Παρασκευή, 22 Ιουλίου 2011

Προηγούμενος Ι.Μ Μεγάλου Μετεώρου Αρχιμανδρίτης Αθανάσιος : "Ελληνες αντισταθείτε" (Ολόκληρη η ομιλία)






Ἀρ­χιμ. Ἀ­θα­να­σί­ου Ἀ­να­στα­σί­ου
Προηγουμένου Ἱερᾶς Μονῆς Μεγάλου Μετεώρου
Ἁγίων Μετεώρων
Ὁμιλία στό Πανκαλαμπακιώτικο Χοροστάσι
10-7-2011
«ΠΑΡΑΔΟΣΗ-ΘΡΗΣΚΕΙΑ-ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ»
Δρόμοι πού χαράξαμε...γιά νά ἀκολουθοῦμε.

Σήμερα βγῆκα σέ χαρά, βγῆκα σέ πανηγύρι
ἀπ’ ὄξου ΄πό τή νἐκκλησιά κι πίσ’ ἀπ’ τ’ἅγιο βῆμα
κι’ ἄκουσα πού τό λέγανε, ψιλά τό τραγουδοῦσαν,
πού θέλ’ ἀλήθεια γιά νά ζῇ, ἰδῶ νά τραγουδάει
ἰδῶ νά κλαίει τά πάθια του νά χαίρη τίς χαρές του
(δημοτικό τραγούδι)


Ἀ­ξι­ό­τι­με κ. Δή­μαρ­χε, ἅ­γι­ε Πρω­το­σύγ­κελ­λε καί ἐκ­πρό­σω­πε τοῦ Σε­βα­σμι­ω­τά­του Μη­τρο­πο­λί­του μας, ἅγιοι Καθηγούμενοι, σε­βα­στοί πα­τέ­ρες καί ὁ­σι­ώ­τα­τες ἀ­δελ­φές, ἀ­ξι­ό­τι­με κ. Ἀν­τι­πε­ρι­φε­ρειά­ρχα, ἀ­ξι­ό­τι­μοι κ.κ. πρώην Δήμαρχοι, Περιφερειακοί καί Δη­μο­τι­κοί Σύμ­βου­λοι, ἀ­ξι­ό­τι­μοι κ.κ. ἐκ­πρό­σω­ποι τῶν το­πι­κῶν ἀρ­χῶν καί φο­ρέ­ων, ἀ­γα­πη­τοί ἀ­δελ­φοί καί φί­λοι.
Πα­ρό­τι δέν εἴ­μα­στε, ἴ­σως, οἱ πλέ­ον ἁρ­μό­διοι γιά νά μι­λή­σου­με στήν ἀ­πο­ψι­νή ὁ­μή­γυ­ρη, ἀ­να­λά­βα­με, ὅ­μως, μέ χαρά καί προθυμία, τήν μι­κρή αὐ­τή εἰ­σή­γη­ση για­τί... θε­ω­ροῦ­με ἰ­δι­αί­τε­ρα ση­μαν­τι­κή τήν συ­νάν­τη­ση αὐ­τή ὅ­λων τῶν χο­ρευ­τι­κῶν συγ­κρο­τη­μά­των τοῦ Δή­μου μας. Τό πα­ρα­δο­σια­κό αὐ­τό χο­ρο­στά­σι εἶ­ναι μιά νό­τα ἐλ­πί­δας καί ψυ­χι­κῆς ἀ­νά­τα­σης μέ­σα στήν δί­νη τῶν τρα­γι­κῶν στιγ­μῶν πού βι­ώ­νου­με στήν χώ­ρα μας. Εἶ­ναι τό ζων­τά­νε­μα τῆς μνή­μης καί τῆς συ­ναί­σθη­σης τοῦ ποι­οί πραγ­μα­τι­κά εἴ­μα­στε, τί ἔν­δο­ξη ἱ­στο­ρί­α κου­βα­λᾶ­με στούς ὤ­μους μας, τί πλοῦ­το πα­ρα­δο­σια­κό κα­τέ­χου­με, τί ἀ­κα­τα­μά­χη­τα πρό­τυ­πα ἡ­ρώ­ων καί μαρ­τύ­ρων ἀ­πο­τε­λοῦν τήν ἔμ­πνευ­ση καί τό πα­ρά­δειγ­μά μας.
Κι ὅ­λα αὐ­τά μᾶς τά προ­σφέ­ρουν τά δη­μο­τι­κά μας τρα­γού­δια καί οἱ λε­βέν­τι­κοι χο­ροί μας, ἡ ἀ­νε­πα­νά­λη­πτη αὐ­τή δι­α­χρο­νι­κή ζων­τα­νή ἔκ­φρα­ση τοῦ λα­οῦ μας, ὁ σφυγ­μός καί ἡ ἀ­να­πνο­ή τῆς φυ­λῆς μας· αὐ­τή πού ὕ­μνη­σε τίς δό­ξες καί τά ἀν­δρα­γα­θή­μα­τα τῶν ἀ­γω­νι­στῶν, πού ἀ­φουγ­κρά­στη­κε τόν πό­νο καί τήν ἀ­γω­νί­α τῶν δο­κι­μα­σμέ­νων, πού γλέν­τη­σε τίς χα­ρές, τά ἀρ­ρα­βω­νι­ά­σμα­τα καί τούς γά­μους, πού μοι­ρο­λό­γη­σε τήν σκλα­βιά καί τόν θά­να­το, πού ζων­τά­νε­ψε κά­θε κλα­δί καί ἀν­θό, κά­θε βου­νό καί ἀ­κρο­γιά­λι τῆς ἀ­πα­ρά­μιλ­λης καί μο­να­δι­κῆς ἑλ­λη­νι­κῆς φύ­σης.
Μέ μιά φρά­ση, ὅ­πως μᾶς τήν δι­α­τυ­πώ­νει ὁ κυρ-Φώτης ὁ Κόν­το­γλου, στά δη­μο­τι­κά μας τρα­γού­δια «δί­χως χαρ­τί καί δί­χως με­λά­νι τρα­γου­δι­όν­τα­νε ὅ­σα τρα­γου­δι­οῦν­ται, τό πῶς ἔρ­χε­ται ὁ ἄν­θρω­πος στόν κό­σμο, τό πῶς ἀ­γα­πᾶ, τό πῶς μα­κα­ρί­ζε­ται».
Ἡ ἀ­πο­ψι­νή ἐκ­δή­λω­ση, πού μέ τό­ση ἔμ­πνευ­ση καί με­ρά­κι δι­ορ­γα­νώ­νεται ἀπό τήν Δημοτική μας Ἀρχή, μᾶς δί­νει τήν εὐ­και­ρί­α, πα­ράλ­λη­λα μέ τήν ἀ­να­ψυ­χή, νά προ­βλη­μα­τι­σθοῦ­με καί νά φι­λο­σο­φή­σου­με γύ­ρω ἀ­πό τήν πα­ρά­δο­σή μας, τήν πίστη μας καί τόν πολιτισμό μας. Μᾶς δί­νει τήν εὐ­και­ρί­α νά ἀ­να­τρέ­ξου­ψε σέ μνῆ­μες καί βι­ώ­μα­τα ὡς ἐ­πί τό πλεῖ­στον ξε­θω­ρι­α­σμέ­να καί ἐγ­κα­τα­λελειμ­μέ­να. Μᾶς δί­νει τήν εὐ­και­ρί­α νά ἐ­πα­να­το­πο­θε­τη­θοῦ­με ἀ­πέ­ναν­τι στό χθές καί στό σή­με­ρα. Νά ἀ­να­ρω­τη­θοῦ­με καί νά ἀ­να­ζη­τή­σου­με τί εἶναι αὐ­τό πού μᾶς ἀ­πέ­κο­ψε ἀ­πό τά ζω­η­φό­ρα νά­μα­τα τῆς πα­ρα­δό­σε­ώς μας καί μᾶς ὁ­δή­γη­σε κε­νούς καί ἄ­νυ­δρους στήν τρα­γι­κό­τη­τα τῆς ἀλ­λο­τρι­ώ­σε­ως καί στήν δί­νη τῆς ἀ­νε­λέ­η­της κρί­σης, πού βι­ώ­νου­με στίς μέ­ρες μας.
Ἡ ἀ­πάν­τη­ση, βε­βαί­ως, σέ ἕ­να τό­σο κρί­σι­μο καί κα­θο­ρι­στι­κό ἐ­ρώ­τη­μα δέν θά μπο­ροῦ­σε νά δο­θεῖ καί νά ἐ­ξαν­τλη­θεῖ στά πλαί­σια τῆς ἀ­πο­ψι­νῆς ἀ­να­φο­ρᾶς μας. Βέ­βαι­ο, ὅ­μως, εἶ­ναι ὅ­τι ἡ σύγ­χρο­νη αὐ­τή καί πο­λύ­πλευ­ρη οἰ­κο­νο­μι­κή, κοι­νω­νι­κή, θρη­σκευ­τι­κή καί πο­λι­τι­κή κρί­ση πού βι­ώ­νου­με ὡς Ἕλ­λη­νες εἶ­ναι πρω­ταρ­χι­κά μί­α κρί­ση ταυ­τό­τη­τος· μιά κρί­ση αὐ­το­συ­νει­δη­σί­ας καί αὐ­το­προσ­δι­ο­ρι­σμοῦ. Μί­α σύγ­χυ­ση, δη­λα­δή, καί μί­α ἀμ­φι­σβή­τη­ση τῶν ἀρ­χῶν, τῶν πι­στευ­μά­των μας, τῶν προ­τε­ραι­ο­τή­των, τῶν στό­χων καί τῶν ἐ­πι­δι­ώ­ξε­ων πού θέ­του­με στήν ζω­ή μας καί τῶν τρό­πων πού χρη­σι­μο­πο­ιοῦ­με γιά νά τά ἐ­πι­τύ­χου­με. Μί­α ἀ­να­ζή­τη­ση καί μί­α ἀ­γω­νί­α γιά τά οὐ­σι­ώ­δη καί τά ση­μαν­τι­κά τῆς ζω­ῆς, γι’ αὐ­τά πού μᾶς δί­νουν χα­ρά, πού ξε­κου­ρά­ζουν καί γε­μί­ζουν τήν ψυ­χή μας, πού μᾶς προ­σφέ­ρουν σκο­πό καί νό­η­μα βί­ου, πού μᾶς χα­ρί­ζουν ἐν τέ­λει τήν εὐ­τυ­χί­α.
Τήν ἀ­πάν­τη­ση σέ ὅ­λα αὐ­τά τά ἐ­ρω­τή­μα­τα, ἐ­πί αἰ­ῶ­νες τώ­ρα, ὁ λα­ός μας εἶ­χε μά­θει νά τήν βρί­σκει στήν βί­ω­ση τῆς πα­ρα­δό­σε­ώς του. Εἶ­χε μά­θει νά τήν βρί­σκει στήν ἁ­πλό­τη­τα καί τήν ὀ­μορ­φιά τῆς ἑλ­λη­νι­κῆς φύ­σε­ως· εἶ­χε μά­θει νά τήν βρί­σκει στήν ὀ­λι­γάρ­κεια καί τήν ἀ­σκη­τι­κό­τη­τα τοῦ ἀ­πέ­ριτ­του, μά καί ἀρχοντικοῦ βί­ου· στόν μό­χθο, τόν ἱ­δρώ­τα καί τήν τι­μι­ό­τη­τα γιά τήν ἐ­ξα­σφά­λι­ση τοῦ ἐ­πι­ού­σιου· στά στα­ρά­τα λό­για, τήν ντομ­προ­σύ­νη καί τήν εἰ­λι­κρί­νεια τῶν σχέ­σε­ων, στήν συμ­φω­νί­α κυ­ρί­ων· στίς ἀ­λη­θι­νές φι­λί­ες, τήν ἀν­θρω­πιά, τήν ἀδόλευτη καλωσύνη, τήν ζεστή ἀγάπη καί τήν πρόθυμη προσφορά· στά κα­θα­ρά μά­τια, σέ ἕ­να στορ­γι­κό βλέμ­μα, στό σφί­ξι­μο τῶν χε­ρι­ῶν· στίς ἐ­πο­χές πού ἦ­ταν ἀ­νοι­κτές οἱ καρ­δι­ές, τά σπί­τια καί οἱ γει­το­νι­ές· στήν ἀμόλευτη χαρά ἀπό τά ἁγνά ἀστεῖα, τά παραμύθια καί τά σοφά· στά καρδιακά δημοτικά τραγούδια καί στά ρωμαίικα γλέντια· στό φι­λό­τι­μο καί τήν ἀν­δρει­ο­σύ­νη, τόν πό­θο γιά τήν ἐ­λευ­θε­ρί­α καί τήν ἀ­λη­θι­νή δη­μο­κρα­τί­α.
Τήν ἔβρισκε στίς κάτασπρες πεζοῦλες,
τίς ἀνθοστόλιστες αὐλές
καί τίς καταπράσινες καί σκιερές κληματαριές,
ὅπου οἱ παπποῦδες κι οἱ γιαγιές
μαζί μέ τίς κόρες, τίς νύφες καί τίς ἐγγονιές
τραγουδούσανε τά κάλλη καί τίς ὀμορφιές.
Εἶ­χε μά­θει, πρῶ­τα ἀ­π’ ὅ­λα, νά βρί­σκει τίς ἀ­παν­τή­σεις, τό νό­η­μα καί τόν σκο­πό τῆς ζω­ῆς του στήν πα­τρο­πα­ρά­δο­τη ὀρ­θό­δο­ξη πί­στη του, στήν ζω­ή τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, στήν χά­ρη καί τά μυ­στή­ριά Της. Ὁ λα­ϊ­κός βί­ος τῶν Ἑλ­λή­νων ἦ­ταν πάν­το­τε ταυ­τι­σμέ­νος μέ τόν ἐκ­κλη­σι­α­στι­κό βί­ο. Ἡ δου­λειά καί ἡ σχό­λη του, ἡ γι­ορ­τή καί ἡ κα­θη­με­ρι­νό­τη­τά του εἶχαν τήν ἀναφορά τους στό ἑορτολόγιο τῆς Ἐκκλησίας μας. Τά πα­νη­γύ­ρια του καί οἱ χα­ρές του ἦταν οἱ μνῆ­μες τῶν ἁ­γί­ων καί οἱ με­γά­λες γι­ορ­τές τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας. Τήν ἀ­να­ψυ­χή καί τήν ἀ­νά­παυ­σή του τήν ἔβρισκε στά ξωκ­κλή­σια καί τά μο­να­στη­ρά­κια, στίς Θεῖες Λειτουργίες, τίς ἀρτοκλασίες καί τίς λιτανεῖες.
Αὐ­τό πού, ἐ­πί­σης, γνώ­ρι­ζε κα­λά καί βί­ω­νε ὁ λα­ός μας –δι­δαγ­μέ­νος ἀ­πό τόν Ἀ­ρι­στο­τέ­λη ἀ­κό­μη καί τήν ἀρ­χαί­α ἑλ­λη­νι­κή σο­φί­α– ἦ­ταν ἡ αἴ­σθη­ση τοῦ μέ­τρου. Ἡ εὐ­λο­γη­μέ­νη, δη­λα­δή, καί πάν­το­τε ἐ­πι­τυ­χη­μέ­νη, με­σό­της· ἡ ἁ­πλό­τη­τα, ἡ λε­πτή ὀ­μορ­φιά, ἡ λι­τή καί ἀ­πέ­ρι­ττη ἔκ­φρα­ση· τό μεράκι καί ἡ φιλοκαλία σέ ὅλες τίς πτυχές τῆς τέχνης του· τό μέ­τρο στήν ζω­ή, στίς ἀ­πο­λαύ­σεις, στίς δρα­στη­ρι­ό­τη­τες, στίς ἐκ­δη­λώ­σεις, στίς ἐ­πι­δι­ώ­ξεις, στά κέρ­δη.
Αὐ­τό τό μέ­τρο στήν ὀρ­θο­δο­ξί­α ἐκ­φρά­ζε­ται μέ τήν χαρ­μο­λύ­πη, μέ τήν σταυ­ρο­α­να­στά­σι­μη πο­ρεί­α τοῦ κά­θε ἀν­θρώ­που, μέ τήν καρ­τε­ρι­κό­τη­τα καί τήν ὑ­πο­μο­νή στίς δο­κι­μα­σί­ες καί τίς θλί­ψεις. Ἐκ­φρά­ζε­ται μέ τήν συμ­φι­λί­ω­ση καί τήν ὑπομονή στίς δυ­σκο­λί­ες καί τόν πό­νο, μέ τήν ἀ­να­κά­λυ­ψη τοῦ ἀ­λη­θι­νοῦ νο­ή­μα­τος τοῦ πό­νου, πού πάντοτε εἶ­ναι ὠ­φέ­λι­μος καί εὐ­ερ­γε­τι­κός γιά τήν ζω­ή μας.
«Ἐ­κεῖ­νο πού τούς μά­γευ­ε -ἔ­λε­γε ὁ Κόν­το­γλου γιά τούς ἁ­πλούς ἀν­θρώ­πους τοῦ λα­οῦ μας- ἤ­τα­νε ἡ ἐλ­πί­δα τῆς ἀ­θα­να­σί­ας πού βγαί­νει ἀ­πό τήν ὀρ­θο­δο­ξί­α καί πού τά σκε­πά­ζει ὅ­λα μέ τήν χα­ρού­με­νη πνο­ή της. Ἡ χα­ρά τοῦ Χρι­στοῦ εἶ­ναι ἕ­να ἄν­θος πού φυ­τρώ­νει μο­νά­χα στίς καρ­δι­ές πού πο­νοῦν». Καί ὅπως μᾶς λέει καί ὁ σύγχρονος Γέροντας Μωϋσῆς Ἁγιορείτης: «ὁ πόνος εἶναι τό χνῶτο τοῦ Θεοῦ στήν ζωή μας».
Τί­πο­τε, ἄλ­λω­στε, δέν εἶ­ναι μο­νό­πλευ­ρο καί μο­νο­δι­ά­στα­το στήν ζω­ή μας. Ὅ­λα ἐ­ναλ­λάσ­σον­ται καί ἀλ­λη­λο­πε­ρι­χω­ροῦν­ται, ὅ­λα ἔρ­χον­ται καί πα­ρέρ­χον­ται. Δό­ξα καί πά­θος, χα­ρά καί θλί­ψη, ἀ­νά­παυ­ση καί πό­νος, ἡ­δο­νή καί ὀ­δύ­νη, πλοῦ­τος καί πτω­χεί­α, εὐ­τυ­χί­α καί δυ­στυ­χί­α ἀλ­λη­λο­δι­α­δέ­χον­ται ἡ μί­α τήν ἄλ­λη μέ­σα στήν ζω­ή καί τήν κα­θη­με­ρι­νό­τη­τά μας. Δροῦ­νε καί συ­νυ­πάρ­χουν μέ­σα στίς ἴ­δι­ες στιγ­μές, ἀ­φή­νον­τας κά­θε φο­ρά τήν δι­κή τους γλυ­κιά ἤ πι­κρή αἴ­σθη­ση. Ἡ ἀ­πο­λυ­το­ποί­η­ση, ὅ­μως, αὐ­τῶν τῶν αἰ­σθη­μά­των καί τῶν κα­τα­στά­σε­ων ὁ­δη­γεῖ στήν μι­ζέ­ρια καί τόν μα­ρα­σμό, πού συ­ναν­τοῦ­με στούς νε­ο­έλ­λη­νες. «Γι­’ αὐ­τούς, ἔ­γρα­φε ὁ Κόν­το­γλου, ἡ λύ­πη εἶ­ναι λύ­πη, δη­λα­δή ἕ­να πρᾶγ­μα πι­κρό κι­’ ἀ­πελ­πι­στι­κό, κ’ ἡ χα­ρά εἶ­ναι χα­ρά, ἕ­να πρᾶγ­μα εὐ­χά­ρι­στο, πού ἱ­κα­νο­ποι­εῖ τόν ἐ­γω­ι­σμό τους. Δέν εἶ­ναι σέ θέ­ση νά κα­τα­λά­βουν τόν Δαυ­ΐδ, πού λέ­γει στόν Κύ­ριο: «ἐν θλί­ψει ἐ­πλά­τυ­νάς με», δη­λα­δή «μέ τήν θλί­ψη ἄ­νοι­ξες τήν καρ­διά μου».
Ἐ­δῶ βρί­σκε­ται, πι­στεύ­ου­με, ἡ βα­σι­κή αἰ­τί­α τῆς σύγ­χρο­νης ἀ­πα­ξί­ας καί πα­ρακ­μῆς, πού βι­ώ­νου­με ὡς λα­ός καί ὡς χώ­ρα. Ἀ­πεμ­πο­λί­σα­με ἀρ­χές καί ἀ­ξί­ες, ἀλ­λά­ξα­με ἤ­θη καί συμ­πε­ρι­φο­ρές, θέ­σα­με ἄλ­λους στό­χους καί προ­τε­ραι­ό­τη­τες, νο­θεύ­σα­με τά μέ­σα καί τίς δι­α­δι­κα­σί­ες, ἀ­πω­λέ­σα­με τό μέ­τρο, ἐγ­κα­τα­λεί­ψα­με τήν χαρ­μο­λύ­πη. Βγά­λα­με τόν Θε­ό ἀ­πό τήν ζω­ή μας καί ἐ­πι­χει­ροῦ­με νά τόν γνω­ρί­σου­με μέ τήν ἀν­θρώ­πι­νη λο­γι­κή μας, ἡ ὁ­ποί­α φθά­νει, ὅ­μως, στήν ἀ­νάγ­κη τῆς πί­στε­ως, ἀλ­λά ὄ­χι στόν ἴ­διο τόν Θε­ό. Τόν Θε­ό τόν γνω­ρί­ζου­με μέ τόν νοῦ καί τήν καρ­διά.
Καί γί­να­με κο­πι­ώ­δεις ἐκ­ζη­τη­τές τοῦ εὔ­κο­λου καί γρή­γο­ρου καί πολ­λές φο­ρές ἀ­θέ­μι­του κέρ­δους, τῆς εὐ­μά­ρειας, τῆς ἄ­νε­σης, τῆς εὐ­κο­λί­ας, τῆς κα­λο­πέ­ρα­σης, τοῦ κα­τα­να­λω­τι­σμοῦ. Πο­δο­πα­τή­σα­με ἀρ­χές, θε­σμούς, δί­και­α, γρα­πτούς καί ἄ­γρα­φους νό­μους, φι­λί­ες, οἰ­κο­γέ­νει­ες, ἀν­θρώ­πους. Κλει­στή­κα­με στόν ἑ­αυ­τό μας, στόν ἀ­το­μι­σμό μας, στό ἰ­δι­ω­τι­κό μας συμ­φέ­ρον. Ἀ­πο­κο­πή­κα­με ἀ­πό τούς οἰ­κεί­ους μας, τούς συ­να­δέλ­φους μας, τούς γεί­το­νές μας, τούς συν­το­πί­τες μας. Γί­να­με ἀγ­χώ­δεις, νευ­ρι­κοί, ἄ­φι­λοι, μο­νί­μως βι­α­στι­κοί, κου­ρα­στι­κοί καί κου­ρα­σμέ­νοι. Γί­να­με ἀ­λα­ζό­νες, αὐ­τάρ­κεις καί μο­νί­μως αὐ­το­δι­και­ω­μέ­νοι.
Κι ὅ­λα αὐ­τά μέ τί­μη­μα τήν ἀ­πώ­λεια τοῦ ἴ­διου τοῦ ἑ­αυ­τοῦ μας, τῆς συ­νει­δή­σε­ώς μας, τῆς ψυ­χι­κῆς μας ἠ­ρε­μί­ας καί ἰ­σορ­ρο­πί­ας, τῆς προ­σω­πι­κῆς, οἰ­κο­γε­νεια­κῆς καί κοι­νω­νι­κῆς μας γα­λή­νης καί εὐ­τυ­χί­ας.
Ξορ­κί­σα­με ἀ­πό τήν ζω­ή μας τόν πό­νο καί τήν θλί­ψη καί κάθε τί πού μᾶς θυμίζει τόν θάνατο, ἀν­τι­πα­ρήλ­θα­με τόν κό­πο καί τήν προ­σπά­θεια, ὀρ­θώ­σα­με γύ­ρω μας χάρ­τι­νους πύρ­γους μιᾶς ἐ­πί­πλα­στης εὐ­η­με­ρί­ας καί μί­ας εἰ­κο­νι­κῆς εὐ­τυ­χί­ας. Μιᾶς εὐ­τυ­χί­ας καί μιᾶς εὐ­η­με­ρί­ας, πού ἐ­ξαν­τλεῖ­ται σέ οἰ­κο­νο­μι­κά με­γέ­θη καί τε­χνι­κή πρό­ο­δο, μέ ἐ­λά­χι­στο ἀν­τί­κρι­σμα στήν ψυ­χι­κή μας χα­ρά καί τήν προ­σω­πι­κή ἀ­να­κού­φι­ση καί ἐσωτερική μας ἀνάπαυση. Με­γα­λώ­νου­με τά παι­διά μας μέ μο­να­δι­κή καί μό­νι­μη μέ­ρι­μνα τήν ἐγ­κε­φα­λι­κή μόρ­φω­ση, ἀ­φή­νον­τας ἀ­τρο­φι­κή καί δι­ψα­σμέ­νη τήν ψυ­χή τους.
Ξεχά­σα­με τήν πα­ρά­δο­σή μας, ξεχά­σα­με τήν πί­στη μας, ξεχά­σα­με τήν Ἑλ­λά­δα! Για­τί, ὅ­πως μᾶς λέ­ει ὁ Κόν­το­γλου: «Ὅ­ποι­ος με­τρᾶ τήν εὐ­τυ­χί­α καί τήν χα­ρά τῆς ζω­ῆς μέ τά χον­τρο­ει­δῆ μέ­τρα τῆς ὑ­λι­κῆς κα­λο­πέ­ρα­σης, δέν θά κα­τα­λά­βει τί­πο­τα ἀ­π’ τήν Ἑλ­λά­δα».
Ὁ κυρ-Φώ­της ὁ Κόν­το­γλου ὑ­πῆρ­ξε ἕ­νας ἀ­πό τούς γνη­σι­ό­τε­ρους ἐκ­φρα­στές τῆς ἑλ­λη­νορ­θο­δό­ξου πα­ρα­δό­σε­ώς μας, τήν ὁ­ποί­α εἶ­χε ὡς κύ­ριο θέ­μα στό συγ­γρα­φι­κό καί καλ­λι­τε­χνι­κό του ἔρ­γο, ἀ­γω­νί­στη­κε ὅ­σο λί­γοι γιά τήν προ­ά­σπι­ση καί τήν ἀ­να­βί­ω­σή της στη­λι­τεύ­ον­τας τήν ξε­νο­μα­νί­α καί τόν μι­μη­τι­σμό, ἀλ­λά κυ­ρί­ως τή­ρη­σε πι­στά τίς ἀρ­χές καί τίς ἀ­ξί­ες της στόν προ­σω­πι­κό του βί­ο μέ­χρι τό τέ­λος τῆς ζω­ῆς του. Γι’ αὐ­τό καί τόν χρη­σι­μο­ποι­οῦ­με ὡς ὁ­δη­γό μας στήν ἀ­πο­ψι­νή μας πε­ρι­ή­γη­ση στήν πο­ρεί­α τῆς πα­ρα­δό­σε­ώς μας.
Ἔ­γρα­φε, λοι­πόν, μέ δι­ο­ρα­τι­κό­τη­τα, ἐ­δῶ καί μι­σό αἰ­ώ­να πε­ρί­που, προ­φη­τεύ­ον­τας σχε­δόν τήν σύγ­χρο­νη τρα­γι­κή μας δι­ο­λί­σθη­ση καί κρί­ση:
«Ἡ ψευ­τιά καί ὁ πνευ­μα­τι­κός ἐκ­φυ­λι­σμός ἁ­πλώ­νει μέ­ρα μέ τήν ἡ­μέ­ρα ἀ­πά­νω στούς Ἕλ­λη­νες καί τούς πα­ρα­μορ­φώ­νει. Ἕ­ναν λα­ό πού ξε­χω­ρί­ζει ἀ­νά­με­σα σ’ ὅ­λα τά ἔ­θνη καί πού εἶ­ναι γε­μά­τος πνευ­μα­τι­κή ὑ­γεί­α, πᾶ­με νά τόν κά­νου­με ἐ­μεῖς, οἱ λο­γῆς-λο­γῆς κα­λα­μα­ρά­δες, κι οἱ ἄλ­λοι γραμ­μα­τι­ζού­με­νοι, σα­χλόν, χω­ρίς πνευ­μα­τι­κό νεῦ­ρο, χω­ρίς πνευ­μα­τι­κή ἀν­δρο­πρέ­πεια, χω­ρίς χα­ρα­κτῆ­ρα».
Εἶ­ναι ἡ σύγ­χρο­νη λαί­λα­πα τῆς ὑ­πο­τέ­λειας, τῆς ξε­νο­μα­νί­ας, τοῦ ρα­γι­α­δι­σμοῦ καί τοῦ γραι­κυ­λι­σμοῦ πού βι­ώ­νου­με στίς μέ­ρες μας. Τό σύν­δρο­μο τοῦ δῆ­θεν ἐκ­συγ­χρο­νι­σμοῦ καί τῆς ψευ­το­δι­α­νό­η­σης, πού ἔ­χει ἀλ­λο­τρι­ώ­σει τήν λε­γό­με­νη «πνευ­μα­τι­κή ἡ­γε­σί­α» τοῦ τό­που μας καί τήν ὁ­δη­γεῖ στήν ἄρ­νη­ση τοῦ ἱ­στο­ρι­κοῦ μας πα­ρελ­θόν­τος, στήν ἀ­πώ­λεια τῆς ἱ­στο­ρι­κῆς μας μνή­μης καί τῆς ἐ­θνι­κῆς μας αὐ­το­συ­νει­δη­σί­ας, στήν ἀ­πα­ξί­ω­ση τῶν ἀρ­χῶν καί τῶν ἰ­δα­νι­κῶν τῆς πα­ρα­δό­σε­ώς μας καί τῆς φυ­λῆς μας.
Ἡ ζω­ή τοῦ Ἕλ­λη­να ἔ­χει ζυ­μω­θεῖ μέ τήν πα­τρο­γο­νι­κή πί­στη του, τήν ἁ­γί­α Ὀρ­θο­δο­ξί­α, τήν «πε­ρι­βε­βλη­μέ­νη ὡς πορ­φύ­ραν καὶ βύσ­σον» τά αἵ­μα­τα τῶν μαρ­τύ­ρων προ­γό­νων του. Ἔ­χει ζυ­μω­θεῖ μέ τήν ἀ­γά­πη γιά τήν πα­τρί­δα του, τό πά­θος καί τόν πό­θο του γιά τήν ἐ­λευ­θε­ρί­α, τήν θυ­σί­α καί τήν αὐ­τα­πάρ­νη­ση γιά τήν κα­τά­κτη­ση καί τήν προ­ά­σπι­σή της.
Αὐ­τός εἶ­ναι καί ὁ λό­γος πού ὅ­λοι οἱ δαί­μο­νες τῆς κο­λά­σε­ως ξε­χύ­θη­καν νά ξε­ρι­ζώ­σουν ἀ­πό τήν ψυ­χή τοῦ Ἕλ­λη­να τήν ὀρ­θό­δο­ξη πί­στη του καί τήν ἐ­θνι­κή του συ­νεί­δη­ση. Πό­λε­μος κα­τά τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας καί τοῦ Κλή­ρου, εἰ­ρω­νεί­α τῆς εὐ­σέ­βειας, ὑ­πο­βάθ­μι­ση τῆς ἑλ­λη­νι­κῆς γλώσ­σας, ἐ­ξάρ­θρω­ση τῆς ἑλ­λη­νορ­θό­δο­ξης παι­δεί­ας, πε­ρι­θω­ρι­ο­ποί­η­ση καί ἀλ­λοί­ω­ση τῆς πνευ­μα­τι­κῆς κουλ­τού­ρας καί τοῦ πο­λι­τι­σμοῦ μας καί κά­θε ἄλ­λο ἀν­τί­θε­ο καί ἀν­τε­θνι­κό σχέ­διο μπῆ­κε σ᾿ ἐ­φαρ­μο­γή.
Εἶ­ναι γνω­στές, ἄλλωστε, ἀ­πό πο­λύ πα­λιά οἱ πρα­κτι­κές καί οἱ μέ­θο­δοι αὐ­τῶν πού κι­νοῦν τά νή­μα­τα τῆς ἱ­στο­ρί­ας τοῦ πλα­νή­τη καί παράγουν ἰδεολογία καί νοθευμένο τρόπο ζωῆς, τῶν δι­α­φό­ρων, δηλαδή, κλει­στῶν ὁ­μά­δων προ­ω­θή­σε­ως καί ἐ­λέγ­χου τῆς ἐ­ξου­σί­ας μέ πρω­το­πό­ρους τόν δι­ε­θνή σι­ω­νι­σμό, τήν μασ­σω­νί­α, τά οἰ­κο­νο­μι­κά λόμ­πυ τῶν πο­λυ­ε­θνι­κῶν, τίς λέ­σχες ἐ­πι­λεγ­μέ­νων ἀ­τό­μων, ὅ­πως ἡ Μπίλ­ντεμ­περγκ, πού κα­τα­σκευά­ζουν ἡ­γέ­τες μα­ρι­ο­νέ­τες, πει­θή­νια ἐ­κτε­λε­στι­κά ὄρ­γα­να δι­κά τους, πρίν ἀ­κό­μη οἱ λα­οί τούς ἐ­πι­λέ­ξουν καί τούς ψη­φί­σουν. Προ­ε­πι­λέ­γουν καί προ­κα­τα­σκευά­ζουν, ἔ­τσι, τό πο­λι­τι­κό, κοι­νω­νι­κό, οἰ­κο­νο­μι­κό σύ­στη­μα, τό σύγ­χρο­νο παγ­κό­σμιο κα­τε­στη­μέ­νο πού ἐ­πι­βάλ­λουν στόν κό­σμο. Μέ­σῳ αὐ­τῶν τῶν ἐ­κλε­κτῶν καί δο­τῶν ἡ­γε­τῶν κυ­βερ­νᾶ τόν κό­σμο μιά πα­νί­σχυ­ρη πο­λι­τι­κή, οἰ­κο­νο­μι­κή, κοι­νω­νι­κή καί θρη­σκευ­τι­κή ὀλι­γαρ­χί­α.
Σέ οἰ­κο­νο­μι­κό ἐ­πί­πε­δο, πο­λυ­ε­θνι­κές ἑ­ται­ρεῖ­ες, οἰ­κο­νο­μι­κοί κο­λοσ­σοί, ἑ­ται­ρεῖ­ες κα­τα­σκευ­ῆς ὁ­πλι­κῶν συ­στη­μά­των, πα­νί­σχυ­ρα οἰ­κο­νο­μι­κά συμ­φέ­ρον­τα καί νε­ό­κο­ποι κροί­σοι ἔ­χουν ἤ­δη ἀ­να­λά­βει καί δι­εκ­πε­ραι­ώ­νουν τήν οἰ­κο­νο­μι­κή παγ­κο­σμι­ο­ποί­η­ση μέ­σῳ τῆς οἰ­κο­νο­μι­κῆς ἐκ­με­τάλ­λευ­σης καί ἐ­ξα­θλί­ω­σης τῶν ἀ­σθε­νέ­στε­ρων ἀ­πό τούς οἰ­κο­νο­μι­κά ἰ­σχυ­ρούς. Χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό καί ἀν­τι­προ­σω­πευ­τι­κό πα­ρά­δειγ­μα ἡ οἰ­κο­νο­μι­κή ἀ­νέ­χεια στήν ὁ­ποί­α ἔ­χουν ὁ­δη­γή­σει τήν χώ­ρα μας, μέ μιά Ἑλ­λά­δα ὑ­πό κα­τάρ­ρευ­ση, μέ μιά κυ­βέρ­νη­ση ὑ­πό ξέ­νη κη­δε­μο­νί­α καί ὑ­πουρ­γούς ὑ­πό ἐ­πί­βλε­ψη.
Ὁ σκο­πός τους εἶ­ναι ὁ­ρα­τός καί προ­δι­α­γε­γραμ­μέ­νος: πρό­κει­ται γιά τήν σα­φή καί ὀρ­γα­νω­μέ­νη ἐ­πι­δί­ω­ξη ὄ­χι γιά τήν ἁ­πλή ἔν­τα­ξη, ἀλ­λά γιά τήν ὁ­λο­κλη­ρω­τι­κή ὑ­πο­δού­λω­ση τῆς πα­τρί­δος μας καί τοῦ λα­οῦ μας στούς σχε­δια­σμούς τῆς παγ­κο­σμι­ο­ποί­η­σης, τῆς Νέ­ας Τά­ξης Πραγ­μά­των καί τῆς Νέ­ας ἐ­πο­χῆς, γιά τήν ἔν­τα­ξη καί τήν δέ­σμευ­σή μας στήν γι­γαν­τια­ία αὐ­τή πο­λι­τι­στι­κή, θρη­σκευ­τι­κή, οἰ­κο­νο­μι­κή, ἐ­θνι­κή καί οἰ­κο­νο­μι­κή χο­ά­νη πού ὁ­μο­γε­νο­ποι­εῖ, νω­θεύ­ει, με­ταλ­λάσ­σει, πα­ρα­λύ­ει, ἀ­πο­δυ­να­μώ­νει καί ἀ­πο­συν­θέ­τει θε­σμούς, πι­στεύ­μα­τα, πα­ρα­δό­σεις, πο­λι­τι­σμούς, ἤ­θη, ἀρ­χές, ἀ­ξί­ες, ἐ­θνό­τη­τες, λα­ούς καί πα­τρί­δες.
Γιά τήν βί­αι­η καί ἄ­με­ση ὑ­πα­γω­γή μας στόν ἠ­λε­κτρο­νι­κό ὁ­λο­κλη­ρω­τι­σμό πού πα­ρα­κο­λου­θεῖ, χα­ρα­κτη­ρί­ζει, στιγ­μα­τί­ζει καί ἐ­νο­χο­ποι­εῖ ὅ,τι καί ὅ­σους ἐ­πι­θυ­μεῖ, ὅ,τι καί ὅ­σους ἀν­τι­δροῦν καί ἀν­τι­τάσ­σον­ται στίς ἐ­πι­τα­γές του, γιά τόν βί­αι­ο καί ἄ­με­σο ἐγ­κλει­σμό μας στήν νέ­α παγ­κό­σμια ἠ­λε­κτρο­νι­κή φυ­λα­κή.
Μέ αἰχμή τοῦ δόρατος τίς ἠλεκτρονικές κάρτες καί κυρίως τήν κάρτα τοῦ πολίτη, πού συνιστᾶ ὀξύτατη ἀπειλή γιά τίς ἀτομικές μας ἐλευθερίες καί τά ἀνθρώπινα δικαιώματα μᾶς ὁδηγοῦν ὡς ἀ­γέ­λη στό με­γά­λο παγ­κό­σμιο ἠ­λε­κτρο­νι­κό μαν­τρί.
Ἄς ξέ­ρουν, ὅμως, οἱ ἀρ­χι­τέ­κτο­νες τῆς Νέ­ας Τά­ξης πραγ­μά­των, πού κρί­νουν μό­νο μέ τό μυα­λό καί τά νού­με­ρα, ὅ­τι «ἡ τύ­χη μᾶς ἔ­χει πάν­το­τε ὀ­λί­γους. Ὅ­τι ἀρ­χή καί τέ­λος, πα­λαι­ό­θεν καί ὡς τώ­ρα, ὅ­λα τά θε­ριά πο­λε­μοῦν νά μᾶς φᾶ­νε καί δέ μπο­ροῦ­νε. Τρῶ­νε ἀ­πό μᾶς καί μέ­νει καί μα­γιά». (Μα­κρυ­γιά­ννης)
«Μα­κά­ριος» λοι­πόν «ὁ λα­ός ὁ γι­νώ­σκων ἀ­λα­λαγ­μόν», ὅ­πως λέ­γει ὁ Ψαλ­μός (Ψαλμ. Πη΄ (πθ΄­), 16). Χα­ρά δη­λα­δή στό λα­ό πού ξέ­ρει νά γι­ορ­τά­ζει τά με­γά­λα γε­γο­νό­τα τῆς Ἱ­στο­ρί­ας του. Νά με­θᾶ ἡ ψυ­χή του ἀ­πό ἐ­θνι­κή ὑ­πε­ρη­φά­νεια. Νά κά­νει ἆ­σμα καί παιᾶ­να τούς ἡ­ρω­ϊ­σμούς καί τίς θυ­σί­ες τῆς ψυ­χῆς του. Νά δι­δά­σκει τήν ἀν­δρεί­α καί τή φι­λο­πα­τρί­α τῶν προ­γό­νων του καί νά φρο­νη­μα­τί­ζει τίς γε­νε­ές πού ἔρ­χον­ται. Νά ἐμ­πνέ­ε­ται καί νά ἀ­να­ζω­ο­γο­νεῖ­ται ἀ­πό τίς πα­ρα­δό­σεις καί τίς πα­ρα­κα­τα­θῆ­κες τους. Νά τι­μᾶ καί νά δι­α­τη­ρεῖ τά ἤ­θη καί τά ἔ­θι­μά τους. Ὁ λα­ός αὐ­τός δέν χά­νε­ται ἀ­πό τό πρό­σω­πο τῆς γῆς. Δι­ό­τι ἔ­χει προ­ο­ρι­σμό στή ζω­ή καί ἔ­χει νά ἐ­πι­τε­λέ­σει ἔρ­γο στήν Ἱ­στο­ρί­α.
Καί εἶ­ναι πα­ρή­γο­ρο τό γε­γο­νός ὅ­τι ἀ­κό­μη καί μέ­σα ἀ­πό αὐ­τή τήν τρα­γι­κή κα­τά­στα­ση τῶν ἡ­με­ρῶν μας, μέ­σα ἀ­πό τά σκο­τει­νά σύν­νε­φα τοῦ ἐ­φη­συ­χα­σμοῦ, τῆς εὐ­μά­ρειας, τῆς εὐ­δαι­μο­νί­ας, τῆς ἄ­νε­σης, τῆς εὐ­ζω­ΐ­ας καί τῆς αὐ­τάρ­κειας· μέ­σα ἀ­πό τά σκο­τει­νά σύν­νε­φα τῆς λη­σμο­σύ­νης, τῆς ἄρ­νη­σης καί τῆς ἀ­πα­ξί­ας, θερ­μαί­νει ἀ­κό­μη καί φω­το­δο­τεῖ ἡ ἠ­λι­α­χτί­δα τῆς ἐλ­πί­δας καί τῆς ἐ­πι­στρο­φῆς.
Τό σύν­θη­μα μᾶς τό δί­νει καί πά­λι ὁ κυρ-Φώ­της ὁ Κόν­το­γλου: «Ὅ­σοι ἀ­πο­μεί­να­με πι­στοὶ στὴν πα­ρά­δο­ση, ὅ­σοι δὲν ἀρ­νη­θή­κα­με τὸ γά­λα ποὺ βυ­ζά­ξα­με, ἀ­γω­νι­ζό­μα­στε, ἄλ­λος ἐ­δῶ, ἄλ­λος ἐ­κεῖ, κα­τα­πά­νω στὴν ψευ­τιά. Κα­τα­πά­νω σ᾿ αὐ­τοὺς ποὺ θέ­λου­νε την Ἑλ­λά­δα ἕ­να κου­φά­ρι χω­ρὶς ψυ­χή, ἕ­να λου­λού­δι χω­ρὶς μυ­ρου­διά».
Ἐ­πι­βάλ­λε­ται, λοιπόν, σθε­να­ρή καί ἄ­καμ­πτη ἀν­τί­στα­ση σέ ὅ­λα τά ἐ­πί­πε­δα καί πρός κά­θε κα­τεύ­θυν­ση. Ἀν­τί­στα­ση στόν ἀ­φελ­λη­νι­σμό καί τήν πα­ρα­χά­ρα­ξη τῆς ἱ­στο­ρί­ας μας, ἀν­τί­στα­ση στήν πε­ρι­θω­ρι­ο­ποί­η­ση καί τόν ὑ­πο­βι­βα­σμό τῶν ἀρ­χῶν τῆς πί­στε­ως καί τῆς πα­τρί­δος μας, ἀν­τί­στα­ση στήν πο­δη­γέ­τη­ση καί τόν ἔ­λεγ­χο τῶν ἐ­πι­λο­γῶν καί τῆς συ­νει­δή­σε­ώς μας, ἀν­τί­στα­ση στούς σχε­δια­σμούς καί τίς ἐ­πι­βο­λές τῆς Νέ­ας Τά­ξε­ως Πραγ­μά­των καί τῆς Νέ­ας Ἐ­πο­χῆς καί τῶν ἐγχώριων ἐντολοδόχων τους.
Ἀν­τί­στα­ση ὀρ­γα­νω­μέ­νη καί ὄ­χι ἐ­πι­φα­νεια­κή, πού θά στη­ρί­ζε­ται στόν προ­σω­πι­κό μας ἁ­για­σμό καί τόν ἀ­να­βα­πτι­σμό μας, στά νά­μα­τα τῆς ἑλ­λη­νορ­θο­δό­ξου πα­ρα­δό­σε­ώς μας. Ἀν­τί­στα­ση ὀρ­γα­νω­μέ­νη σέ προ­σω­πι­κό, οἰ­κο­γε­νεια­κό, ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κό καί κοι­νω­νι­κό ἐ­πί­πε­δο.
Ἄς κά­νου­με τά σπί­τια μας κρυ­φά καί νέ­α σχο­λειά κι ἄς γα­λου­χή­σου­με τά παι­διά μας μέ τίς πα­ρα­δό­σεις τοῦ γέ­νους μας ὑ­πο­κα­θι­στών­τας ἐ­μεῖς τήν πλημ­με­λή σχο­λι­κή ἐκ­παί­δευ­ση πού τούς πα­ρέ­χε­ται. Νά προ­βά­λου­με στά παι­διά μας τά πρό­τυ­πα τῶν ἁ­γί­ων καί τῶν ἡ­ρώ­ων μας, νά τούς ἐμ­πνεύ­σου­με τήν φι­λο­πα­τρί­α, νά τούς δι­δά­ξου­με σω­στά τήν γλώσ­σα μας καί τήν ἱ­στο­ρί­α μας.
Νά τούς δι­δά­ξου­με τό ἀ­λη­θι­νό νό­η­μα καί τόν σκο­πό τῆς ζω­ῆς μας, πού εἶ­ναι ὁ οὐ­ρα­νός, ἡ πραγ­μα­τι­κή δη­λα­δή καί μό­νι­μη πα­τρί­δα μας. Σέ αὐ­τή τήν πρό­σκαι­ρη ζω­ή εἴ­μα­στε, ἄλ­λω­στε, ὁ­δί­τες καί ὄ­χι κά­τοι­κοι καί ἔ­νοι­κοι τῆς γῆς. Γι’ αὐ­τό καί θά πρέ­πει νά πο­ρευ­ό­μα­στε ἐ­δῶ μέ τήν προ­ο­πτι­κή τῆς αἰ­ω­νι­ό­τη­τος.
Ὅ­λη, ἄλ­λω­στε, ἡ φι­λο­σο­φί­α, ἡ κουλ­τού­ρα, ὁ πο­λι­τι­σμός, ἡ θε­ο­λο­γί­α καί ἡ ἀν­θρω­πο­λο­γί­α τῆς ἑλ­λη­νορ­θο­δό­ξου πα­ρα­δό­σε­ώς μας συν­τεί­νουν πάν­το­τε καί ἐμ­πνέ­ουν τήν αἰ­ω­νι­ό­τη­τα, τήν ἄ­κτι­στη Δό­ξα καί Χά­ρη τοῦ Θε­οῦ, τήν κα­τά χά­ριν θέ­ω­ση τοῦ ἀν­θρω­πί­νου προ­σώ­που. Αὐ­τό ἀ­κρι­βῶς εἶ­ναι πού ξε­χω­ρί­ζει τήν πα­ρά­δο­σή μας ἀ­πό τίς ἀν­τί­στοι­χες πα­ρα­δό­σεις καί τούς πο­λι­τι­σμούς τῶν ἄλ­λων λα­ῶν, ὅ­τι μᾶς προ­σφέ­ρει τόν ἱ­δα­νι­κό­τε­ρο σκο­πό καί τόν ὑ­ψη­λό­τε­ρο προ­ο­ρι­σμό τῆς ἀν­θρώ­πι­νης ζω­ῆς.

Ἀξιότιμε κ. Δήμαρχε,
Κα­τα­κλεί­ον­τας θά θέ­λα­με νά σᾶς συγ­χα­ροῦ­με ἐκ καρ­δί­ας γιά τήν ἀ­πο­ψι­νή σας ἐμ­πνευ­σμέ­νη καί ἰ­δι­αί­τε­ρα ση­μαν­τι­κή πρω­το­βου­λί­α καί νά σᾶς εὐ­χα­ρι­στή­σου­με γιά τήν τι­μή πού μᾶς κά­να­­τε νά μᾶς ὁ­ρί­σε­τε ὡς εἰ­ση­γη­τή.
Πα­ρα­κα­λοῦ­με τώ­ρα τούς χο­ρευ­τές καί τούς ὀρ­γα­νο­παῖ­κτες νά βγά­λουν ὅ­λη τήν τέ­χνη καί τό με­ρά­κι τους γιά νά εὐ­φρά­νουν καί νά ξε­κου­ρά­σουν τίς πο­νε­μέ­νες καί κου­ρα­σμέ­νες ψυ­χές μας, νά μᾶς φυ­γα­δεύ­σουν ἀ­πό τήν μέ­ρι­μνα καί τήν στε­νο­χώ­ρια τῆς κα­θη­με­ρι­νό­τη­τας καί τῆς ἐ­πι­και­ρό­τη­τας καί νά μᾶς τα­ξι­δέ­ψουν νο­σταλ­γι­κά στίς ὄ­μορ­φες καί εὐ­τυ­χι­σμέ­νες στιγ­μές τοῦ πα­ρελ­θόν­τος.

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Τα σχόλιά σας είναι ευπρόσδεκτα όταν διατυπώνονται με ευπρέπεια και ευγένεια.