατριώτες επαναστάτες και τους παρηγορούσε με τα λόγια του και τους εμψύχωνε δίνοντας το παράδειγμα πολεμώντας μαζί τους. Γι αυτόν τον ιερωμένο μιλούσαν με θαυμασμό στο Μεσολόγγι στα πρώτα μετεπαναστατικά χρόνια. Σφαίρα δεν πέτυχε τον ιερομόναχο που κρατούσε κάθε μέρα το άγιο δισκοπότηρο με την Θεία Κοινωνία και ευλογούσε τους αγωνιστές. Το 1837 επισκέφτηκε το Μεσολόγγι ο βασιλιάς Όθωνας ο οποίος είχε ακούσει για τον Παπαπαναγιώτη. Όταν τον γνώρισε από κοντά συγκινημένος τον παρασημοφόρησε με τον Αργυρό Σταυρό του Αγώνα. Έδωσε μάλιστα και εντολή να του δοθεί ένα γερό ποσό ώστε να του απαλύνει την πενία των γηρατειών του.

Ο εθνομάρτυρας  Μητροπολίτης Γρεβενών  Αιμιλιανός  (+1/10/1911 ) 


Μεταφορά των σωμάτων των δολοφονημένων Δεσπότου Αιμιλιανού , Διάκου και αγωγιάτη
Η κατάσταση στην περιοχή Γρεβενών ήταν τόσο έκρυθμη, όσο και στο Μοναστήρι. Κι εδώ υπήρχε η δίωξη που είχαν εξαπολύσει οι Τούρκοι, το όργιο το εγκληματικό των Βουλγάρων και επιπλέον και η ρουμανική προπαγάνδα, που την ενεθάρρυναν οι Νεότουρκοι.
Όπως όλοι, έτσι και ο Μητροπολίτης Αιμιλιανός στην αρχή είχε πιστέψει στις εξαγγελίες των Νεοτούρκων. Για να δει πολύ γρήγορα την αλήθεια. Όσο ο καιρός περνούσε, οι Νεότουρκοι άρχισαν να δολοφονούν τους Μακεδονομάχους και να καταδιώκουν τους κληρικούς.
Ο Μητροπολίτης Αιμιλιανός, νέος, γενναίος, αποφασισμένος για κάθε θυσία, ύψωσε το ανάστημα. Με τακτικές Εκθέσεις προς το Πατριαρχείο και την Ελληνική Κυβέρνηση, έκανε γνωστή την κατάσταση που επικρατούσε και τα μαρτύρια των Ελλήνων. Επισκεπτόταν τα χωριά για να εμψυχώσει τους ιερείς και τους δασκάλους, να τονώσει το ηθικό των κατοίκων.
Η θαρραλέα στάση του διαρκώς αύξανε το μίσος των εχθρών. Το μόνο που επεδίωκαν ήταν να τον εξοντώσουν, να τον βγάλουν από τη μέση. Ιδίως ο Μπεκήρ αφέντης, ο ισχυρός Τούρκος, μένεα έπνεε εναντίον του.

Όμως τίποτε δεν δείλιαζε τον ατρόμητο Μητροπολίτη. Συνεχίζοντας το παράδειγμα των προκατόχων του, εξακολουθούσε το έργο του. Είχε γίνει ο καλός ποιμένας που όλοι λάτρευαν.
Την μοιραία 1η Οκτωβρίου 1911, μετά από περιοδεία, πήγε στο χωριό Σνίχοβο (Αιμιλιανό) να λειτουργήσει, να έρθει σε επικοινωνία με τους πιστούς. Το απόγευμα αποφάσισε να επιστρέψει στα Γρεβενά. Οι χωρικοί τον παρακαλούσαν να αναβάλει την αναχώρηση, γιατί είχαν πληροφορηθεί ότι Νεότουρκοι και Ρουμανίζοντες καιροφυλακτούσαν στα γύρω μέρη με κακές προθέσεις. Μα ο Μητροπολίτης δεν ήθελε να υποχωρήσει. Δεν δείλιαζε εκείνος. Το καθήκον μόνο λογάριαζε. Ξεκίνησε. Στον δρόμο, σε μια χαράδρα, οι εχθροί περίμεναν. Ανεπεράσπιστος καθώς ήταν, τον συνέλαβαν, μαζί με τον διάκονο που τον συνόδευε, τον Δημήτρη Αναγνώστου και τον αγωγιάτη τους. Αφού τους βασάνισαν, τους κατακρεούργησαν κατά τον πιο φρικτό, απάνθρωπο τρόπο.
Μόνο την 6η Οκτωβρίου, ψάχνοντας, βρήκαν τα πτώματα στην οικτρή εκείνη κατάσταση. Τους μετέφε­ραν στα Γρεβενά, όπου η κηδεία τους έγινε σε κατανυκτική ατμόσφαιρα θρήνου και πένθους, την 11η Οκτωβρίου.
πηγή

 Και  ως επίλογο   διαλέξαμε το παράδειγμα  του  λεβέντη  μακαριστού Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος  Χρύσανθου

«Έρχονται εις επίσκεψίν μου ο Νομάρχης Αττικοβοιωτίας κ. Πεζόπουλος και ο Δήμαρχος κ. Πλυτάς κατ' εντολήν του Υφυπουργού Ασφαλείας κ. Μανιαδάκη δια να μοι ειπούν ότι μετά των ανωτέρω δύο και του Φρουράρχου Αθηνών Στρατηγού Καβράκου θα παραδώσωμεν την πόλιν εις τους Γερμανούς. 
Απήντησα ότι εις το έργον τούτο ουδεμίαν θέσιν έχει ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών... έργον του Αρχιεπισκόπου είναι όχι να υποδουλώνη αλλά να ελευθερώνη»

...Η τρίτη μεγάλη πρόκληση για τον Χρύσανθο ήταν στις 29 Απριλίου, όταν προσκλήθηκε από τον Πλάτωνα Χατζη­μιχάλη (Υπουργό Εθν. Οικονομίας της κατοχικής Κυβέρνησης) να ορκίσει την επομένη τη δοτή στους Γερμανούς Κυβέρνηση Τσολάκογλου. Του απάντησε: «Λυπούμαι πολύ διότι δια συμβολαίου και εντολή των Γερμανών σχηματίζεται Κυβέρνησις και ιδίως διότι μετέχει αυτής ο κ. Χατζημιχάλης (σ.σ. επίτροπος του Ιε­ρού Ναού Μεταμορφώσεως Πλάκας), τον οποίον εθεώρουν τίμιον Έλληνα. Και τι ηθέλατε να κάμωμεν; λέγει ο κ. Χατζημι­χάλης, να αφήσωμεν να μας κυβερνήσουν οι Γκαουλάιτερ; Τω απαντώ ναι, διότι με τους Γκαουλάιτερ οι Γερμανοί θα κάνουν μικρότερον κακόν παρ' όσον θα κάμουν δι' υμών διότι θα φέρετε μόνον τας ευθύνας χωρίς να ημπορέσητε να κάμητε το ελάχιστον καλόν εις τον λαόν»18.

Σε νέα πίεση της Κυβερνήσεως να προσέλθει στην ορκωμοσία, ο Χρύσανθος απάντησε:

«Η Εθνική Κυβέρνησις, την οποίαν ώρκισα, εξακολουθεί να υφίσταται και να συνεχίζη τον πόλεμον. Άλλην Κυβέρνησιν δεν δύναμαι να ορκίσω, ...εις τοιαύτας υπόπτους και αντεθνικάς ενεργείας δεν είναι δυνα­τόν να δώση η Εκκλησία τον όρκον και την ευλογίαν της. Η Εκκλησία πρέπει να μένη μακράν από τοιαύτα πράγματα»19.

Ούτε συμβιβαστική λύση δε δέχτηκε ο Χρύσανθος να δώσει στο θέμα της ορκω­μοσίας της κατοχικής Κυβέρνησης. Όταν ο υπασπιστής του Τσολάκογλου στην άρνησή του του αντιπροτείνει «στείλατε τουλάχιστον τον Επίσκοπον (σ.σ. εννοεί το βοηθό επί­σκοπο Ταλαντίου Παντελεήμονα Παπαγεωργίου) ή άλλον τινά, να τους ορκίση», ο Χρύσανθος απάντησε: «Αδυνατώ να δώσω εντολήν εις οιονδήτινα»20. «Εν γνώσει των συνεπειών που με αναμένουν, δεν δέχομαι την προτεινομένην παραχώρησιν. Εμμένω εις τας αρχάς μου»! Την ορκωμοσία τελικά κλήθηκε και τέλεσε ο εφημέριος της ενορίας της Βουλής (Αγίου Γεωργίου-Καρύτση), ήδη όμως είχε αποφασισθεί η τύχη του ηρωικού Αρχιεπισκόπου21.

...Ήδη από τις ημέρες αυτές η Γκεστάπο και οι Έλληνες συνεργάτες της είχαν αποφασίσει τον τρόπο αποπομπής του Χρυσάνθου. Στις 18 Ιουνίου εκδόθηκε η Εφημερίς της Κυβερνήσεως με την Συντακτική Πράξη της γερμανόδουλης Κυβερνήσεως Τσολάκογλου, δια της οποίας «παύεται» ου­σιαστικά ο αρχιεπίσκοπος Χρύσανθος και καλούνται 23 αρχιερείς28 να συγκροτήσουν σώμα υπό τον τίτλο «Μείζων Σύνοδος», για να αποφασίσουν τελεσίδικα για την επανα­φορά του Δαμασκηνού.

Στις 2 Ιουλίου η Σύνοδος συνεδριάζει και ο επίτροπος Πετρακάκος προτρέπει κάποιους διστακτικούς αρχιερείς να μη διστάσουν να προχωρήσουν στην αποπομπή του Χρυσάν-θου, να έχουν θάρρος και να σπεύσουν, για­τί... οι Γερμανοί βαδίζουν προς τη Μόσχα29. Η Σύνοδος αποφασίζει ομόφωνα(!) και ακυρώνει όλες τις προηγούμενες πράξεις επί Χρυσάνθου. Αποκαθιστά μάλιστα το Δα­μασκηνό σαν να ήταν Αρχιεπίσκοπος από το 1938, αγνοεί δηλαδή και διαγράφει(!) ολόκλη­ρη την αρχιεπισκοπία του Χρυσάνθου ως de jure canonico ανύπαρκτη30.
Ο Δαμασκηνός αναλαμβάνει Αρχιεπί­σκοπος στις 6 Ιουλίου και ο Χρύσανθος αποσύρεται ταπεινά στο μικρό σπίτι της οδού Σουμελά στην Κυψέλη, χωρίς να προ­καλέσει καμία αντίδραση στη νέα εκκλησια­στική κατάσταση, παρ' όλο που γνώριζε πως ήταν αντικανονική. Ο μεγάλος του πόνος όλο αυτό το διάστημα δεν ήταν η απώλεια του θρόνου του, την οποία άλλωστε ο ίδιος είχε προκαλέσει, μη δεχθείς να συνεργαστεί με τους Γερμανούς, πονούσε όμως και θλι­βόταν βαθύτατα για τη δυστυχία του σκλα­βωμένου λαού, για τις χειροτονίες πολλών αναξίων αρχιερέων, για την εγκατάλειψη των επαρχιών και του ποιμνίου τους από πολλούς, οι οποίοι «μισθωτοί και ουκ όντας ποιμένες» συγκεντρώνονταν σταδιακά στην Αθήνα.
πηγή

4 σχόλια:

  1. Αχυράνθρωποι του τύπου Τσολάκογλου πάντα κυβερνούσαν την Ελλάδα. Και πάντα υπήρχαν οι de jure canonico αποφάσεις των δοτών ιεραρχών (Δαμασκηνός και άλλοι).

    "Και διηγώντας τα να κλαις", αλλά δεν τα διηγούμαστε.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Στειλτε το κειμενο να το διαβασει η Ιερα Συνοδος και ο νυν Αρχιεπισκοπος μηπως και ξυπνησει τιποτα Χριστιανικο μεσα του.

    σημ:γνωριζω οτι ισως δυσκολευεστε να δημοσιευσετε το σχολιο μου,αλλα πρεπει πλεον να μιλαμε συγκεκριμμενα και οχι αοριστα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Αγαπητέ ανώνυμε φίλε σχολιαστή φαίνεται ότι εσείς γνωρίζετε για εμάς περισσότερα από όσα ξέρουμε εμείς για τον εαυτό μας.
    Αυτό που σίγουρα αγνοείτε ή τουλάχιστον δεν γνωρίζετε,είναι ότι όχι μόνο στην Ιερά Σύνοδο και στον προεδρεύοντα αυτής Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και πάσης Ελλάδος αλλά και σε κάθε άλλο "ενδιαφερόμενο", έχουμε στείλει δεκάδες επιστολές και e-mails το περιιεχόμενο των οποίων δεν είναι διαφορετικό απο αυτά που έχετε διαβάσει στο ιστολόγιό μας.
    Σχετικά με το αν "μιλάμε δυγκεκριμένα ή αόριστα" θα σας συνέστηνα να ρίξετε ξανά μια ματιά στις αναρτήσεις μας μιας και εκεί θα δείτε ακόμα και ...ονοματεπώνυμα.
    Αν στην παρούσα ανάρτηση δεν αναφερθήκαμε συγκεκριμένα σε πρόσωπα ή ομάδες, είναι γιατί ο κατάλογος με εκείνους που θεωρούν πως οι Έλληνες Ορθόδοξοι (λαός και κλήρος) είναι πολίτες Β΄κατηγορίας και άρα δεν έχουν δικαίωμα να μιλούν για πολιτική ή να συμμετέχουν σε εθνικοαπελευθερωτικούς αγώνες υπερ της πίστης και της πατρίδας,είναι μακρύς.
    Με τιμη
    Ο.Π

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Θερμά συγχαρητήρια για την ανάρτησή σας!
    ΛΥΚΟΥΡΓΟΣ ΝΑΝΗΣ

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Τα σχόλιά σας είναι ευπρόσδεκτα όταν διατυπώνονται με ευπρέπεια και ευγένεια.