Δευτέρα, 21 Ιουνίου 2010

ΚΡΙΤΙΚΗ ΣΤΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΜΗΤΡ.ΖΗΖΙΟΥΛΑ: Η ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΑΠΟΤΥΧΗΜΕΝΗ!







ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΣ Ή ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ;

Η ΚΡΙΣΗ ΤΗΣ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ ΤΟΥ ΙΩ. ΖΗΖΙΟΥΛΑ



ΜΕΓΑ Λ. ΦΑΡΑΝΤΟΥ

Εις τα επόμενα ασχολούμαι με την παρουσίαση και την κριτική θεώρηση των θεολογικών ιδεών και απόψεων του Μητροπολίτου Περγάμου και καθηγητού κ. Ιωάννου Ζηζιούλα , όπως αυτές εκτίθενται εις το προσφάτως δημοσιευθέν βιβλίο του: «Η κτίση ως ευχαριστία, θεολογική προσέγγιση στο πρόβλημα της Οικολογίας», Αθήνα 1992.

Έναντι του θεοκεντρικού χαρακτήρος της «παραδοσιακής» ορθοδόξου δογματικής θεολογίας, ήτις θεολογεί με αφετηρία και βάση την εν Ιησού Χριστώ θεία αποκάλυψη, όπως αυτή βιώνεται και διδάσκεται υπό της Ορθόδοξου Εκκλησίας, παρουσιάζει η εις το ως άνω βιβλίο του θεολογία του κ. Ζηζιούλα (εφεξής : κ. Ζ.) εμφανή την απόκλιση προς ένα ανθρωποκεντρισμό.

Ενταύθα πρόκειται ουχί περί επί μέρους επιδράσεων εκ της δυτικής θεολογίας, τις οποίες συναποκομίζει πας ορθόδοξος θεολόγος, θητεύσας εις τας θεολογικάς σχολάς της Δύσεως, αλλά περί ενός νέου τρόπου του θεολογείν στο χώρο της ορθοδόξου δογματικής θεολογίας, με ισχυρά τη ροπή προς την φυσική, τ.έ. την φιλοσοφική, θεολογία, όστις, εκρίθη σκόπιμο να καταστεί γνωστός ευρύτερο, προς θεολογική συζήτησιν, αντιπαράθεση και αξιολόγηση, και ένταξη εκεί, ένθα ανήκει, δεδομένου ότι απηχεί απόψεις ενός ουχί τυχαίου Έλληνος ορθοδόξου θεολόγου και επισκόπου.

Οι εντός παρενθέσεως αριθμοί παραπέμπουν εις το ως άνω βιβλίο του κ. Ζ., για δε τις υπογραμμίσεις, επειδή δεν κατέστη δυνατόν να τηρηθεί η δέουσα τάξη, παρακαλώ τον αναγνώστη, όπως ανατρέχει στο κείμενο προς επαλήθευση. Οι τίτλοι των περιεχομένων της δικής μου εργασίας έχουν ως ακολούθως:



Η Ορθοδοξία: μια μαρτυρία αποτυχημένη

Ο κ. Ζηζιούλας σπανίως διακρίνει ιδιαιτερότητας εντός του Χριστιανισμού, όπως π.χ. Ορθόδοξον Εκκλησίαν ή θεολογίαν, λατινικήν ή προτεσταντικήν εκκλησίαν ή θεολογίαν κλπ. Συνήθως ομιλεί περί χριστιανικής εκκλησίας, θεολογίας, παραδόσεως κλπ. Το εν σ. 57 περί Δυτικής Εκ­κλησίας αναφέρεται μόνον εις το ελληνικόν κείμενον, ενώ εις το αγγλικόν υπάρχει: the church. Ειδικώτερον περί Ορ­θοδοξίας αναφέρεται μόνον εις το πρώτον κείμενον, το και παλαιότερον (1967), του βιβλίου του...

Εις το βιβλίον του κ. Ζ.: Η κτίση ως ευχαριστία, προ­βάλλονται δύο θεωρίαι περί Χριστιανισμού: η μεν πρώτη αναφέρεται εις την προέλευσιν αυτού, η δε δευτέρα εις την έκπτωσιν.

1. Τον Χριστιανισμόν δέχεται ο κ. Ζ. ως σύνθεση των δύο πολιτισμών που επεκράτησαν, κατά την εποχήν της εμφανίσεώς του, ήτοι του Ιουδαϊκού και του ελληνι­κού πολιτισμού ... ο κλασσικός Χριστιανισμός πήρε μορφή στα πλαίσια και ίσως κάτω από την επιρροή δύο πολιτισμών που έπεκράτησαν, ήτοι του Ιουδαϊκού πολιτισμού, που απετέλεσε την αφετηρία του Χριστιανι­σμού, και εκ του οποίου παρέλαβε την προφητείαν, και του ελληνικού πολιτισμού, εκ του οποίου παρέλαβε το κοσμολογικό ενδιαφέρον, ή την κοσμολογίαν.

Εκ του συνδυασμού των δύο τούτων στοιχείων, που παίρνει αργότερα η Εκκλησία και αναπτύσσει περισ­σότερο, προέκυψεν ένας νέος τύπος προφητείας: η κο­σμολογική προφητεία, καθώς και η ευχαριστιακή κοσμολο­γία, ήτοι η θεία Ευχαριστία. Οι δυο πολιτισμοί (ούτοι) βρίσκονται στις ρίζες του Χριστιανισμού, η (δε) πρώτη Εκκλησία είχε να συνδυάσει δύο απόψεις: την ιουδαϊκήν και την ελληνικήν. Ακριβώς από το συνδυασμό αυτόν ο αρχαίος Χριστιανισμός ανέπτυξε την ευχαριστιακή κο­σμολογία, η οποία, σαν την κοσμολογική προφητεία, θεω­ρεί τον κόσμο... κλπ. Η θεία Ευχαριστία, λοιπόν, αποτελεί συνδυασμόν δύο τινών: του κοσμολογικού ενδιαφέροντος του ελληνικού πολιτισμού: Η κοσμολογία ήταν το επίκεν­τρο των ενδιαφερόντων των Ελλήνων φιλοσόφων, και της προφητείας του ιουδαϊκού πολιτισμού, διο και οι πρώ­τες ευχαριστιακές ευχές της Εκκλησίας γράφτηκαν σύμφωνα με την τυπικά ιουδαϊκή λειτουργική παράδοση. Συνοψίζον­τας μπορούμε να πούμε ότι η κοσμολογική προφητεία και η ευχαριστιακή κοσμολογία,... προέκυψαν από τη σύν­θεση της ελληνικής με την εβραϊκή σκέψη στο έδα­φος του Χριστιανισμού (47 - 51).

Ο Χριστιανισμός δηλ. αποτελεί σύνθεση και συν­δυασμόν θετικών μεν, αλλά ξένων και ετερόκλιτων στοι­χείων δύο πολιτισμών, που επεκράτησαν, ή με άλλα λόγια: ο Χριστιανισμός είναι σύνθεση οθνείων θρησκευτικο-φιλοσοφικών ιδεών, δηλ. φαινόμενον θρησκευτικού συγκρητισμού.

Ότι δε αποδέχεται ο κ. Ζ. την θεωρίαν ταύτην ενισχύ­εται τούτο και εκ δύο άλλων διαπιστώσεων: Εις το βιβλίον του ουδεμίαν μνείαν ποιείται της ιδρύσεως του Μυστη­ρίου της Θείας Ευχαριστίας υπό του Ιησού Χριστού, ή άλλων, σχετικών, αναφορών της Καινής Διαθήκης, και το κυριώτερον: Ουδεμίαν αναφοράν κάμνει εις το μυστήριον της σαρκώσεως ή της ενανθρωπήσεως του Υιού και Λόγου του Θεού: ο Λόγος σαρξ έγένετο, δια του οποίου θεμελι­ούται το μοναδικον και ανεπανάληπτον του Χριστιανι­σμού ως θρησκευτικού γεγονότος εις την ιστορίαν της ανθρωπότητος.

Εκπλήσσει, όντως, η διαπίστωσις αυτή, ότι δηλ. ο κ. Ζ. εις ολόκληρον το βιβλίον του, ουδέ απλήν αναφοράν κάμνει εις το θεμελιώδες τούτο θαύμα της χριστιανικής πί­στεως, ήτοι εις την σάρκωσιν του Υιού του Θεού, εάν σκεφθεί τις, ότι, άνευ του γεγονότος τούτου, δια του οποίου έλαβε χώραν η πρόσληψις και η θέωσις του ανθρωπίνου και, κατ' ακολουθίαν, συνόλου της κτιστής φύσεως, είναι αδύνα­τος πας περί οικολογίας λόγος, τουλάχιστον εξ επόψεως της ορθοδόξου θεολογίας. Διατί, άραγε, αποφεύγει τόσον επι­μελώς ο κ. Ζ. να αναφερθεί εις το γεγονός της ενανθρωπήσε­ως του Υιού του Θεού; -Απλούστατα: διότι απορρίπτει το θαύμα, όπως θα ιδώμεν εις τα επόμενα, η δε σάρκωσις του θείου Λόγου αποτελεί το κατ' εξοχήν θαύμα του χριστια­νικού Ευαγγελίου: ότε ήλθε το πλήρωμα του χρόνου εξαπέστειλεν ο Θεός τον Υιόν Αυτού, γενόμενον εκ γυναικός....

Εν γένει εις το βιβλίον του ο κ. Ζ. αποφεύγει να ανα­φερθεί εις την θείαν φύσιν και ιδιότητα του Ιησού Χρι­στού. Εις δύο, λίαν συντόμους αναφοράς του εξαίρει τον Ιησούν Χριστόν, ως τον κατ' εξοχήν Άνθρωπο, ως τον άνθρωπο, τον ενωμένο με το Θεό, τον θεοποιημένο. Ο Ιησούς Χριστός είναι το πρότυπο (model, εις το αγγλικόν κείμενον) της σωστής σχέσεως του ανθρώπου προς το φυσικό κόσμο, ενώ παραθεωρείται εμφανώς η κά­θετος ιδιότης του Ιησού Χριστού, ως του Σωτήρος, του Λυτρωτού του κόσμου: Θεός ην εν Χριστώ, κόσμον καταλλάσσων Εαυτώ (Β' Κορ. 5, 19), και εξαίρεται η οριζόν­τια αρετή Αυτού, ο ανθρωπισμός του: το πρότυπο της σωστής σχέσεως του ανθρώπου προς το φυσικό κόσμο. Δια τους ανωτέρω δε λόγους, φρονώ, ότι ο κ. Ζ. ουχί τυχαίως ή εκ παραδρομής θεωρεί, ότι ο Χριστιανισμός προέκυψεν από τη σύνθεση της ελληνικής με την εβραϊκή σκέψη.

2. Η δευτέρα περί Χριστιανισμού θεωρία του κ. Ζ. αναφέρεται εις την έκπτωσιν αυτού εκ του πρωταρχικού του περιεχομένου. Εδώ αντιγράφει την περί καθολικοποιήσεως του Χριστιανισμού προτεσταντικήν θεωρίαν, κατά την οποίαν ο Χριστιανισμός, μετά μικράν τίνα περίοδον γνη­σίου βίου του, εξεφυλίσθη και εξέπεσεν εκ της αρχικής γνησιότητας του, τούθ' όπερ συνέβη ήδη κατά τους χρόνους της Καινής Διαθήκης, εντεύθεν και ο Λούθηρος ηναγκάσθη να απορρίψει εκ του κανόνος αυτής τας λεγομένας καθολι­κώς επιστολάς, ως νόθας, αλλά και τινα άλλα κείμενα αυτής.

Η θεωρία, όμως, του κ. Ζ. εμφανίζει μίαν παραλλαγήν έναντι της ανωτέρω θεωρίας: Ο κ. Ζ. πρεσβεύει, ότι η Εκ­κλησία εξέπεσε και διεστράφη, λίαν ενωρίς, ουχί εκ πρωτογενών, χριστιανικών, στοιχείων, όπως δοξάζει η προ­τεσταντική περί εκπτώσεως του Χριστιανισμού θεωρία, άλλ' εκ θετικών μεν, αλλά ξένων διδασκαλιών, τας οποίας είχε προσλάβει εκ των δύο πολιτισμών, δηλ. του ιουδαϊκού και του ελληνικού. Κυρίως η αρχαία Εκκλησία απώλεσεν εκ νέου εκ της θείας Ευχαριστίας το κοσμολογικών ενδιαφέρον, ήτοι το ενδιαφέρον περί της σπουδαιότητας και της αιώνιας α­ξίας του υλικού κόσμου, το όποιον είχεν αφομοιώσει εκ του Ελληνισμού: στον αρχαίο Χριστιανισμό η κοσμολο­γία και το ενδιαφέρον για τη φύση κατείχαν κεντρική θέση στην εκκλησιαστική συνείδηση. Αλλά το ενδιαφέρον τούτο απωλέσθη μετά τους πρώτους δύο ή τρεις αιώνες! -Με τι αντικατεστάθη; -Το ενδιαφέρον της μεταγενεστέρας Εκκλησίας απερρόφησεν η θεία Ευχαριστία, ως θυσία, ως μια τελετή αναμνήσεως της θυσίας του Χριστού.

Αφήνομεν, όμως, τον κ. Ζ. να ομιλήσει, δι' όσων ούτος γράφει: Η γνησιότης της ζωής της Εκκλησίας αφορά στους πρώτους δύο ή τρεις αιώνες της χριστιανικής περιόδου. Τα πράγματα όμως φαίνεται ν' αλλάζουν βαθμιαία, και η Εκ­κλησία σιγά - σιγά οδηγήθηκε σε μια σοβαρή αλλαγή συν­ειδήσεως σε ό,τι αφορά στις σχέσεις ανάμεσα στον άνθρωπο και τη φύση. Τα αποφασιστικά βήματα σ' αυτή την εξέλιξη μπορούν να περιγραφούν πολύ περιληπτικά ως εξής: 1. Η ισχυρή επίδραση του πλατωνικού και του γνωστικού τρόπου σκέψεως κατά το δεύτερο και τρίτο αιώνα είχε σαν αποτέλε­σμα να υποτιμηθεί η σημασία του υλικού κόσμου... Οπως είδομεν: στον αρχαίο Χριστιανισμό η κοσμολογία και το ενδιαφέρον για τη φύση κατείχαν κεντρική θέση στην εκκλησιαστική συνείδηση, ενώ αργότερον: Η Εκκλη­σία έχανε έτσι βαθμιαία τη συναίσθηση της σπουδαιότητας και της αιώνιας αξίας του υλικού κόσμου, και αυτό ήταν ι­διαίτερα φανερό στον τρόπο, με τον οποίο αντιμετώπιζε τα ιερά μυστήρια και ιδιαίτερα τη θεία Ευχαριστία. Αντί να είναι η Ευχαριστία μία ευλογία του υλικού κόσμου,... η Ευχα­ριστία, πολύ γρήγορα έγινε βασικά μια τελετή αναμνήσεως της θυσίας του Χριστού και ένα μέσο χάριτος για την πνευ­ματική τροφή της ψυχής.

Εδώ, εφιστάται η προσοχή εις τας λέξεις και τας φρά­σεις, δια των οποίων ο κ. Ζ. σημειώνει την σοβαρή αλ­λαγή συνειδήσεως της Εκκλησίας, όπως: μετά τους πρώτους δύο ή τρεις αιώνες, τα πράγματα αλλάζουν βαθμιαία, και η Εκκλησία σιγά - σιγά οδηγήθηκε σε μια σοβαρή αλλαγή σννειδήσεως... Τα αποφασιστικά βήματα σ' αυτή την εξέλιξη,... η ισχυρή επίδραση του πλατωνικού και του γνωστικού τρόπου σκέψεως..., να υποτιμηθεί, η Εκκλησία έχανε βαθμιαία τη συν­αίσθηση..., διο και ουχί ορθώς αντιμετώπιζε τα Ιερά μυ­στήρια και ιδιαίτερα τη θεία Ευχαριστία. Αντί να είναι η Ευχαριστία..., πολύ γρήγορα έγινε.... Ο αναγνώστης αντιλαμβάνεται, ασφαλώς, δια ποίον ισχύει η κριτική αυτή και η σοβαρή αλλαγή συνειδήσεως: ουχί δια τινα θεολόγον, αλλά δι' αυτήν ταύτην την Εκκλησίαν, την Αγίαν, Καθολικήν και Αποστολικήν Εκκλησίαν!

Ακολουθεί η κατά της Εκκλησίας και της θεολογίας της κριτική υπό του κ. Ζ.: Η χριστιανική Εκκλησία και η θεολογία της υπήρξαν σε μεγάλο βαθμό υπεύθυνες για την εμφάνιση του οικολογικού προβλήματος στην εποχή μας, και έχουν με κάποιο τρόπο οδηγήσει τον κόσμο στην πα­ρούσα κρίση του. Η θεολογία και η Εκκλησία συνέβαλαν αποφασιστικά... στην ανθρωποκεντρική και λογικοκρατούμενη αντίληψη του κόσμου. Η χρι­στιανική θεολογία στην εποχή μας έχει δει αρνητικά τον πολιτισμό, την επιστήμη κ.λπ., και, παρά ταύτα, εί­ναι συνυπεύθυνη με την επιστήμη και την τεχνολογία για το οικολογικό μας πρόβλημα.

Στην κατάσταση αύτη η Ορθοδοξία παρουσιάζεται σαν μια μαρτυρία αποτυχημένη θεολογικά... Αν η Ορθο­δοξία το συνειδητοποιήσει αυτό, ίσως φτάσει έγκαιρα σε αναθεωρήσεις θεολογικές, και λάβει μέτρα πρακτικά, έτσι ώστε να σώσει τον εαυτό της... Ποία είναι τα κακώς κείμενα εις την Ορθοδοξίαν; -Εν πρώτοις η υπ' Αυτής διδασκόμενη ηθική. Η θεολογική παράδοση μας έ­χει μετατρέψει την ηθική σε σύστημα κανόνων συμπεριφο­ράς. Οι ηθικές αξίες της έχουν γίνει για τον άνθρωπο μια φυλακή, αποτελούσαι ασφυκτικά ηθικά κατασκευάσματα. Εκ του λόγου δε τούτου, ο σύγχρο­νος άνθρωπος φαίνεται ν' αποτινάζει με αγανάκτηση τους ηθικούς κανόνες, που του έχει επιβάλει η παράδοση ενός χρι­στιανικού πολιτισμού για αιώνες τώρα. Ο κόσμος σήμερα δεν χρειάζεται ηθική· ημείς δε καταφεύγουμε σε ορθολογικά και ηθικά κηρύγματα για να πείσουμε τον κόσμο και αποτυγχάνουμε... η φωνή των χριστιανών πέφτει στο κενό.

Αλλά και η δογματική διδασκαλία της Εκκλησίας θα πρέπει να αναθεωρηθεί: Χρησιμοποιούμε τα δογματικά κηρύγματα και δεν ακουγόμαστε. Η περί Θεού διδα­σκαλία, όπως λαμβάνει χώραν στη θεολογική παράδοση που δώσαμε, έβλαψε το σύγχρονο άνθρωπο: τον διχοτόμησε και τον έκανε σχιζοφρενικό, διότι τον τοποθέτησε σε σχή­ματα δυαλιστικά, ένεκα διαχωρισμού ανάμεσα στο φυ­σικό και το υπερφυσικό. Η χριστιανική θεολογία ο­μιλεί μια εσωτερική γλώσσα, που κατανοείται αποκλει­στικά από ανθρώπους των αυτών δογματικών πεποιθήσε­ων . Ο νεώτερος άνθρωπος φέρνει επίσης -από τη θεολογική παράδοση αιώνων- το άγχος της διχοτομήσεώς του σε σώμα και ψυχή, σε πνεύμα και ύλη, ανάμεσα στα ιερά και τα εγκόσμια, ανάμεσα στο φυσικό και το υπερφυσικό. Η παράδοση μας... ζει κάτω από το βά­ρος της διχοτομήσεως του κόσμου σε άγιο και σε κοσμικό, ... κατά τρόπο που του δημιουργεί το δίλημμα εκλογής ανάμεσα στα δύο, ήτοι τί να διαλέξει ανάμε­σα στις αντιθέσεις που του δώσαμε. Η παράδοση αυ­τή ήταν για το παρελθόν ο τρόπος της σκέψεως του άνθρω­που, αλλά μετά την νέα θεώρηση της ζωής που αναπτύχθη­κε με τη νεώτερη επιστήμη και φιλοσοφία, όλα αυτά τα σχή­ματα κατέπεσαν. Αφού, λοιπόν, ο σύγχρονος άνθρω­πος δεν συλλαμβάνει πλέον το υπερφυσικό, θα πρέπει και η Εκκλησία, δια να εκσυγχρονισθεί, να κηρύξει ένα θεολο­γικός Μονισμόν μέχρι ταυτισμού της ουράνιας με την επί­γεια πραγματικότητα: δεν υπάρχει φυσικό και υπερφυσικό! Επίσης οφείλει να απορρίψει πάσαν διάκρισιν σε άγιο και σε κοσμικό, ήτοι να κηρύξει ένα αθρησκευτικόν και εκκοσμικευμένον Χριστιανισμό, συμφώνως προς το πνεύμα των προτεσταντών θεολόγων της Διαλεκτικής θεολο­γίας, όπως π.χ. Κ. Barth, Fr. Gogarten, D. Bonhoeffer κλπ.

Ο κ. Ζ. ασκεί αυστηράν κριτικήν και δια τα κακώς κείμενα εντός του χώρου της Ορθοδόξου Εκκλησίας και ειδικώτερον εντός του λατρευτικού χώρου Αυτής: η έλλει­ψη λειτουργικής αγωγής δεν επέτρεψε να συνειδητοποιηθεί ούτε από τους Ορθοδόξους... η ευχαριστιακή θεώρηση του κόσμου και της Ιστορίας, που εμπεριέχεται στην Ορθόδοξη λειτουργική ζωή. Η χριστιανική Ανατολή θρησκεύει ασυνείδητα μάλλον ...η έννοια της Ευχαρι­στίας έχει πολύ παρεξηγηθεί και διαστραφεί, κυρίως από την εποχή του Σχολαστικισμού. Η χρησιμοποίησή της με το αρχαίο πατερικό Ορθόδοξο περιεχόμενο της, δεν γί­νεται πλέον. Η Ευχαριστία έχει συνδεθεί στη συνείδηση μας με μια εκδήλωση ευσεβισμού, ο οποίος την θεωρεί σαν αντικείμενο, σαν πράγμα και σαν μέσο εκδηλώσεως της ευσέβειας μας ή εξυπηρετήσεως της σωτηρίας μας, ήτοι ως ένα μέσο χάριτος για την πνευματική τροφή της ψυ­χής , ενώ αύτη είναι καθαρά και απλά Αναφορά ή Ευχαριστία.

Ναι: δεν υπάρχει πια ορθή τέλεσις της θείας Ευχαριστίας: η Ευχαριστία είναι σύναξη και κοινωνία. Η κοινωνία αυτή,... δεν υπάρχει πια. Τη διέλυσεν η ευσεβιστική ατομοκρατία μας. Ουχί δε μόνον της θείας Ευχαριστίας, αλλά και όλων των άλλων Μυστη­ρίων η έννοια έχει πολύ παρεξηγηθεί και διαστραφεί, ήτοι δεν γίνεται η χρησιμοποίησή των με το αρχαίο πατερικό Ορθόδοξο περιεχόμενο των, αφού η αρχαία Εκκλησία δεν είχε τη μεταγενέστερη αυτη Αντίληψη για τα μυστήρια, αλλά μιλούσε για ένα και μόνο μυστήριο, το μυστήριο του Χριστού. Τέλος, η χριστιανική παράδοσή μας ακόμη και μέσα στην Εκκλησία έβλαψεν, αντί να ωφελήσει τον άνθρωπον, αφού και μέσα στην Εκκλησία συχνά τον έβλεπαν είτε μέσα από το πρίσμα της ατομοκρατίας είτε από το πρίσμα της συλλογικότητας.

Ακόμη και η βυ­ζαντινή τέχνη της Ορθοδόξου Εκκλησίας αποτελεί στόχον κριτικής υπό του κ. Ζ.: Οι νοσταλγικές φωνές μιας επανόδου στους βυζαντινούς τύπους της τέχνης έχουν πληθυνθεί σήμερα ανάμεσα στους Ορθοδόξους. Δεν έχουμε την πρόθεση εδώ να προσφέρουμε υποστήριξη σε παρόμοιες φωνές. Με τι θα πρέπει, λοιπόν, να αντικαταστήσομε την βυζαντι­νήν τέχνην (εικόνας, αρχιτεκτονική ν των ναών κλπ.) εις την Ορθόδοξον Εκκλησίαν;

Στην κατάσταση αυτή η Ορθοδοξία παρουσιάζεται σαν μια μαρτυρία αποτυχημένη, ουχί μόνον θεολογικά, αλλά και εις όλους τους άλλους τομείς, και αν η Ορθοδοξία (δεν) το συνειδητοποιήσει αυτό, δεν θα μπορέσει να σώσει τον εαυτό της. Η θεολογία και η Εκκλησία περιθωριοποιήθηκαν στη δυτική κοινωνία μας και έγιναν ανίκανες τόσο να βλάψουν(!) όσο και να ωφελήσουν το σύγ­χρονο πολιτισμό. Η Εκκλησία και η θεολογία, αν θέλουν να φανούν χρήσιμες, θα πρέπει να βρουν κα­λύτερους τρόπους να αντιδράσουν στο σύγχρονο πολιτισμό. Διαφορετικά κινδυνεύουν να φανούν άσχετες και ανίκανες να εφαρμόσουν αυτό που ισχυρίζονται( !) ότι έχουν, την Αλήθεια. Το αίτημα του κ. Ζ. είναι το ακόλουθον: τα αρχαία παρήλθεν (Β' Κορ. 5, 17): Χρεια­ζόμαστε ένα νέο πολιτισμό, με την Ιδέα - κλειδί: ο Ανθρω­πος ως ιερέας της Δημιουργίας.

Συνοψίζω και επαναλαμβάνω τας βασικάς θέσεις του κ. Ζηζιούλα, εν αναφορά προς την Ορθόδοξον Εκκλησίαν: Ο Χριστιανισμός είναι συνδυασμός και σύνθεση της ελληνικής με την εβραϊκή σκέψη. Μετά τους πρώτους δύο ή τρεις αιώνες της χριστιανικής περιόδου η Εκκλησία εξέπεσε και διεστράφη, χρησιμοποιεί δε την βαρυτάτην φράσιν της μαρξιστικής θεωρίας: η Εκκλησία σιγά - σιγά οδηγήθηκε σε μια σοβαρή αλλαγή συνειδήσεως, όπερ ισοδυ­ναμεί προς το: εξεφυλίσθη και διεφθάρη τελείως. Η έννοια της Ευχαριστίας έχει πολύ παρεξηγηθεί και διαστραφεί. Οι ηθικές αξίες είναι ασφυκτικά ηθικά κατασκευάσματα και μια φυλακή. Η θεολογία είναι ένα εσωτερικό ghetto με ανθρώπους, που ισχυρίζονται ότι έχουν την Αλήθεια, και είναι των αυτών δογματικών πεποιθήσεων. Η διάκρισις της παραδοσιακής θεολογίας ανάμεσα στο φυσικό και το υπερφυσικό έκανε το σύγχρονο άνθρωπο σχιζοφρενικό. Συμφώνως προς την μαρξιστικήν θεωρίαν πε­ρί σοβαρής αλλαγής συνειδήσεως της Εκκλησίας, ήτοι περί τελείας διαφθοράς της εκκλησιαστικής συνειδήσεως, ο άνθρωπος κακοποιείται και μέσα στην Εκκλησία, με άλλα λόγια: εις την Εκκλησίαν ο άνθρωπος δεν σώζεται, αλλά αλλοτριώνεται.

Συναφείς προς τα ανωτέρω αι ακόλουθοι παρατη­ρήσεις:

*
1. Εδώ έχομεν πλήρη απόρριψιν αυτής ταύ­της της Μιας Αγίας Καθολικής και Αποστολικής Εκ­κλησίας των Ορθοδόξων και των ηθικο-δογματικών Αυτής περιεχομένων. Ουδεμία δέσμευσις υπεμφαίνεται εις την αυθεντίαν της Εκκλησίας, εις τας αλάθητους δογματικάς αποφάνσεις των Οικουμενικών συνόδων, αι οποίαι ουδαμού μνημονεύονται, ως συγκληθείσαι μετά τους πρώτους δύο ή τρεις αιώνες της χριστιανικής περιόδου κλπ.!
*
2. Το είδος τούτο της αρνητικής κριτικής, ως καθολι­κής απορρίψεως του Χριστιανισμού και των ηθικο-δογματι­κών περιεχομένων αυτού, ήσκησαν, κατά την διάρκειαν του Αιώνος μας, τα δύο μεγάλα αντιθρησκευτικά και αντιχριστιανικά συστήματα: ο Μαρξισμός, εις τον χώρον της κοινωνικής Ιδεολογίας, και ο Φροϋδισμός, εις τον χώρον της ψυ­χολογίας.
*
3. Η πολεμική ειδικώς κατά της Ορθοδόξου Εκκλησί­ας, που μιλάει ακόμα τη γλώσσα του παρελθόντος και προ­βληματίζεται με μηνύματα παρωχημένης εποχής, περί θεολογικού ghetto κλπ. απηχεί συκοφαντίας των Οικουμενιστών -της δυτικής θεολογίας, αλλά και Ορθοδόξων, προ­ερχομένων, κυρίως, εκ των δύο προκεχωρημένων οικουμενι­κές Πατριαρχείων, ήτοι Κωνσταντινουπόλεως και Αλεξαν­δρείας, κατά των άλλων Ορθοδόξων, οίτινες κωλυσιεργούν εις την πρόοδον προς ένωσιν των εκκλησιών.

Ο αναγινώσκων, νοείτω! 

1 σχόλιο:

  1. Αξιοπρόσεκτες οι θέσεις του κ. Φαράντου.

    θα του είμαστε ειλικρινά ευγνώμονες αν η κριτική του απευθυνόταν και στη "βαπτισματική θεολογία" που αποτελεί το μαλακόν υπογάστριον των οικουμενιστικών σχεδιασμών.

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Τα σχόλιά σας είναι ευπρόσδεκτα όταν διατυπώνονται με ευπρέπεια και ευγένεια.