Τετάρτη, 4 Μαΐου 2011

Λόγος ἐπὶ τὴ ἐκδημία τῆς μακαριστῆς γερόντισσας Ἀγάθης Καθηγούμενης Ἱερᾶς Μονῆς Ἁγίου Στεφάνου. Ἀρ­χιμ. Ἀ­θα­να­σί­ου Ἀ­να­στα­σί­ου -Προηγουμένου Ι. Μ. Μεγάλου Μετεώρου








Ἀρ­χιμ. Ἀ­θα­να­σί­ου Ἀ­να­στα­σί­ου
Προηγουμένου Ι. Μ. Μεγάλου Μετεώρου
Λόγος ἐπὶ τὴ ἐκδημία τῆς μακαριστῆς γερόντισσας Ἀγάθης
Καθηγούμενης Ἱερᾶς Μονῆς Ἁγίου Στεφάνου
3 Μα­ΐ­ου 2011


Σε­βα­σμι­ώ­τα­τε Ποι­με­νάρ­χα μας, Σε­βα­σμι­ώ­τα­τοι Ἅ­γιοι Ἀρ­χι­ε­ρεῖς, τί­μιον πρε­σβυ­τέ­ριον, Χρι­στοῦ δι­α­κο­νί­α, σε­βα­στοί Ἅ­γιοι Κα­θη­γού­με­νοι καί πα­τέ­ρες, ὁ­σι­ώ­τα­τες Γε­ρόν­τισ­σες καί ἀ­δελ­φές, (ἀ­ξι­ό­τι­με κ. Ἀν­τι­πε­ρι­φε­ρειά­ρχα), ἀ­ξι­ό­τι­με κ. Δή­μαρ­χε, ἐν­τι­μώ­τα­τοι ἄρ­χον­τες τοῦ τό­που μας, προ­σφι­λέ­στα­τοι ἀ­δελ­φοί μας.
Τό νά ἐ­πι­χει­ρή­σει κα­νείς νά πε­ρι­γρά­ψει τήν προ­σω­πι­κό­τη­τα, τήν μο­να­χι­κή πα­ρου­σί­α καί τήν προ­σφο­ρά τῆς προ­σφι­λέ­στα­τής μας Γε­ρόν­τισ­σας Ἀ­γά­θης φαν­τά­ζει ἐκ τῶν προ­τέ­ρων ὡς με­γά­λο τόλ­μη­μα. Κι αὐ­τό για­τί ἡ Γε­ρόν­τισ­σα Ἀ­γά­θη εἶ­χε κα­τά πο­λύ ὑ­περ­βεῖ τά συμ­βα­τι­κά με­γέ­θη μο­να­χι­κοῦ ἤ­θους καί βι­ο­τῆς, ἀ­γά­πης γιά τόν μο­να­χι­σμό καί τόν ἡ­γι­α­σμέ­νο ἁ­γι­ο­με­τε­ω­ρί­τι­κο χῶ­ρο μας, αὐ­τα­παρ­νή­σε­ως καί προ­σφο­ρᾶς σ’ αὐ­τόν καί τήν εὐ­λο­γη­μέ­νη ἀ­δελ­φό­τη­τά της.

Ἡ πο­ρεί­α τῆς ζω­ῆς τῆς κε­κοι­μη­μέ­νης Γε­ρόν­τισ­σας Ἀ­γά­θης ὑ­πῆρ­ξε, κα­τά κυ­ρι­ο­λε­ξί­α θά λέ­γα­με, σταυ­ρο­α­να­στά­σι­μη. Μιά εὐ­λο­γη­μέ­νη πο­ρεί­α πλού­σιας πνευ­μα­τι­κῆς ὑ­γεί­ας μέ­σα ἀ­πό χρό­νι­ες σο­βα­ρές σω­μα­τι­κές ἀ­σθέ­νει­ες· μιά πο­ρεί­α πνευ­μα­τι­κῆς σω­φρο­σύ­νης, συ­νέ­σε­ως καί... δι­α­κρί­σε­ως, πού ἐκ­μη­δέ­νι­ζε τήν ὑ­στέ­ρη­ση στήν κο­σμι­κή γνώ­ση καί θύ­ρα­θεν παι­δεί­α· μιά ἐμ­πνευ­σμέ­νη κα­θο­δή­γη­ση καί δι­α­ποί­μαν­ση τῆς ἀ­δελ­φό­τη­τος τῆς Ἱ­ε­ρᾶς Μο­νῆς Ἁ­γί­ου Στε­φά­νου κρυμ­μέ­νη, πολ­λές φο­ρές, πί­σω ἀ­πό τήν φυ­σι­κή συ­στο­λή καί ντρο­πα­λό­τη­τα τοῦ χα­ρα­κτῆ­ρος της.




Ὡς πνευ­μα­τι­κός της πα­τέ­ρας συν­δε­θή­κα­με πνευ­μα­τι­κά μα­ζί της ἀ­μέ­σως με­τά τήν ἐκ­δη­μί­α τῆς μα­κα­ρι­στῆς γε­ρόν­τισ­σας Ἀ­γα­θο­κλή­της τό 1982, ὅ­ταν καί ἀ­να­λά­βα­με τήν δι­α­κο­νί­α τοῦ πνευ­μα­τι­κοῦ τῆς ἀ­δελ­φό­τη­τος με­τά τήν ἐ­πί­μο­νη πα­ραί­νε­ση καί τήν εὐ­χή τοῦ μα­κα­ρι­στοῦ Γέ­ρον­τός μας Σπυ­ρί­δω­νος Ξέ­νου. Ἔ­κτο­τε γνω­ρί­σα­με καί πα­ρα­κο­λου­θή­σα­με ἀ­πό πο­λύ κον­τά τήν εὐ­λο­γη­μέ­νη πα­ρου­σί­α της, τόν αἱ­μα­τη­ρό, πολ­λές φο­ρές, ἀ­γώ­να της καί τήν πλού­σια καί ἀ­νε­κτί­μη­τη προ­σφο­ρά της στό Ἱ­ε­ρό Κοι­νό­βιο τοῦ Ἁ­γί­ου Στε­φά­νου καί στό Μο­να­στι­κό Κέν­τρο τῶν Ἁ­γί­ων Με­τε­ώ­ρων συ­νο­λι­κά.


Γνω­ρί­σα­με καί ζή­σα­με δί­πλα της τήν μαρ­τυ­ρι­κή της προ­σπά­θεια, ὡς το­πο­τη­ρή­τρια τῆς Ἱ­ε­ρᾶς Μο­νῆς, με­τά τήν ἐκ­δη­μί­α τῆς μα­κα­ρι­στῆς γε­ρόν­τισ­σας Ἀ­γα­θο­κλή­της, γιά τήν δι­ά­σω­ση καί τήν δι­α­φύ­λα­ξη ἀ­κό­μη καί αὐ­τῆς τῆς ἴ­διας τῆς συ­νε­χί­σε­ως τῆς πα­ρου­σί­ας τῆς ἀ­δελ­φό­τη­τος, πού κιν­δύ­νε­ψε τό­τε σο­βα­ρά.

Γνω­ρί­σα­με καί ζή­σα­με δί­πλα της τήν ἀ­μέ­ρι­στη συμ­πα­ρά­στα­σή της πρός τήν νέ­α Κα­θη­γου­μέ­νη, πού δι­α­δέ­χθη­κε τήν μα­κα­ρι­στή γε­ρόν­τισ­σα Ἀ­γα­θο­κλή­τη, τήν μα­κα­ρι­στή γε­ρόν­τισ­σα Χρι­στο­νύμ­φη καί τήν πο­λύ­τι­μη στή­ρι­ξη τῆς ἀ­δελ­φό­τη­τος κα­θ’ ὅ­λη τήν διά­ρκεια τῆς δο­κι­μα­σί­ας τῆς ὑ­γεί­ας μέ­χρι καί τήν ἐκ­δη­μί­α τῆς μα­κα­ρι­στῆς Χρι­στο­νύμ­φης.

Ὡς μο­να­χή τῆς Ἱ­ε­ρᾶς Μο­νῆς Ἁ­γί­ου Στε­φά­νου, καί πρίν ἀ­κό­μη ἐ­κλε­γεῖ Κα­θη­γου­μέ­νη, ἡ μα­κα­ρι­στή Γε­ρόν­τισ­σα Ἀ­γά­θη ἦ­ταν, κα­τά κυ­ρι­ο­λε­ξί­α, αὐ­τό πού συ­χνά λέ­με ἡ «ση­μαί­α» τῆς Ἱ­ε­ρᾶς Μο­νῆς. Ἦ­ταν τό σῆ­μα κα­τα­τε­θέν καί τό ση­μεῖ­ο ἀ­να­φο­ρᾶς της· ἦ­ταν τό σύμ­βο­λο, ἡ ἐν­σάρ­κω­ση, τό ὁ­ρα­τό καί αἰ­σθη­τό ση­μεῖ­ο τῆς ἑ­νό­τη­τος, τῆς δι­α­τη­ρή­σε­ως καί τῆς ἀ­πα­ρα­σά­λευ­της πο­ρεί­ας τῆς Μο­νῆς· ἦ­ταν τό στα­θε­ρό θε­μέ­λιο, πού ἄν­τε­χε τούς κρα­δα­σμούς· ὁ ἀ­τσά­λι­νος βρά­χος, πού ἔ­με­νε ὄρ­θιος στίς δο­κι­μα­σί­ες· τό ψι­λό­κορ­μο κυ­πα­ρίσ­σι, πού δέν λυ­γοῦ­σε καί δέν τσά­κι­ζε στούς ἀ­νέ­μους· ἡ μα­λα­κή ἀμ­μου­διά, πού στέ­γνω­νε τίς φου­σκο­θα­λασ­σι­ές.


Λί­γο με­τά τήν ἐ­κλο­γή της ὡς Κα­θη­γου­μέ­νης τῆς Ἱ­ε­ρᾶς Μο­νῆς Ἁ­γί­ου Στε­φά­νου ἕ­να ἀ­κό­μη σο­βα­ρό­τα­το πρό­βλη­μα ὑ­γεί­ας (αὐ­τό τῆς καρ­δι­ο­πά­θειας) προ­στέ­θη­κε στήν ἤ­δη ἀ­πό χρό­νια ἐ­πι­βα­ρυ­μέ­νη κα­τά­στα­ση τῆς ὑ­γεί­ας της καί ἔ­με­λε ἔ­κτο­τε σέ ὅ­λη τήν πο­ρεί­α τῆς εἰ­κο­σα­ε­τοῦς καί πλέ­ον ἡ­γου­με­νί­ας της νά ἐ­πα­λη­θεύ­ει κα­θη­με­ρι­νά τό ἁ­γι­ο­γρα­φι­κό λό­γιο «ἡ γάρ δύ­να­μίς μου ἐν ἀ­σθε­νεί­ᾳ τε­λει­οῦ­ται».


Στήν πε­ρί­πτω­ση τῆς μα­κα­ρι­στῆς μας Γε­ρόν­τισ­σας δι­α­ψεύ­στη­καν ὅ­λα τά ἀν­θρώ­πι­να προ­γνω­στι­κά καί κα­ταρ­ρί­φθη­καν ὅ­λα τά στα­τι­στι­κά. Δι­α­ψεύ­σθη­κε κά­θε ἀ­πό­πει­ρα λο­γι­κῆς ἑρ­μη­νεί­ας, προ­βλέ­ψε­ως ἤ προ­γραμ­μα­τι­σμοῦ τῆς πο­ρεί­ας της. Ἀ­πο­δεί­χθη­κε μέ τόν πιό ἀ­πό­λυ­το καί κα­τη­γο­ρη­μα­τι­κό τρό­πο ὅ­τι ὁ Θε­ός μέ­σα στήν πάν­σο­φη Οἰ­κο­νο­μί­α Του ἦ­ταν ὁ Μό­νος πού ὁ­ρί­ζει τήν ζω­ή της, ἀλ­λά καί αὐ­τή τοῦ Κοι­νο­βί­ου της ἐ­πι­βε­βαι­ώ­νον­τας, ἔ­τσι τό ἁ­γι­ο­γρα­φι­κό: «ὅ­που Θε­ός βού­λε­ται νι­κᾶ­ται φύ­σε­ως τά­ξις».


Αὐ­τό ἦ­ταν τό θέ­λη­μα τοῦ Θε­οῦ καί ἔ­τσι εὐ­δό­κη­σε, ὥ­στε ἡ νε­α­ρή μο­να­χή, πού ἐ­σπευ­σμέ­να ἐ­κά­ρη με­γα­λό­σχη­μη 45 χρό­νια πρίν (1964) γιά νά προ­λά­βει τόν ἐ­πι­κεί­με­νο θά­να­τό της, νά εἶ­ναι αὐ­τή, ἐ­πί τῆς ἡ­γου­με­νί­ας τῆς ὁποίας, πολ­λά χρό­νια ἀρ­γό­τε­ρα, ἡ γυ­ναι­κεί­α ἀ­δελ­φό­τη­τα τῆς Ἱ­ε­ρᾶς Μο­νῆς Ἁ­γί­ου Στε­φά­νου γνώ­ρισε τήν πιό λαμ­πρή πε­ρί­ο­δο ἀ­πό τήν ἵ­δρυ­σή της.

Κι αὐ­τό κα­θώς ἡ μα­κα­ρι­στή Γε­ρόν­τισ­σα μέ τήν ἐγ­κάρ­δια ἀ­γά­πη της πρός τόν Νυμ­φί­ο τῆς ψυ­χῆς της, τήν θερ­μή προ­σευ­χή της, τήν πα­ροι­μι­ώ­δη τα­πεί­νω­ση καί ἁ­πλό­τη­τά της, τήν ὑ­πα­κο­ή της, τήν πρα­ό­τη­τά της, τήν με­γά­λη ἐ­λε­η­μο­σύ­νη της προ­σείλ­κυ­σε πλού­σια τήν χά­ρη τοῦ Θε­οῦ, πού εὐ­λό­γη­σε καί ἔ­δω­σε πλού­σια καρ­πο­φο­ρί­α στό ἔρ­γο της.

Ἡ γε­μά­τη κα­λο­σύ­νη καί ἀ­γά­πη καρ­διά της τήν ἔ­κα­νε τρυ­φε­ρή καί στορ­γι­κή μη­τέ­ρα τῶν πνευ­μα­τι­κῶν της τέ­κνων. Ἡ ἀ­νε­ξι­κα­κί­α καί ἡ συγ­κα­τα­βα­τι­κό­τη­τά της ἀ­νέ­παυ­ε δο­κι­μα­ζό­με­νες καί πο­νε­μέ­νες ψυ­χές. Ἡ ἀ­φε­λό­τη­τα τῆς καρ­δί­ας της, ἡ ἁ­γνό­τη­τα καί ἡ κα­θα­ρό­τη­τα τῆς σκέ­ψε­ώς της ἐ­λά­φρυ­νε καί ἀ­πο­φόρ­τι­ζε σύν­θε­τους λο­γι­σμούς ἐκ­κο­σμι­κευ­μέ­νης βι­ο­θε­ω­ρί­ας καί ὀρ­θο­λο­γι­σμοῦ τῶν ὑ­πο­τα­κτι­κῶν της. Μέ τόν ἁ­γι­ο­πνευ­μα­τι­κό καί ἀ­να­βλύ­ζον­τα ἐκ κα­θα­ρῆς καρ­δί­ας κρυ­στάλ­λι­νο λό­γο της ἀ­πε­κά­λυ­πτε τήν κα­τά Θε­όν σο­φί­α καί ἐν ταυ­τῶ ἐ­πι­κά­λυ­πτε τήν κα­τά κό­σμον σο­φί­α καί θύ­ρα­θεν παι­δεί­α τῶν ὑ­πο­τα­κτι­κῶν της. Προ­σῆλ­θαν, ἔ­τσι, στό κοι­νό­βιό της πολ­λές νέ­ες μο­να­χές, τρι­πλα­σι­ά­ζον­τας τόν ἀ­ριθ­μό τῶν με­λῶν τῆς ἀ­δελ­φό­τη­τος.


Πα­ρό­τι ἡ ἴ­δια δέν ἔ­θε­τε ὡς πρώ­τη προ­τε­ραι­ό­τη­τα τήν ἐ­να­σχό­λη­ση μέ τά δι­οι­κη­τι­κά, στά χρό­νια τῆς ἡ­γου­με­νί­ας της ἡ Ἱ­ε­ρά Μο­νή Ἁ­γί­ου Στε­φά­νου γνώ­ρι­σε μί­α ρι­ζι­κή ἀ­να­δι­ορ­γά­νω­ση στήν ἐ­σω­τε­ρι­κή της λει­τουρ­γί­α μέ ἀ­πό­λυ­το σε­βα­σμό στούς μο­να­χι­κούς θε­σμούς καί κα­νό­νες καί μί­α κτι­το­ρι­κῶν δι­α­στά­σε­ων κτι­ρια­κή ἀ­να­συγ­κρό­τη­ση.


Στίς μο­να­χές της δί­δα­σκε τήν πα­τρο­πα­ρά­δο­τη κα­λο­γε­ρι­κή τοῦ Γε­ρον­τι­κοῦ, τοῦ Εὐ­ερ­γε­τι­νοῦ καί τῆς Κλί­μα­κος. Πα­λαι­ᾶς κο­πῆς μο­να­χή ἡ ἴ­δια, μο­να­χή τοῦ κε­λιοῦ, τῆς σι­ω­πῆς, τοῦ ἡ­συ­χα­σμοῦ καί τῆς νή­ψε­ως, τοῦ «εὐ­λό­γη­σον», τοῦ «νά ΄ναι εὐ­λο­γη­μέ­νο» καί τοῦ «συγ­χω­ρέ­στε με», ἁ­πλή καί πα­ρα­δο­σια­κή, εὐ­λα­βής, φι­λα­κό­λου­θη, ἀ­σκη­μέ­νη στήν προ­σευ­χή καί τήν εὐ­χή τοῦ Ἰ­η­σοῦ, πού αὐ­τε­νερ­γοῦ­σε στήν καρ­διά της, προ­σέ­φε­ρε ἀ­νό­θευ­το μο­να­χι­κό λό­γο καί γε­ρον­τι­κή σο­φί­α. Ἀ­γα­ποῦ­σε τόν μο­να­χι­σμό καί ἰ­δι­αί­τε­ρα τόν ἁ­γι­ο­με­τε­ω­ρί­τι­κο μο­να­χι­σμό γιά τήν δι­α­φύ­λα­ξη καί συ­νέ­χι­ση τοῦ ὁ­ποί­ου ἔ­θε­τε πάν­το­τε σέ δι­α­κο­νί­α προ­σφο­ρᾶς τήν ἀ­δελ­φό­τη­τά της.


Ἔ­τρε­φε βα­θειά εὐ­λά­βεια καί ἀ­γά­πη στόν λα­τρευ­τι­κό πλοῦ­το τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας, στήν ἀ­νό­θευ­τη ἀ­λή­θεια καί τά ἱ­ε­ρά δόγ­μα­τα τῆς ὀρ­θο­δό­ξου πί­στε­ώς μας καί ἡ ἀ­δελ­φό­τη­τά της ἔ­δι­δε πάν­το­τε ὁ­μο­λο­για­κή μαρ­τυ­ρί­α ὄν­τας κά­ποι­ες φο­ρές ἡ ὑ­πο­γρα­φή της ἡ μό­νη γυ­ναι­κεί­α ὑ­πο­γρα­φή σέ κεί­με­να πού στή­ρι­ζαν ἀ­νά­λο­γες προ­σπά­θει­ες.


Ἡ βε­βα­ρυ­μέ­νη κα­τά­στα­ση τῆς ὑ­γεί­ας της, οἱ συ­νε­χεῖς με­τα­φο­ρές της σέ πλεῖ­στα ὅ­σα νο­σο­κο­μεῖ­α, οἱ ἐ­πι­κίν­δυ­νες καί ἐ­πώ­δυ­νες ἐ­πεμ­βά­σεις στίς ὁ­ποῖ­ες κα­τά και­ρούς ὑ­πο­βαλ­λό­ταν προ­σέ­θε­ταν ἕ­να μαρ­τυ­ρι­κό καί ὁ­σια­κό χα­ρα­κτή­ρα στήν ὅ­λη βι­ο­τή της, ἀ­κό­μη καί σέ αὐ­τή τήν τε­λευ­τή της, ἀ­φοῦ ἡ προ­πομ­πή της, πού τε­λοῦ­με σή­με­ρα γί­νε­ται με­τά ἀ­πό πο­λύ με­γά­λη τα­λαι­πω­ρί­α.

Στήν διά­ρκεια τῆς τε­λευ­ταί­ας πο­λύ­μη­νης νο­ση­λεί­ας της στό Ὠ­νά­σει­ο, καί εἰ­δι­κά τίς συ­νε­χεῖς ἡ­μέ­ρες τῆς ὀ­δυ­νη­ρῆς ἀ­πο­μο­νώ­σε­ώς της στήν μο­νά­δα ἐν­τα­τι­κῆς πα­ρα­κο­λου­θή­σε­ως, ἡ μό­νη ἀ­παν­το­χή καί ἐλ­πί­δα της ἦ­ταν ἡ ἀ­δι­ά­λει­πτη νο­ε­ρά εὐ­χή τοῦ Ἰ­η­σοῦ, πού αὐ­τε­νερ­γοῦ­σε στήν καρ­διά της. Τό γε­γο­νός αὐ­τό, σύμ­φω­να μέ τά πα­τε­ρι­κά, εἶ­ναι ση­μεῖ­ο ἀ­να­γεν­νή­σε­ως τοῦ ἀν­θρώ­που, δεῖγ­μα ὅ­τι ὁ προ­σευ­χό­με­νος καρ­δια­κά εἶ­ναι Να­ός τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος.

Τό συ­νε­χές μαρ­τύ­ριο τῶν ἀ­σθε­νει­ῶν της τό ἀν­τι­με­τώ­πι­ζε μέ πε­ρισ­σή ὑ­πο­μο­νή καί καρ­τε­ρι­κό­τη­τα, χω­ρίς γογ­γυ­σμό καί πα­ρά­πο­νο, χω­ρίς δυ­σα­να­σχέ­τη­ση καί προ­παν­τός χω­ρίς νά ρω­τή­σει πο­τέ τόν Θε­ό «για­τί» ὅ­λες αὐ­τές οἱ τα­λαι­πω­ρί­ες. Ἀν­τι­θέ­τως πάν­το­τε εὐ­χα­ρι­στοῦ­σε ἐκ βά­θους καρ­δί­ας τόν Θε­ό, μέ συ­νε­χή, ἔν­το­νη καί ἐν­συ­νεί­δη­τη δο­ξο­λο­γί­α.


Οἱ δια­ρκεῖς ἀ­σθέ­νει­ές της ἐ­νί­σχυ­αν ἀ­κό­μη πε­ρισ­σό­τε­ρο τήν μνή­μη θα­νά­του, πού πρέ­πει νά δι­α­κα­τέ­χει κά­θε μο­να­χό καί κά­θε πι­στό καί τήν ἕ­νω­ναν πε­ρισ­σό­τε­ρο, ἀ­πό αὐ­τήν ἀ­κό­μη τήν ζω­ή, μέ τήν ὄν­τως ζω­ή, τήν ἀ­λη­θι­νή καί αἰ­ώ­νιο. Μέ αὐ­τήν πού εἶ­ναι ὁ μό­νι­μος προ­ο­ρι­σμός καί στό­χος ὅ­λων μας, ἀ­φοῦ κα­τά τόν Ἱ­ε­ρό Χρυ­σό­στο­μο δέν εἴ­μα­στε πο­λί­τες ἀλ­λά ὁ­δί­τες σ’ αὐ­τή τήν ἐ­πί­γει­ο ζω­ή.


Ὁ­δί­τες πού πο­ρευ­ό­μα­στε δια­ρκῶς πρός τήν οὐ­ρά­νιο Πα­τρί­δα μας. Πο­λί­της αὐ­τῆς τῆς Πα­τρί­δος εἶ­ναι τώ­ρα ἡ μα­κα­ρι­στή μας Γε­ρόν­τισ­σα. Τῆς Πα­τρί­δος πού τό­σο ἀ­γά­πη­σε καί πού τό­σο πό­θη­σε ἡ ψυ­χή της νά πο­ρευ­θεῖ, ἀ­φοῦ ἀ­φι­έ­ρω­σε τήν ζω­ή της στό Χρι­στό συγ­κα­τα­λε­γό­με­νη μέ «τούς τραυ­μα­τί­ες τοῦ θεί­ου Νυμ­φί­ου» καί ἦ­ταν πάν­το­τε νο­σταλ­γός τοῦ αἰ­ω­νί­ου Πά­σχα, τό ὁ­ποῖ­ο τώ­ρα εὐ­φραι­νό­με­νη ἀ­πο­λαμ­βά­νει.


Θά θέ­λα­με, κα­τα­κλεί­ον­τας, νά εὐ­χα­ρι­στή­σου­με καί ἐ­μεῖς ἀ­πό τήν πλευ­ρά μας τόν Σε­βα­σμι­ώ­τα­το Ποι­με­νάρ­χη μας γιά τήν ἀ­γά­πη του πρός τήν μα­κα­ρι­στή Γε­ρόν­τισ­σα καί ὅ­λους τούς πα­ρευ­ρι­σκο­μέ­νους Ἁ­γί­ους Ἀρ­χι­ε­ρεῖς, πού τι­μοῦν μέ τήν πα­ρου­σί­α τους τήν μα­κα­ρι­στή Γε­ρόν­τισ­σά μας καί εὔ­χον­ται γιά τήν ἀ­νά­παυ­ση τῆς ψυ­χῆς της, κα­θώς καί τό πλῆ­θος τῶν κλη­ρι­κῶν, μο­να­χῶν καί λα­ϊ­κῶν.

  

O Μητρ.Γλυφάδας, τελεί Τρισάγιο
Ἰ­δι­αι­τέ­ρως δέ θά θέ­λα­με νά εὐ­χα­ρι­στή­σου­με τόν Σε­βα­σμι­ώ­τα­το Μη­τρο­πο­λί­τη Γλυ­φά­δας κ. Παῦ­λο, ὁ ὁ­ποῖ­ος στά­θη­κε ἕ­νας ἀ­λη­θι­νός φύ­λα­κας ἄγ­γε­λος γιά τήν μα­κα­ρι­στή Γε­ρόν­τισ­σα κα­θ’ ὅ­λη τήν διά­ρκεια τῆς τε­λευ­ταί­ας καί πιό κρί­σι­μης πε­ρι­πέ­τειας τῆς ὑ­γεί­ας της καί τήν ἐ­πί μῆ­νες νο­ση­λεί­α της καί πα­ρα­μο­νή της στήν Ἀ­θή­να τό τε­λευ­ταῖ­ο ἑ­ξά­μη­νο μέ­χρι καί τήν  χθε­σι­νή προ­ε­τοι­μα­σί­α τοῦ σκη­νώ­μα­τός της.

Εὐ­χα­ρι­στοῦ­με, ἐ­πί­σης, τόν Σε­βα­σμι­ώ­τα­το Μη­τρο­πο­λί­τη Ναυ­πά­κτου κ. Ἱ­ε­ρό­θε­ο, πού πα­ρά τήν με­γά­λη ἐ­πι­θυ­μί­α του νά πα­ρευ­ρί­σκε­ται ἐ­δῶ σή­με­ρα δέν κα­τέ­στη δυ­να­τόν λό­γῳ ἀ­νει­λημ­μέ­νων ὑ­πο­χρε­ώ­σε­ών του, ὁ ὁ­ποῖ­ος κα­τά τό ἵ­διο δι­ά­στη­μα στή­ρι­ξε ποι­κι­λο­τρό­πως τήν μα­κα­ρι­στή γε­ρόν­τισ­σα, τίς ἀ­δελ­φές πού τήν δι­α­κο­νοῦ­σαν, ὅ­λη τήν ἀ­δελ­φό­τη­τα καί ἐ­μᾶς προ­σω­πι­κῶς, κυ­ρί­ως μέ τήν ἀ­πο­στο­λή πα­ρη­γο­ρη­τι­κῶν καί ἐ­νι­σχυ­τι­κῶν ἐ­πι­στο­λῶν ὑ­ψη­λοῦ θε­ο­λο­γι­κοῦ πε­ρι­ε­χο­μέ­νου καί ἔμ­πλε­ων Πνεύ­μα­τος Ἁ­γί­ου. Τῆς ση­μαν­τι­κό­τα­της συμ­βο­λῆς καί τῶν δύ­ο ὡς ἄ­νω Ἀρ­χι­ε­ρέ­ων εἴ­μα­στε μάρ­τυ­ρες καί πάν­τως εὐ­γνώ­μο­νες.


Σε­πτή καί σε­βα­στή μας Γε­ρόν­τισ­σα Ἀ­γά­θη, ὅ­σοι πα­ρευ­ρι­σκό­μα­στε τού­τη τήν ὥ­ρα στό Κα­θο­λι­κό τῆς Ἱ­ε­ρᾶς Μο­νῆς σου θά προ­πέμ­ψου­με λι­τα­νεύ­ον­τες τό τί­μιον Σκή­νω­μά σου στόν τό­πον τῆς ἐν γῆ ἀ­να­παύ­σε­ώς σου μέ ὕ­μνους, ὤ­δές καί δο­ξο­λο­γί­ες πρός τόν Τρι­α­δι­κό Θε­ό μας, εὐ­χό­με­νοι νά ἀ­να­παύ­σει, διά πρε­σβει­ῶν τῶν προ­στα­τῶν τῆς Ἱ­ε­ρᾶς Μο­νῆς σου, Ἁ­γί­ου Πρω­το­μάρ­τυ­ρος καί Ἀρ­χι­δι­α­κό­νου Στε­φά­νου καί τοῦ Ἁ­γί­ου Ἱ­ε­ρο­μάρ­τυ­ρος Χα­ρα­λάμ­πους τοῦ θαυ­μα­τουρ­γοῦ, κα­θώς καί τῶν κτι­τό­ρων, ὁ­σί­ων Ἀν­τω­νί­ου καί Φι­λο­θέ­ου τῶν Με­τε­ω­ρι­τῶν, τήν κα­θα­ρή ψυ­χή σου «ἐν χώ­ρᾳ ζών­των καί ἐν σκη­ναῖς δι­καί­ων». Αἰ­ω­νί­α σου ἡ μνή­μη.



Ἐνημέρωση π. Ἀντώνιος Χρήστου 

http://anavaseis.blogspot.com/2011/05/blog-post_04.html 

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Τα σχόλιά σας είναι ευπρόσδεκτα όταν διατυπώνονται με ευπρέπεια και ευγένεια.