Πέμπτη, 9 Ιουνίου 2011

Γέρων Παϊσιος ο Αγιορείτης:«Απλοποιήστε την ζωή σας, για να φύγη το άγχος»





Γέροντος Παΐσιου του Αγιορείτου Λόγοι Α΄ - Δεύτερο Μέρος - Κεφάλαιο 3ον 

Λόγοι Α΄
ΙΕΡΟΝ ΗΣΥΧΑΣΤΗΡΙΟΝ
"ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΘΕΟΛΟΓΟΣ"
ΣΟΥΡΩΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ 2001


Κεφάλαιο 3
Απλοποιήστε την ζωή σας, για να φύγη το άγχος

Από την κοσμική ευτυχία βγαίνει το κοσμικό άγχος

Όσο απομακρύνονται οι άνθρωποι από την φυσική ζωή, την απλή, και προχωρούν στην πολυτέλεια, τόσο αυξάνει και το ανθρώπινο άγχος. Και όσο απομακρύνονται από τον Θεό, επόμενο είναι να μη βρίσκουν πουθενά ανάπαυση. Γι' αυτό γυρίζουν ανήσυχοι ακόμη και γύρω από το φεγγάρι -σαν το λουρί της μηχανής γύρω από την τρελλή ρόδα (1)-, γιατί ολόκληρος ο πλανήτης μας δεν χωράει την πολλή τους ανησυχία.

Από την κοσμική καλοπέραση, από την κοσμική ευτυχία, βγαίνει το κοσμικό άγχος. Η εξωτερική μόρφωση με το άγχος οδηγεί καθημερινώς εκατοντάδες ανθρώπων (ακόμη και μικρά παιδιά με άγχος) στις ψυχαναλύσεις και στους ψυχιάτρους και κτίζει συνεχώς Ψυχιατρεία και μετεκπαιδεύει ψυχιάτρους, ενώ πολλοί ψυχίατροι ούτε Θεό πιστεύουν ούτε ψυχή παραδέχονται. Επομένως, πώς είναι δυνατόν αυτοί οι άνθρωποι να βοηθήσουν ψυχές, αφού και οι ίδιοι είναι γεμάτοι από άγχος; Πώς είναι δυνατόν ο άνθρωπος να παρηγορηθή αληθινά, αν δεν πιστέψη στον Θεό και στην αληθινή ζωή, την μετά θάνατον, την αιώνια; Όταν συλλάβη ο άνθρωπος το βαθύτερο νόημα της ζωής της αληθινής, τότε φεύγει όλο το άγχος του και έρχεται η θεία παρηγοριά, και θεραπεύεται. Αν πήγαινε κανείς στο Ψυχιατρείο και διάβαζε στους ασθενείς τον Αββά Ισαάκ, θα γίνονταν καλά όσοι πιστεύουν στον Θεό, γιατί θα γνώριζαν το βαθύτερο νόημα της ζωής.


Πάνε να ηρεμήσουν οι άνθρωποι είτε με ηρεμιστικά είτε με θεωρίες γιόγκα, και...
 την πραγματική ηρεμία, που έρχεται, όταν ταπεινωθή ο άνθρωπος, δεν την επιδιώκουν, για να έρθη η θεία παρηγοριά μέσα τους. Και οι διάφοροι τουρίστες, που έρχονται από ξένες χώρες και περπατούν στους δρόμους, μέσα στον ήλιο, στην ζέστη, μέσα στην σκόνη, μέσα σε τόση φασαρία, σκέψου πόσο υποφέρουν! Τι ζόρισμα, τι σφίξιμο εσωτερικό έχουν, ώστε το σκάσιμο αυτό το εξωτερικό το θεωρούν ανάσα! Πόσο τους διώχνει ο εαυτός τους, που θεωρούν ανάπαυση όλη αυτήν την ταλαιπωρία!

Όταν δούμε άνθρωπο με μεγάλο άγχος, στενοχώρια και λύπη, ενώ τα έχει όλα -τίποτε δεν του λείπει-, πρέπει να γνωρίζουμε ότι του λείπει ο Θεός. Τελικά, οι άνθρωποι βασανίζονται και από τον πλούτο, γιατί τα υλικά αγαθά δεν τους γεμίζουν, είναι διπλό βάσανο. Ξέρω ανθρώπους πλούσιους, που τα έχουν όλα, δεν ....έχουν και παιδιά και βασανίζονται. Βαριούνται που κοιμούνται, βαριούνται να περπατήσουν, βασανίζονται από όλα. “Εντάξει, αφού έχεις ελεύθερο χρόνο, λέω σε κάποιον, κάνε πνευματικά. Διάβασε μια Ώρα, διάβασε λίγο από το Ευαγγέλιο”. “Δεν μπορώ”, λέει. “Κάνε ένα καλό, πήγαινε σε κανένα νοσοκομείο και δες κανέναν άρρωστο”. “Πού να πάω ως εκεί, σου λέει, και τι θα βγη;” “Πήγαινε να βοηθήσης κανέναν φτωχό στην γειτονιά σου”. “Όχι, δεν μ' ευχαριστεί, λέει, ούτε αυτό”. Να έχη ελεύθερο χρόνο, να έχη ένα σωρό σπίτια, να έχη όλα τα καλά, και να βασανίζεται! Ξέρετε πόσοι τέτοιοι άνθρωποι υπάρχουν; Και βασανίζονται, μέχρι να τους στρίψη το μυαλό. Φοβερό! Και αν τυχόν δεν δουλεύουν, αλλά μόνον από τις περιουσίες έχουν εισοδήματα, είναι οι πιο βασανισμένοι άνθρωποι. Ενώ, αν έχουν τουλάχιστον μια δουλειά, είναι καλύτερα.

1) Στα παλιά μηχανοστάσια “τρελλή ρόδα” ονόμαζαν την ρόδα που δεν παρήγε έργο, αλλά την χρησιμοποιούσαν απλώς για να περνούν το λουρί του τροχού, όταν ήθελαν να τον απενεργοποιήσουν.



Η σημερινή ζωή με το συνεχές κυνηγητό είναι κόλαση
 
Οι άνθρωποι συνέχεια βιάζονται, τρέχουν. Αυτήν την ώρα πρέπει να βρίσκωνται εδώ, την άλλη εκεί, την άλλη πιο πέρα, αφού, για να μην ξεχνούν τι έχουν να κάνουν, χρειάζεται να τα γράφουν. Μέσα σε τόσο τρέξιμο πάλι καλά που θυμούνται τα ονόματά τους!... Ούτε τον εαυτό τους γνωρίζουν. Αλλά πώς να τον γνωρίσουν; Γίνεται να καθρεφτισθής σε θολά νερά; Ο Θεός να με συγχωρέση, αλλά ο κόσμος κατήντησε σωστό τρελλοκομείο. Δεν σκέφτονται οι άνθρωποι την άλλη ζωή, μόνο ζητάνε όλο και περισσότερα υλικά αγαθά. Γι' αυτό και δεν βρίσκουν ησυχία και τρέχουν συνέχεια.

Ευτυχώς που υπάρχει η άλλη ζωή. Αν οι άνθρωποι ζούσαν αιώνια σ' αυτήν την ζωή, μεγαλύτερη κόλαση δεν θα υπήρχε, έτσι όπως έχουν κάνει την ζωή τους. Με αυτό το άγχος, αν ζούσαν οκτακόσια, εννιακόσια χρόνια, όπως στην εποχή του Νώε, θα ζούσαν μια μεγάλη κόλαση. Τότε ζούσαν απλά και ζούσαν και πολλά χρόνια, για να διατηρήται η Παράδοση. Τώρα γίνεται αυτό που λέει ο Ψαλμός: “Αι ημέραι των ετών ημών εν αυτοίς εβδομήκοντα έτη, εάν δε εν δυναστείαις, ογδοήκοντα έτη, και το λείον αυτών κόπος και πόνος” (2). Εβδομήντα χρόνια είναι ίσα-ίσα για να τακτοποιήσουν τα παιδιά τους οι άνθρωποι.

Μια μέρα πέρασε από το Καλύβι ένας γιατρός που ζη στην Αμερική και μου έλεγε για την ζωή εκεί πέρα. Οι άνθρωποι εκεί κατήντησαν μηχανές, όλη μέρα δουλεύουν. Κάθε μέλος της οικογενείας πρέπει να έχη δικό του αυτοκίνητο. Ύστερα στο σπίτι, για να κινήται ο καθένας άνετα, πρέπει να έχουν τέσσερις τηλεοράσεις. Και δωσ' του και δουλεύουν και κουράζονται, για να βγάλουν πολλά χρήματα, για να πουν πως είναι τακτοποιημένοι και ευτυχισμένοι. Αλλά τι σχέση έχουν όλα αυτά με την ευτυχία; Τέτοια ζωή γεμάτη άγχος και με ένα συνεχές κυνηγητό δεν είναι ευτυχία, είναι κόλαση. Τι να την κάνης την ζωή με τέτοιο άγχος; Αν έπρεπε όλος ο κόσμος να ζη την ζωή αυτή, δεν θα την ήθελα. Αν ο Θεός έλεγε σ' αυτούς τους ανθρώπους: “Δεν σας τιμωρώ για την ζωή που ζήτε, αλλά θα σας αφήσω αιώνια να ζήτε έτσι”, αυτό για μένα θα ήταν μια μεγάλη κόλαση.

Γι' αυτό και πολλοί άνθρωποι δεν αντέχουν να ζουν μέσα σε τέτοιες συνθήκες και βγαίνουν έξω στην ύπαιθρο χωρίς κατεύθυνση και σκοπό. Σχηματίζουν ομάδες, έξω στην φύση, άλλοι με πρόγραμμα την γυμναστική, άλλοι με κάτι άλλο. Μου είπαν για μερικούς που βγαίνουν στην ύπαιθρο και τρέχουν ή φεύγουν στα βουνά και ανεβαίνουν σε ύψος 6.000 μ. Κρατούν την αναπνοή τους και έπειτα την αφήνουν και πάλι εισπνέουν βαθιά... Χαμένα πράγματα. Αυτό δείχνει πως η καρδιά τους είναι πλακωμένη από το άγχος και ζητάει διέξοδο. Σε έναν τέτοιον είπα: “Εσείς σκάβετε λάκκο, τον κάνετε μεγάλο, θαυμάζετε για τον λάκκο που ανοίξατε και για το βάθος του και... πέφτετε μέσα και πάτε κάτω. Ενώ εμείς σκάβουμε λάκκο και βρίσκουμε μέταλλα. Έχει νόημα η άσκηση μας, γιατί γίνεται για κάτι ανώτερο”.


2) Ψαλμ. 89, 10




Το άγχος είναι του διαβόλου

- Γέροντα, λαϊκοί που ζουν πνευματικά, όταν γυρίζουν το βράδυ από την δουλειά κουρασμένοι, δυσκολεύονται να κάνουν το Απόδειπνο και στενοχωρούνται.

- Όταν επιστρέφουν αργά το βράδυ από την δουλειά και είναι κουρασμένοι, ποτέ να μην στριμώχνουν με άγχος τον εαυτό τους, αλλά πάντα με φιλότιμο να λένε στον εαυτό τους: “Εάν δεν μπορής να διαβάσης ολόκληρο το Απόδειπνο, διάβασε το μισό ή το ένα τρίτο” και να προσπαθούν άλλη φορά να μην κουράζωνται πολύ την ημέρα. Να αγωνίζωνται, όσο μπορούν, με φιλότιμο και να τα εμπιστεύωνται όλα στον Θεό, και ο Θεός θα ενεργήση. Ο νους πάντα να βρίσκεται κοντά στον Θεό. Αυτή είναι η καλύτερη μελέτη.

- Μια υπέρμετρη άσκηση, Γέροντα, πώς είναι μπροστά στα μάτια του Θεού;

- Αν γίνεται από φιλότιμο, χαίρεται και ο άνθρωπος, χαίρεται και ο Θεός για το φιλότιμο παιδί Του. Αν σφίγγεται από αγάπη, στάζει μέλι στην καρδιά του. Ενώ, αν σφίγγεται από εγωισμό, βασανίζεται. Κάποιος που αγωνιζόταν εγωιστικά και σφιγγόταν με άγχος, είπε: “Ω Χριστέ μου, πολύ στενή την έκανες την πύλη! Δεν χωράω!” Ενώ, αν αγωνιζόταν ταπεινά, θα χωρούσε. Όσοι αγωνίζονται εγωιστικά με νηστείες, αγρυπνίες κ.λπ., ταλαιπωρούνται χωρίς πνευματική ωφέλεια, γιατί δέρουν αέρα και όχι δαίμονες. Αντί να διώξουν πειρασμούς, δέχονται περισσότερους, και επόμενο είναι να συναντούν πολλή δυσκολία στον αγώνα τους, να νιώθουν πνίξιμο από άγχος. Ενώ εκείνοι που αγωνίζονται πολύ με πολλή ταπείνωση και με πολλή ελπίδα στον Θεό, η καρδιά τους χαίρεται και η ψυχή τους φτερουγίζει.

Στην πνευματική ζωή θέλει προσοχή. Όταν οι πνευματικοί άνθρωποι κινούνται από κενοδοξία, μένουν με ένα κενό στην ψυχή τους. Δεν υπάρχει το πλήρωμα, το φτερούγισμα της καρδιάς και, όσο μεγαλώνουν την κενοδοξία τους, μεγαλώνει και το κενό μέσα τους και περισσότερο υποφέρουν. Όπου άγχος και απελπισία, εκεί ταγκαλίστικη πνευματική ζωή. Για τίποτε να μην έχετε άγχος. Το άγχος είναι του διαβόλου. Όταν βλέπετε άγχος, να ξέρετε ότι εκεί έχει βάλει την ουρά του το ταγκαλάκι. Ο διάβολος δεν πηγαίνει κόντρα. Αν υπάρχη μια τάση, σπρώχνει και αυτός, για να ταλαιπωρήση και να πλανήση τον άνθρωπο. Τον ευαίσθητο λ.χ. τον κάνει υπερευαίσθητο. Όταν έχης διάθεση να κάνης μετάνοιες, σπρώχνει και ο διάβολος να κάνης περισσότερες από την αντοχή σου και, αν οι δυνάμεις σου είναι περιορισμένες, δημιουργείται μια νευρικότητα, γιατί δεν τα βγάζεις πέρα, και στην συνέχεια σου δημιουργεί άγχος με ελαφρά απελπισία κατ' αρχάς και μετά συνεχίζει... Θυμάμαι, όταν ήμουν αρχάριος μοναχός, ένα διάστημα, μόλις έπεφτα να κοιμηθώ, μου έλεγε ο πειρασμός: “Κοιμάσαι; Σήκω! Τόσοι άνθρωποι υποφέρουν, τόσοι έχουν ανάγκη...” Σηκωνόμουν και έκανα μετάνοιες, ό,τι μπορούσα. Μόλις έπεφτα να κοιμηθώ, άρχιζε ξανά: “Οι άλλοι υποφέρουν κι εσύ κοιμάσαι; Σήκω!” Σηκωνόμουν πάλι. Μέχρι που έφθασα να πω: “Αχ, να μου κόβονταν τα πόδια, τι καλά! Θα ήμουν τότε δικαιολογημένος, αφού δεν θα μπορούσα να κάνω μετάνοιες”. Μια Μεγάλη Σαρακοστή την έβγαλα με το ζόρι, γιατί πήγαινα να στριμώξω τον εαυτό μου περισσότερο από την αντοχή μου.

Όταν νιώθουμε στον αγώνα μας άγχος, να ξέρουμε ότι δεν κινούμαστε στον χώρο του Θεού. Ο Θεός δεν είναι τύραννος να μας πνίγη. Καθένας να αγωνίζεται με φιλότιμο, ανάλογα με τις δυνάμεις του, και να καλλιεργή το φιλότιμο, για να αναπτυχθή η αγάπη προς τον Θεό. Τότε θα πιέζεται από το φιλότιμο, και ο αγώνας του, δηλαδή οι πολλές μετάνοιες, οι πολλές νηστείες κ.λπ., δεν θα είναι τίποτε άλλο παρά τα ξεσπάσματα της αγάπης του, και θα προχωρή με πνευματική λεβεντιά.

Δεν πρέπει, δηλαδή, να αγωνίζεται κανείς με αρρωστημένη σχολαστικότητα και να πνίγεται μετά από άγχος, παλεύοντας με τους λογισμούς, αλλά να απλοποιήση τον αγώνα του και να ελπίζη στον Χριστό και όχι στον εαυτό του. Ο Χριστός όλο αγάπη, καλωσύνη και παρηγοριά είναι και ποτέ δεν πνίγει, αλλά έχει άφθονο πνευματικό οξυγόνο, θεία παρηγοριά. Άλλο είναι εργασία πνευματική λεπτή, και άλλο είναι αρρωστημένη σχολαστικότητα, η οποία πνίγει με το εσωτερικό άγχος, από το εξωτερικό αδιάκριτο ζόρισμα, που σπάει και το κεφάλι με πονοκέφαλο.

- Γέροντα, ένας που από την φύση του σκέφτεται πολύ και ζορίζεται το κεφάλι του, πώς πρέπει να αντιμετωπίση τα πράγματα, για να μην κουράζεται;

- Αν κινήται κανείς απλά, δεν κουράζεται. Όταν όμως μπη έστω και λίγο ο εγωισμός, σφίγγεται, για να μην κάνη κανένα λάθος, και κουράζεται. Δεν πειράζει, ας κάνη και κανένα λάθος και ας τον μαλώσουν και λίγο. Αυτό που λες, μπορεί να δικαιολογηθή λ.χ. σε έναν Δικαστικό, που συνέχεια έχει να αντιμετωπίση δύσκολες υποθέσεις και φοβάται μήπως κρίνη άδικα και γίνη αυτός αιτία να τιμωρηθούν αθώες ψυχές. Πονοκέφαλος στην πνευματική ζωή παρουσιάζεται, όταν κανείς φέρνη ευθύνη και βρίσκεται σε αδιέξοδο, γιατί πρέπει να πάρη μια απόφαση, η οποία θα είναι εις βάρος κάποιων και, αν δεν την πάρη, αδικούνται άλλοι. Όταν δηλαδή στριμώχνεται συνέχεια η συνείδηση. Εσύ, αδελφή, να προσέξης να μην κάνης πνευματική δουλειά με το μυαλό αλλά με την καρδιά. Και να μην κάνης και δουλειά, χωρίς να εμπιστεύεσαι στον θεό ταπεινά, γιατί αλλιώς θα αγωνιάς, θα κουράζης και το μυαλό και θα νιώθης άσχημα ψυχικά. Μέσα στην αγωνία συνήθως είναι κρυμμένη η απιστία. Αλλά και από υπερηφάνεια μπορεί να έχη κανείς αγωνία.
  


Η λιτότητα βοηθάει πολύ στην καλογερική


- Είδες το σαλονάκι σας πόσο ομόρφυνε με τις γκρι κουβέρτες; ήρθε λίγο σε λογαριασμό.

- Γέροντα, πώς θα καταλάβη ένας μοναχός αν κάτι ταιριάζη ή δεν ταιριάζη στο Μοναστήρι;

- Να ξεκινάη από 'κει, να σκέφτεται: “Τι είμαι και τι υποχρεώσεις έχω στην ζωή που ζω;” Τον στρατό τον τιμάει το χακί. Το Μοναστήρι το τιμάει το μαύρο. Αν βάλουν στον στρατό μαύρα και στο Μοναστήρι χακί, δεν ταιριάζει. Άντε τώρα εσείς να βάλετε άσπρο νοσοκομειακό σαν τις αδελφές νοσοκόμες -αδελφές δεν λέγεσθε και εσείς;- και εκείνες μαύρα, για να φέρουν σε απελπισία τους αρρώστους και να πουν οι άρρωστοι: “Θα πεθάνουμε, φαίνεται, και δεν μας το λένε καθαρά”!... Δεν ταιριάζει, πώς να το κάνουμε! Κάτι μπορεί να είναι όμορφο, αλλά στον Μοναχισμό δεν ταιριάζει. Και το βελούδο είναι όμορφο, αλλά, αν φορέσω ένα ράσο βελούδινο, αυτό δεν με τιμά, αλλά με βρίζει. Μη χρησιμοποιήτε κόκκινα, χρωματιστά! Δεν κάνει!

- Δηλαδή, Γέροντα, να είναι άχρωμα, άγευστα...

- Τότε θα έρθη η γεύση. Πρέπει όμως να το καταλάβη κανείς αυτό. Αυτήν την χαρά της απλότητος οι άνθρωποι δεν την έχουν καταλάβει ακόμη. Να, εγώ στο Καλύβι βρέχω την σκούπα και παίρνω τις αράχνες από τις κάπνες -και αυτό μια φορά τον χρόνο το κάνω- και έτσι όπως είναι βρεγμένη η σκούπα, κάνει κάτι όμορφα σχέδια, νερά μαύρα-άσπρα πάνω στο ταβάνι! Αν τα δη κανείς, θα νομίζη ότι το έχω βάψει! Ξέρετε πόσο το χαίρομαι;

Γνωρίζω μοναχούς που δεν χαρήκανε από το πνευματικό πνεύμα αλλά από το κοσμικό. Δεν νιώσανε αυτό το σκίρτημα, την χαρά της απλότητος. Στην πνευματική ζωή βοηθάει πάρα πολύ η λιτότητα. Ο μοναχός πρέπει να έχη αυτά που του χρειάζονται και αυτά που του ταιριάζουν. Ας περιορισθή μέχρι αυτό που τον διευκολύνει λίγο, να μην πάη στο κοσμικό. Μια στρατιωτική λ.χ. κουβέρτα εξυπηρετεί την ανάγκη, δεν χρειάζεται να είναι μια κουβέρτα δαντελωτή ή χρωματιστή. Έτσι έρχεται η απλότητα, η πνευματική λεβεντιά.

Δώσε πράγματα στον μοναχό, τον κατέστρεψες. Ενώ, όταν αδειάζη από τα πράγματα κανείς, αυτό ξεκουράζει. Και αν ο μοναχός μαζεύη πράγματα, καταστρέφει μόνος του τον εαυτό του. Εγώ, όταν μου στέλνουν πράγματα, νιώθω βάρος και θέλω να ξελαφρώσω, ή, όταν έχω κάτι περίσσιο στο Κελλί μου, αισθάνομαι σαν να φορώ μια σφιχτή φανέλλα. Αν δεν βρω πού να τα δώσω, καλύτερα να τα πετάξω. Ενώ, μόλις τα δώσω, νιώθω μια ανακούφιση, μια ελευθερία. Ήρθε μια φορά κάποιος γνωστός και μου λέει: “Γέροντα, ο τάδε μου έδωσε αυτά τα πράγματα να σας τα φέρω και ζήτησε να ευχηθήτε να του φύγη το άγχος”. “Να φύγη από εκείνον και να έρθη σ' εμένα; Παρ' τα και φύγε, του λέω. Εγώ τώρα γέρασα, δεν μπορώ να πηγαίνω να μοιράζω (3) πράγματα”.

Όλες οι ευκολίες που έχουν οι άνθρωποι σκλαβώνουν τον μοναχό αντί να τον βοηθήσουν. Ο μοναχός πρέπει να προσπαθή να ελαττώνη τις ανάγκες του και να απλοποιή την ζωή του, αλλιώς δεν ελευθερώνεται. Άλλο καθαριότητα, άλλο λούσο. Πολύ βοηθάει, για να μπορέση να ελαττώση τις απαιτήσεις του, να κάνη πολλές δουλειές με ένα πράγμα. Στο Σινά είχα ένα κονσερβοκούτι και εκεί έφτιαχνα και το τσάι, εκεί και τον χυλό. Τι νομίζετε πως χρειάζεται ο άνθρωπος για να ζήση; Παλιά στην έρημο έτρωγαν μόνο χουρμάδες. Ούτε φωτιά άναβαν ούτε ξύλα χρειάζονταν. Εγώ τώρα πήρα ένα κονσερβοκούτι από γάλα, το έκοψα λίγο και έκανα κάτι σαν χερούλι. Πιο εύκολο είναι να κάνης μ' αυτό καφέ ή τσάι. Ένα και ένα στο καμινέτο ζεσταίνεται! Πού εκείνα τα μπρίκια! Θέλουν ένα σωρό οινόπνευμα, για να ζεσταθούν! Με αυτό, λίγο βαμβάκι με οινόπνευμα βάζεις, και τακ, γίνεται ο καφές. Και για φως ούτε λάμπα έχω. Μόνο με το κερί περνώ το βράδυ.

Γενικά τα απλά πολύ βοηθούν. Να έχετε απλά και στέρεα πράγματα. Το ταπεινό και απλό και οι κοσμικοί το εκτιμούν και τους μοναχούς βοηθάει. Θυμάται κανείς την φτώχεια, τον πόνο, την καλογερική. Όταν είχε πάει στην Μεγίστη Λαύρα ο βασιλιάς Γεώργιος, οι Πατέρες βρήκαν έναν ασημένιο δίσκο και του πήγαν το κέρασμα. Μόλις τον είδε εκείνος, τους είπε: “Εγώ περίμενα κάτι άλλο από σας, περίμενα ξύλινο δίσκο. Τέτοιους δίσκους τους έχω βαρεθή”.

Αυτήν την γλύκα της απλότητος δεν την έχετε καταλάβει. Η απλότητα ξεκουράζει. Κοίταξε τι ωραίο κρεμαστάρι γίνετε με ένα καρούλι! Πολύ πρακτικό! Εσείς βασανίζεσθε! Έχετε εδώ ένα καρφάκι ψιλό, για να κρεμάση καείς το ράσο του. Αν βγη ο ασβέστης, θα πρέπη κάθε φορά που ξεκρεμάς το ράσο να το τρίβης, για να καθαρίση! Δεν βάζετε μερικά μεγάλα καρφιά στον τοίχο, για να εξυπηρετηθήτε. Τόσος τοίχος ούτε ένα καρφί! Ή βάζετε μια ξύλινη κρεμάστρα. Αυτή θέλει λούστρο, ξεσκόνισμα κ.λπ. Αντί να απλοποιήτε τα πράγματα, για να μη χάνετε χρόνο, μπαίνετε στο... “πολυχρόνιο”. Θέλετε το τέλειο και ταλαιπωρείσθε. Το τέλειο στα πνευματικά να το θέλετε. Να μη δίνετε όλον τον δυναμισμό σας σε εξωτερικά καλλιτεχνικά, αλλά στην καλλιτεχνία της ψυχής. Μέρα-νύχτα να κοιτάζετε για την τελειοποίηση της ψυχής. Αν το καλλιτεχνικό το αξιοποιήσετε στην καλλιέργεια της ψυχής, θα χαίρεστε για το πνευματικό παλατάκι σας.

- Γέροντα, λένε μερικοί ότι τα Μοναστήρια είχαν τα πιο πολυτελή πράγματα και κράτησαν τον πολιτισμό στον κόσμο!...

- Μπορεί να εννοούν τα κειμήλια. Τα περισσότερα κειμήλια ξέρετε πότε μαζεύτηκαν; Μετά την Άλωση της Κωνσταντινουπόλεως μαζεύτηκαν. Όλα αυτά ήταν πρώτα στα παλάτια. Αλλά μετά, για να τα φυλάξουν, τα πήγαιναν στα Μοναστήρια. Η βασίλισσα Μάρω (4) λ.χ. τα κουβαλούσε λίγα-λίγα από τον Σουλτάνο. Ή τα άφηνε κανείς στο Μοναστήρι, όταν πέθαινε, για να μη χαθούν. Όχι ότι τα Μοναστήρια επεδίωκαν να τα παίρνουν, αλλά εκείνοι που τα είχαν, ένιωθαν μια ασφάλεια και τα πήγαιναν εκεί. Στα Μοναστήρια πάλι του Αγίου Όρους άφηναν περιουσίες, για να τρώη ψωμί ο κόσμος, επειδή δεν υπήρχαν ούτε Γηροκομεία ούτε Ορφανοτροφεία ούτε Ψυχιατρεία ούτε Φιλανθρωπικά Ιδρύματα. Έδιναν και μεγάλες εκτάσεις, για να έχουν τα Μοναστήρια να δίνουν στους λαϊκούς που είχαν ανάγκη. Τότε δηλαδή έβλεπαν πιο πέρα, βοηθούσαν εκείνα τα δύσκολα χρόνια τον καημένο τον κόσμο υλικά, για να τον βοηθήσουν μετά και πνευματικά. Στα Μοναστήρια, όταν πήγαιναν οι φτωχοί, τους έδιναν καμμιά ευλογία, και έτσι πάντρευαν το παλληκάρι τους ή την κοπέλα τους. Δηλαδή σκοπός τους ήταν να βοηθήσουν τον καημένο τον κόσμο, γι' αυτό έφτιαχναν και μεγάλα κτίρια. Στην Κατοχή ξέρεις πόσο κόσμο βοήθησαν τα Μοναστήρια; πάρα πολύ! Πολλοί κοσμικοί τότε είχαν επίθετο “Καράκαλλος”, γιατί, όταν ένα σπίτι ήταν φιλόξενο, έλεγαν ότι είναι σαν την Μονή Καρακάλλου (5). Γι' αυτό γίνονταν και τα πανηγύρια στις Μονές, όταν γιόρταζε ο Άγιος, για να βρη λίγο ψάρι ο φτωχός κόσμος να φάη. Να χαρή λίγο και παράλληλα να βοηθηθή πνευματικά. Τώρα για ποιο λόγο να γίνωνται τα πανηγύρια; Ποιος ο σκοπός να φάη ο κόσμος ψάρι, αφού σήμερα δεν στερείται;



3) Ο Γέροντας μοίραζε τα πράγματα που του πήγαιναν σε άλλους μοναχούς που είχαν ανάγκη.
4) Η βασίλισσα Μάρω (1418-1487) ήταν κόρη του ηγεμόνα της Σερβίας Γεωργίου Μπράνκοβιτς (1375-1456), ο οποίος είναι ο δεύτερος κτίτορας της Ιεράς Μονής του Αγίου Παύλου Αγίου Όρους. Η Μάρω παντρεύθηκε τον Σουλτάνο Μουράτ, πατέρα του Μωάμεθ του Πορθητού, και χάρισε στην Μονή του Αγίου Παύλου τα Τίμια Δώρα, πολλά άγια Λείψανα και ιερά κειμήλια. Στην Ιερά Μονή Αγίου Παύλου σώζεται το πρωτότυπο της διαθήκης της, με την οποία αφήνει σ' αυτήν την Μονή όλα τα κινητά πολύτιμα αντικείμενα που είχε.
5) Ένα από τα είκοσι Μοναστήρια του Αγίου Όρους.




Η πολυτέλεια κοσμικοποιεί τους μοναχούς

- Γέροντα, πόσο στόλισμα μπορεί να βάλη κανείς σε έναν Ναό;

- Στην εποχή μας, όσο πιο απλό είναι κάτι, ακόμη και σε έναν Ναό, τόσο πιο πολύ βοηθάει, γιατί δεν ζούμε τώρα στο Βυζάντιο.

- Στο τέμπλο λ.χ. τι σχέδιο είναι καλό να κάνουμε;

- Σχέδιο... “καλογερικής”! Όσο μπορείτε, όλα να είναι σεμνά, απλά. Ο Όσιος Παχώμιος (6) στράβωσε την κολόνα, για να μη θαυμάζουν τα έργα του οι άνθρωποι. Θυμάστε το περιστατικό; Είχε φτιάξει Ναό στο Μοναστήρι με πολλή επιμέλεια και τις κολόνες τις είχε κάνει με πλίνθους. Τον έβλεπε πόσο ωραίος ήταν και χαιρόταν. Αλλά μετά σκέφθηκε ότι το να χαίρεται για το ωραίο έργο που έφτιαξε, δεν ήταν κατά Θεόν. Έδεσε λοιπόν τις κολόνες με σχοινιά και, αφού προσευχήθηκε, είπε στους αδελφούς να τα τραβήξουν, ώσπου στράβωσαν οι κολόνες.

Εκεί στο Κελλί κόβω κάθε χρόνο λαμαρίνες και βάζω στην σκεπή, στα παράθυρα, γιατί είναι χαλασμένα και μπαίνει αέρας. Βάζω και σανίδια, νάυλον και τα κλείνω. Θα μου πης: “Γιατί δεν φτιάχνεις διπλά παράθυρα;” Και εγώ το ξέρω αυτό, μαραγκός είμαι. Αν ήθελα, μπορούσα να φτιάξω παράθυρα και με τρεις πατούρες, αλλά μετά φεύγει η καλογερική. Ο τοίχος είναι τελείως χάλια. Μπορούσα και από άλλους να ζητήσω να με βοηθήσουν και να βολέψω το Καλύβι, αλλά και έτσι βολεύομαι. Να κάνω αυτό το έξοδο για τον τοίχο, ενώ υπάρχει αλλού τόση ανάγκη; Δεν με βοηθάει αυτό. Αν έχω κανένα πεντακοσάρικο, προτιμώ να πάρω σταυρουδάκια, εικονάκια και να τα δώσω σε κανέναν πονεμένο, για να βοηθηθή. Εγώ χαίρομαι με το να δίνω. Και ανάγκη να το έχω, δεν το ξοδεύω για μένα.

Όπως όταν ξεκινά κανείς για πνευματικά, δεν χορταίνει ποτέ, έτσι και όταν ξεκινά για τα όμορφα, δεν χορταίνει ποτέ. Τώρα ξέρεις τι πρέπει να γίνεται; Να μη φροντίζης για τα καλοφτιαγμένα κτίρια, να φτιάχνης τα απαραίτητα και να στραφής στην δυστυχία του κόσμου με προσευχή, όταν δεν έχης να δώσης, και με ελεημοσύνη, όταν έχης. Να κάνετε προσευχή και τα πιο απαραίτητα από δουλειές. Όλα αυτά που κάνουμε, δεν έχουν πολλή ζωή. Και αξίζει να δίνουμε την ζωή μας, και να δυσκολεύωνται ζωές και να πεθαίνουν από την πείνα άλλοι; Τα απλά κτίρια και τα ταπεινά αντικείμενα μεταφέρουν τους μοναχούς νοερά στις σπηλιές και στα απέριττα Ασκητήρια των Αγίων Πατέρων μας, και έτσι ωφελούνται πνευματικά. Ενώ τα κοσμικά θυμίζουν κόσμο και κάνουν τους μοναχούς κοσμικούς στην ψυχή. Πρόσφατα (7) έγιναν ανασκαφές και βρέθηκαν στην Νιτρία τα πρώτα “Κελλία” των μοναχών, τα ασκητικά. Στην συνέχεια βρέθηκαν τα λίγο μεταγενέστερα, που ήταν λίγο κοσμικά, και κατόπιν τα τελευταία που έμοιαζαν με τα σαλόνια των πλουσίων εκείνης της εποχής, με κάδρα και ζωγραφιές στους τοίχους κ.λπ., τα οποία έφεραν την οργή του Θεού, τα λήστεψαν και τα κατέστρεψαν οι κακοποιοί.

Ο Χριστός γεννήθηκε στην Φάτνη. Αν αναπαυώμαστε στα κοσμικά, θα μας φτύση ο Χριστός, που δεν έφτυσε κανέναν: “Εγώ δεν είχα τίποτε, θα πη. Όλα αυτά τα βρήκατε γραμμένα στο Ευαγγέλιο; Τα είδατε σ' Εμένα; Κοσμικοί δεν είστε, καλόγεροι δεν είστε. Τι να σας κάνω; Πού να σας βάλω;”

Τα ωραία και τέλεια είναι κοσμικά και τους πνευματικούς ανθρώπους δεν τους αναπαύουν. Τα ντουβάρια θα γκρεμισθούν όλα. Η ψυχή... Μια ψυχή αξίζει περισσότερο από όλο τον κόσμο. Τι κάνουμε για την ψυχή; Να ανοίξουμε δουλειά πνευματική. Να μπη η καλή ανησυχία. Ο Χριστός θα ζητήση από μας σε τι βοηθήσαμε τον κόσμο πνευματικά και τι πνευματική δουλειά κάναμε, όχι τι ντουβάρια φτιάξαμε. Αυτά ούτε θα τα αναφέρη. Για την πνευματική μας πρόοδο θα μας ζητηθή λόγος. Θέλω να καταλάβετε το πνεύμα μου, δεν λέω να μην γίνωνται και αυτά, χτισίματα κ.λπ., ή να μη γίνωνται καλά, αλλά πρώτα τα πνευματικά και ύστερα όλα τα άλλα με πνευματική διάκριση.


6) Ο Όσιος Παχώμιος γεννήθηκε στην Άνω Θηβαΐδα της Αιγύπτου γύρω στο 280. Μετά την απόλυσή του από τον στρατό ασκήτεψε σε έναν εγκαταλελειμμένο ειδωλολατρικό ναό. Το 320 περίπου, μετά από θεϊκή οπτασία, ίδρυσε το πρώτο Μοναστήρι των Ταβεννησιωτών στην Άνω Θηβαΐδα. Ίδρυσε συνολικά εννέα ανδρικά Μοναστήρια και δύο γυναικεία. Κοιμήθηκε το 346. είναι ο θεμελιωτής της κοινοβιακής ζωής στην Αίγυπτο.
7) Ειπώθηκε το 1986.



Απλοποιήστε την ζωή σας!
 
Οι κοσμικοί λένε: “Καλότυχοι αυτοί που ζουν στα παλάτια και έχουν όλες τις ευκολίες”. Αλλ' όμως μακάριοι είναι αυτοί που κατόρθωσαν να απλοποιήσουν την ζωή τους και ελευθερώθηκαν από την θηλειά της κοσμικής αυτής εξελίξεως των πολλών ευκολιών, ίσον των πολλών δυσκολιών, και απαλλάχθηκαν από τον φοβερό άγχος της σημερινής εποχής μας. Αν δεν απλοποιήση την ζωή του ο άνθρωπος, βασανίζεται. Ενώ, αν την απλοποιήση, δεν θα έχη αυτό το άγχος.

Ένας Γερμανός μια φορά στο Σινά είπε σε ένα Βεδουϊνάκι που ήταν πανέξυπνο: “Εσύ είσαι έξυπνο, μπορείς να μάθης γράμματα”. “Και μετά;” τον ρωτάει εκείνο. “Μετά θα γίνης μηχανικός”. “Και μετά;” “Μετά θ' ανοίξης ένα συνεργείο αυτοκινήτων”. “Και μετά;” “Μετά θα το μεγαλώσης”. “Και μετά;” “Μετά θα πάρης και άλλους να δουλεύουν και θα έχης πολύ προσωπικό”. “Δηλαδή, του λέει, να έχω έναν πονοκέφαλο, να βάλω άλλον έναν πονοκέφαλο και μετά να βάλω και έναν άλλον; Δεν είναι καλύτερα τώρα που έχω ήσυχο το κεφάλι μου;” Ο περισσότερος πονοκέφαλος είναι από αυτές τις σκέψεις, να κάνουμε αυτό, να κάνουμε εκείνο. Αν ήταν πνευματικές οι σκέψεις, θα ένιωθε κανείς πνευματική παρηγοριά και δεν θα είχε πονοκέφαλο.

Τώρα και στους κοσμικούς τονίζω πολύ την απλότητα. Γιατί πολλά από αυτά που κάνουν, δεν χρειάζονται και τους τρώει το άγχος. Τους μιλάω για την λιτότητα και την ασκητικότητα. Συνέχεια φωνάζω: “Απλοποιήστε την ζωή σας, για να φύγη το άγχος”. Και τα περισσότερα διαζύγια από 'κει ξεκινούν. Πολλές δουλειές, πολλά πράγματα έχουν να κάνουν οι άνθρωποι και ζαλίζονται. Δουλεύουν και οι δύο, πατέρας και μάνα, αφήνουν και τα παιδιά εγκαταλελειμμένα. Κούραση, νεύρα – μικρό θέμα, μεγάλος καυγάς – αυτόματο διαζύγιο μετά, εκεί φθάνουν. Αν απλοποιούσαν όμως την ζωή τους, θα ήταν και ξεκούραστοι και χαρούμενοι. Αυτό το άγχος είναι καταστροφή!

Μια φορά βρέθηκα σε ένα σπίτι που ήταν όλο πολυτέλεια και, καθώς συζητούσαμε, μου είπαν: “Ζούμε στον Παράδεισο, ενώ άλλοι άνθρωποι στερούνται”. “Ζήτε στην κόλαση, τους λέω. “Άφρον, ταύτη τη νυκτί”(8), είπε ο Θεός στον πλούσιο. Αν ο Χριστός με ρωτούσε: “Πού θέλεις να σε βάλουμε, σε μια φυλακή ή σε ένα σπίτι σαν αυτό;” θα έλεγα: “Σε μια σκοτεινή φυλακή”. Γιατί η φυλακή θα με βοηθούσε. Θα μου θύμιζε τον Χριστό, θα μου θύμιζε τουα αγίους Μάρτυρες, θα μου θύμιζε τους ασκητές που ήταν στις οπές της γης, θα μου θύμιζε καλογερική. Η φυλακή θα έμοιαζε και λίγο με το κελλί μου και θα χαιρόμουν. Αυτό το δικό σας τι θα μου θύμιζε και σε τι θα με βοηθούσε; Γι' αυτό οι φυλακές με αναπαύουν καλύτερα όχι μόνον από ένα σαλόνι κοσμικό αλλά και απ'ένα ωραίο κελλί μοναχού. Χίλιες φορές στην φυλακή παρά σε ένα τέτοιο σπίτι”.

Κάποτε που είχα φιλοξενηθή στην Αθήνα σ' έναν φίλο μου, με παρακάλεσε να δεχθώ έναν οικογενειάρχη πριν φωτίση, γιατί άλλη ώρα δεν ευκαιρούσε. Ήρθε λοιπόν χαρούμενος και συνέχεια δοξολογούσε τον Θεό. Είχε και πολλή ταπείνωση και απλότητα και με παρακαλούσε να εύχωμαι για την οικογένειά του. Ο αδελφός αυτός ήταν περίπου τριάντα οκτώ ετών και είχε επτά παιδιά. Δυό το ανδρόγυνο και άλλοι δυό οι γονείς του, εν όλω έντεκα ψυχές, και έμεναν όλοι σε ένα δωμάτιο. Μου έλεγε με την απλότητα που είχε: “Όρθιους μας χωράει το δωμάτιο, αλλά, όταν ξαπλώνουμε, δεν μας παίρνει, είναι λίγο στενόχωρα. Δόξα τω Θεώ, τώρα κάναμε ένα υπόστεγο για κουζίνα και βολευτήκαμε. Εμείς έχουμε και στέγη. Πάτερ μου, ενώ είναι άλλοι που μένουν στην ύπαιθρο”. Η εργασία του ήταν σιδερωτής. Έμενε στην Αθήνα και έφευγε πριν φωτίση, για να βρεθή εγκαίρως στον Πειραιά όπου εργαζόταν. Από την ορθοστασία και τις πολλές υπερωρίες τα πόδια του είχαν κιρσούς και τον ενοχλούσαν, αλλά η πολλή αγάπη του προς την οικογένειά του τον έκανε να ξεχνάη τους πόνους και τις ενοχλήσεις. Ελεεινολογούσε μάλιστα τον εαυτό του συνέχεια και έλεγε ότι δεν έχει αγάπη, γιατί δεν κάνει καλωσύνες σαν Χριστιανός, και επαινούσε την γυναίκα του ότι εκείνη κάνει καλωσύνες, γιατί εκτός από τα παιδιά και τα πεθερικά της που φρόντιζε, πήγαινε και έπαιρνε τα ρούχα από τους γέρους της γειτονιάς, τα έπλενε, τους συγύριζε και τα σπίτια, τους έφτιαχνε και καμμιά σούπα. Έβλεπε κανείς στο πρόσωπο του καλού αυτού οικογενειάρχη ζωγραφισμένη την θεία Χάρη. Είχε μέσα του τον Χριστό και ήταν γεμάτος χαρά και το δωμάτιό του γεμάτο από παραδεισένια χαρά. Ενώ αυτοί που δεν έχουν μέσα τους τον Χριστό, είναι γεμάτοι από άγχος, και δυό άνθρωποι να είναι, δεν χωράνε μέσα σε έντεκα δωμάτια. Ενώ οι έντεκα αυτοί άνθρωποι με τον Χριστό, χωρούσαν μέσα σ' ένα δωμάτιο.

Ακόμη και πνευματικοί άνθρωποι, όσους χώρους και να έχουν, βλέπεις να μη χωρούν, γιατί μέσα τους δεν έχει χωρέσει ο Χριστός ολόκληρος. Αν οι γυναίκες που ζούσαν στα Φάρασα έβλεπαν την πολυτέλεια που υπάρχει σήμερα, ακόμη και σε πολλά Μοναστήρια, θα έλεγαν: “Θα ρίξη ο Θεός φωτιά να μας κάψη! Εγκατάλειψη Θεού!” Εκείνες μάζευαν τις δουλειές τάκα-τάκα. Πρωί-πρωί έπρεπε να βγάλουν τα γίδια, μετά να συμμάσουν το σπίτι. Ύστερα πήγαιναν στα εξωκκλήσια ή μαζεύονταν στις σπηλιές, και μια που ήξερε λίγα γράμματα διάβαζε το Συναξάρι του Αγίου της ημέρας. Μετά δωσ' του μετάνοιες, έλεγαν και την ευχή. Και δούλευαν, κουράζονταν. Μια γυναίκα έπρεπε να ξέρη να ράβη όλα τα ρούχα του σπιτιού. Και τα έρραβαν με το χέρι. Μηχανές του χεριού λίγες είχαν σε καμμιά πόλη, στα χωριά δεν είχαν. Αν υπήρχε στα Φάρασα όλο και όλο μια μηχανή του χεριού. Έρραβαν ακόμη και του άνδρα τα ρούχα και ήταν πιο άνετα, και τις κάλτες τις έπλεκαν στο χέρι. Είχαν γούστο, μεράκι, αλλά τους περίσσευε και χρόνος, γιατί τα είχαν όλα απλά. Οι Φαρασιώτες δεν κοιτούσαν λεπτομέρειες. Ζούσαν την χαρά της καλογερικής. Και αν, για παράδειγμα, η κουβέρα δεν ήταν καλά στρωμένη και κρεμόταν λίγο από την μια μεριά και έλεγες: “Σιάξε την κουβέρτα”, θα σου έλεγαν: “Σε εμποδίζει στην προσευχή σου;”

Αυτήν την χαρά της καλογερικής οι άνθρωποι σήμερα δεν την γνωρίζουν. Νομίζουν ότι δεν πρέπει να στερηθούν, να ταλαιπωρηθούν. Αν σκέφτονταν οι άνθρωποι λίγο καλογερικά, αν ζούσαν πιο απλά, θα ήταν ήσυχοι. Τώρα βασανίζονται. Άγχος και απελπισία στην ψυχή. “Ο τάδε πέτυχε που έφτιαξε δυο πολυκατοικίες ή που έμαθε πέντε γλώσσες κ.λπ.! Εγώ δεν έχω ούτε ένα διαμέρισμα, δεν ξέρω ούτε μια ξένη γλώσσα. Ωχ, χάθηκα!” Έχει κάποιος ένα αυτοκίνητο και αρχίζει: “Ο άλλος έχει καλύτερο. Να πάρω και εγώ”. Παίρνει το καλύτερο, ύστερα μαθαίνει ότι άλλοι έχουν αεροπλάνα ατομικά και πάλι βασανίζεται. Τελειωμό δεν έχουν. Ενώ άλλος που δεν έχει αυτοκίνητο, όταν δοξάζη τον Θεό, χαίρεται: “Δόξα τω Θεώ, λέει, ας μην έχω αυτοκίνητο, έχω γερά τα πόδια μου και μπορώ να περπατήσω. Πόσοι άνθρωποι είναι με κομμένα πόδια, δεν μπορούν να εξυπηρετηθούν, να βγουν έναν περίπατο, θέλουν έναν άνθρωπο να τους υπηρετή, ενώ εγώ έχω τα πόδια μου!” Κια ένας κουτσός που λέει: “Και άλλοι που δεν έχουν και τα δυό πόδια;” και αυτός χαίρεται.

Η αχαριστία και η απληστία είναι μεγάλο κακό. Ο κυριευμένος από υλικά πράγματα είναι κυριευμένος πάντα από στενοχώρια και άγχος, γιατί πότε τρέμει μην του τα πάρουν και πότε μην του πάρουν την ψυχή. Μια μέρα ήρθε ένας πλούσιος από την Αθήνα και μου λέει: “Πάτερ, έχασα την επαφή με τα παιδιά μου, έχασα τα παιδιά μου”. “Πόσα παιδιά έχεις;” του λέω. “Δύο, μου λέει. Τα μεγάλωσα με το πουλιού το γάλα. Τι ήθελαν και δεν το είχαν! Ακόμη και αυτοκίνητο τα πήρα”. Από την συζήτηση βγήκε ότι είχε και αυτός δικό του αυτοκίνητο και η γυναίκα του δικό της και τα παιδιά δικό τους. “Ευλογημένε, του λέω, εσύ, αντί να λύσης τα προβλήματά σου, τα μεγάλωσες. Τώρα θέλεις ένα μεγάλο γκαράζ για τα αυτοκίνητα, έναν μηχανικό να τον πληρώνης τετραπλάσια, για να τα διορθώνης, χώρια που κινδυνεύετε και οι τέσσερις κάθε στιγμή να σκοτωθήτε. Ενώ, αν είχες απλοποιήσει την ζωή σου, θα ήταν ενωμένη η οικογένειά σου, θα καταλάβαινε ο ένας τον άλλο και δεν θα είχες αυτά τα προβλήματα. Δεν φταίνε τα παιδιά σου τώρα, εσύ φταις που δεν φρόντισες να δώσης άλλη αγωγή στα παιδιά σου”. Μια οικογένεια τέσσερα αυτοκίνητα, ένα γκαράζ, έναν μηχανικό κ.λπ.! Ας πάη ο άλλος λίγο αργότερα. Όλη αυτή η ευκολία γεννάει δυσκολίες.

Άλλη φορά ήρθε ένας άλλος οικογενειάρχης στο Καλύβι -ήταν πέντε άτομα η οικογένειά του- και μου λέει: “Πάτερ, έχουμε ένα αυτοκίνητο και σκέφτομαι να πάρουμε άλλα δύο. Θα μας διευκολύνη”. “Και πόσο θα σας δυσκολέψη το σκέφτηκες; του λέω. Το ένα το βάζεις εκεί σε μια τρύπα, τα τρία πού θα τα βάλης; Θα θέλης ένα γκαράζ και μια αποθήκη για καύσιμα. Θα διατρέχετε τρεις κινδύνους. Καλύτερα να έχετε ένα και να περιορίσετε τις εξόδους σας. Θα έχετε χρόνο να δήτε τα παιδιά σας. Θα έχετε την ηρεμία σας. Η απλοποίηση είναι το παν”. “Δεν το σκέφθηκα αυτό”, μου λέει.

- Γέροντα, μας είπε κάποιος ότι δυό φορές δεν μπορούσε να σταματήση τον συναγερμό του αυτοκινήτου. Την μια φορά, γιατί είχε μπη μια μύγα, και την άλλη, γιατί είχε μη ο ίδιος αντικανονικά στο αυτοκίνητο.

- Μαρτυρική είναι η ζωή τους, γιατί δεν απλοποιούν τα πράγματα. closed...Οι περισσότερες ευκολίες δυσκολίες προξενούν. Οι κοσμικοί πνίγονται από τα πολλά. Έχουν γεμίσει ευκολίες-ευκολίες και έκαναν την ζωή τους δύσκολη. Αν δεν απλοποιήση κανείς τα πράγματα, μια ευκολία γεννάει ένα σωρό δυσκολίες.

Όταν ήμασταν μικρά, κόβαμε το καρούλι στις άκρες, βάζαμε μια σφήνα μέσα και κάναμε ένα ωραίο παιχνίδι και χαιρόμασταν μ' αυτό. Τα μικρά παιδιά χαίρονται με ένα αυτοκινητάκι πιο πολύ από ό,τι ο πατέρας τους, όταν αγοράζη μερσεντές. Αν ρωτήσης ένα κοριτσάκι: “Τι θέλεις, ένα κουκλάκι ή μια πολυκατοικία;” να δης, θα σου πη: “Ένα κουκλάκι”. Και τελικά τα μικρά παιδιά γνωρίζουν την ματαιότητα του κόσμου.

- Γέροντα, τι βοηθάει περισσότερο, για να καταλάβη κανείς αυτήν την χαρά της λιτότητος;

- Να συλλάβη κανείς το βαθύτερο νόημα της ζωής. “Ζητείτε πρώτον την Βασιλείαν του Θεού...”(9) Από εκεί ξεκινά η απλότητα και κάθε σωστή αντιμετώπιση.


8) Λουκ. 12, 20
9) Ματθ. 6, 33


συνεχίζεται ....... 
επόμενο Κεφάλαιο 4  -  «Εξωτερικός θόρυβος και εσωτερική ησυχία» 
http://anavaseis.blogspot.com/2010/03/3_15.html 

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Τα σχόλιά σας είναι ευπρόσδεκτα όταν διατυπώνονται με ευπρέπεια και ευγένεια.