Δευτέρα, 25 Ιανουαρίου 2010

Ο ΜΑΚΑΡΙΣΤΟΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ ΣΕΡΒΙΑΣ ΠΑΥΛΟΣ- ΕΝΑΣ ΑΞΙΟΣ ΙΕΡΑΡΧΗΣ






http://www.resaltomag.gr/forum/viewtopic.php?t=4134
Ανθίππη Φιαμού
 Για τους Τρεις Ιεράρχες έχουν μιλήσει πολλοί πολλές φορές.

Όταν διαβάζει κανείς τους βίους και δει σε όλο της το μεγαλείο την προσφορά τους στον άνθρωπο, δεν μπορεί παρά να αναρωτηθεί με κάποια πίκρα: υπάρχουν στον καιρό μας, τον δίσεκτο και σακάτικο, στο χώρο της Εκκλησίας, μορφές που να πλησιάζουν έστω εκείνα τα γιγάντια αναστήματα.

Και βέβαια υπάρχουν. Αλλά μην περιμένετε να μάθετε γι’ αυτούς από τα ΜΜΕ τον «νταβάδων» της Νέας Τάξης. Αυτά ασχολούνται μόνο με τα σκάνδαλα, υπαρκτά ή ανύπαρκτα, με απώτερο σκοπό να απαξιώσουν την Εκκλησία και κυρίως την Ορθοδοξία κι όχι με τις μεγάλες μορφές, οι οποίες δεν επιδιώκουν τη δημοσιότητα. Ασχολούνται με το τι κάνουν και τι λένε οι συμβιβασμένοι με τη Νέα Τάξη κι όχι με εκείνους που μένουν πιστοί στα διδάγματα και τις παραδόσεις της Ορθοδοξίας.

Εκείνος όμως που ενδιαφέρεται και ψάχνει εκεί που πρέπει, μπορεί να ανακαλύψει μορφές άγιες κι ασκητικές, οι οποίες πλησιάζουν το μεγαλείο των Πατέρων.





Μια τέτοια άγια, ασκητική μορφή ήταν ο μακαριστός Πατριάρχης της μαρτυρικής Σερβίας Παύλος, ο οποίος εκοιμήθη στις 15 Νοεμβρίου 2009, πλήρης ημερών, στα ενενήντα πέντε του χρόνια.


Ο Πατριάρχης Παύλος γεννήθηκε στις 11 Σεπτεμβρίου 1914 στο Κούτσαντσι της Σλαβονίας (Κροατία) κι έμεινε ορφανός από μικρή ηλικία. Ήταν τόσο ασθενικός στο σώμα ώστε κάποτε έφτασαν να του ανάψουν κερί, σύμφωνα με το νεκρικό έθιμο πιστεύοντας ότι είχε πεθάνει. Σπούδασε στη Θεολογική Σχολή του Βελιγραδίου δουλεύοντας ταυτόχρονα σε πολλές δουλειές όπως φορτοεκφορτωτής του λιμανιού και οικοδόμος, για να επιβιώσει.

Το 1948 εκάρη μοναχός και το 1954 χειροτονήθηκε ιερέας Από το 1955 ως το 1957 έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Επιστρέφοντας στην πατρίδα του εξελέγη Επίσκοπος Ράσκας και Πρίζρεν στο Κοσσυφοπέδιο.

Πατριάρχης Σερβίας εξελέγη την 1η Δεκεμβρίου 1990
με τον αποστολικό τρόπο δηλαδή με κλήρωση ανάμεσα σε τρεις εκλεγμένους από τη Σύνοδο υποψηφίους. Και ήταν ο μόνος που δεν επιθυμούσε να εκλεγεί Πατριάρχης. Μετά την εκλογή του, απευθυνόμενος στην Ιερά Σύνοδο είπε:

«Οι δυνάμεις μου είναι μικρές κι εσείς το γνωρίζετε. Εγώ σε αυτές δεν ελπίζω. Ελπίζω στη βοήθειά σας και, επαναλαμβάνω, στη βοήθεια του Θεού, με την οποία Εκείνος με στήριξε μέχρι σήμερα».

Στο λόγο της Ενθρόνισής του είπε μεταξύ άλλων:




«Ανερχόμενος ως 44ος Πατριάρχης Σερβίας στο θρόνο του Αγίου Σάββα, δεν έχω κανένα δικό μου πρόγραμμα. Το πρόγραμμά μου είναι το Ευαγγέλιο του Χριστού!»

 

Ο Πατριάρχης Σερβίας, ακολουθώντας το παράδειγμα των μεγάλων Πατέρων όπως ο Μέγας

Βασίλειος και άλλοι, ήταν πάμπτωχος, ασκητής, νηστευτής, αδιαλείπτως προσευχόμενος, ταπεινός, θυσιαστικός, μαχητής ανυποχώρητος, πύρινος λειτουργός, ειρηνοποιός, ευρυμαθής θεολόγος και άνθρωπος της ελεημοσύνης, έστω κι αν δεν είχε τίποτα δικό του.
Ακόμα κι όταν έγινε Πατριάρχης κυκλοφορούσε μόνο με τα δημόσια μέσα μεταφοράς, κοιμόταν σε ένα απλό, φτωχικό δωμάτιο στο Πρίζρεν και όχι σε κρεβάτι, αλλά σε μια ψάθα όπως οι παλιοί μεγάλοι ασκητές της ερήμου, τους πρώτους αιώνες της Χριστιανοσύνης. Έραβε και επισκεύαζε ο ίδιος τα ρούχα του και τα παπούτσια του κι ετοίμαζε πάντα μόνος του το πάντα νηστίσιμο φαγητό του...



Από τότε που εξελέγη Πατριάρχης λειτουργούσε κάθε μέρα ενώ αυτός είναι που έδωσε λύση στο οδυνηρό σχίσμα της λεγόμενης «Ελεύθερης Σερβικής Ορθοδόξου Εκκλησίας» φέρνοντάς την ξανά στους κόλπους του Σερβικού Πατριαρχείου.

Η εκλογή του συνέπεσε με την πιο τραγική περίοδο στην ιστορία της Σερβίας, τότε που ο πόλεμος που σχεδίασαν και οργάνωσαν οι Η.Π.Α και η Γερμανία διέλυε τη χώρα και κατέστρεφε την άλλοτε ενωμένη Γιουγκοσλαβία. Τότε ακριβώς έδειξε την αγιότητά του. Συνέπασχε με τον μαρτυρικό λαό της κατατρεγμένης από τον παγκόσμιο ιμπεριαλισμό και καταφανώς αδικούμενης Σερβίας αλλά ποτέ δεν παρασύρθηκε σε ακραίους εθνικισμούς.

«Κάτω από τον ήλιο υπάρχει αρκετός χώρος για όλους», έλεγε και τόνιζε «Την ειρήνη τη
χρειάζονται εξίσου όλοι οι άνθρωποι. Δεν υπάρχει συμφέρον ούτε εθνικό, ούτε προσωπικό που θα μπορούσε να αποτελεί δικαιολογία του να μην είμαστε άνθρωποι!»

Η φράση αυτή μάλιστα, την οποία επαναλάμβανε συχνά, συντέλεσε ώστε τα παιδιά να τον φωνάζουν χαϊδευτικά «Ο Παύλος να είμαστε άνθρωποι».

Όταν κάποτε βρέθηκε στις Η.Π.Α. σε αποστολή για την επιστροφή και επανένωση των επαρχιών της Ορθόδοξης Σερβικής Εκκλησίας της Αμερικής με την μητρική Εκκλησία της Σερβίας, το καλοκαίρι του 1992, πριν φύγει από το Λος Άντζελες για το Σικάγο ο Πατριάρχης σήκωσε το ράσο του και μπήκε στα νερά του Ειρηνικού. Έμεινε εκεί και προσευχόταν ατενίζοντας τον ορίζοντα. Έσκυψε, έπιασε δυο βότσαλα από το βυθό, τα φίλησε και τα έβαλε στην τσέπη του. Μετά έκανε το σταυρό του και γύρισε στο αυτοκίνητο. Ένας από τους πράκτορες του F.B.I. που τον συνόδευαν πλησίασε γονάτισε και του φίλησε το χέρι, λέγοντας «Να ένας άγιος που περπατά πάνω στη Γη!» Επαληθεύοντας έτσι τη ρήση του Αποστόλου: «Τους μωρούς του κόσμου εξελέξατο ο Θεός!»

Την εποχή των βομβαρδισμών
είδε μια μέρα στο δρόμο μια ομάδα προσφύγων να πορεύεται μέσα στη βροχή, ο Πατριάρχης άνοιξε την μεγάλη δρύινη πόρτα του Πατριαρχείου και τους έβαλε μέσα να μη βρέχονται. Κι όταν οι συνεργάτες του είπαν ότι μπορεί ανάμεσά τους να ήταν και άνθρωποι εχθρικοί εκείνος απάντησε σαν άλλος Αγ. Ιωάννης ο Ελεήμων:

«Πώς μπορώ εγώ να κοιμάμαι στα ζεστά κι αυτά τα παιδιά να βρέχονται;»

Και οι εξής συγκλονιστικοί λόγοι είναι δικοί του:




«Εάν ηδυνάμην να προφθάσω, μάρτυς μου ο αναστάς Θεός, θα εστεκόμην ενώπιον των ναών, των νοσοκομείων και ενώπιον των πολυτελών χώρων δια τας δεξιώσεις και τας επιδείξεις μόδας, και προσωπικώς θα εζήτουν ελεημοσύνη δια τα δοκιμαζόμενα αδέλφια και παιδιά μας. Ο κάθε εξ ημών θα έπρεπε, με ενεργόν τρόπον, να εντροπιάση όλας εκείνας τας επιδεικτικάς πλεονεξίας, αι οποίαι υπάρχουν εις τόσους δημοσίους χώρους, και όχι μόνον απλώς να σκανδαλιζόμεθα και να απελπιζώμεθα, επειδή η αναισχυντία κυριάρχησε γύρω μας».


Ο Σέρβος ποιητής Μ. Μπέκοβιτς είπε για τον Πατριάρχη Παύλο: «Κανένας στη θορυβωδέστατη εποχή μας δε μιλούσε τόσο χαμηλόφωνα και ταυτόχρονα κανένας δεν ακουγόταν μακρύτερα. Κανένας δε μιλούσε λιγότερο και η ομιλία του να έλεγε περισσότερα. Κανένας στη θεληματικά τυφλή εποχή μας δεν αντίκριζε την αλήθεια με περισσότερη ηρεμία».



Στην τελευταία επίγεια κατοικία του συνόδευσαν τον μακαριστό Πατριάρχη Παύλο εξακόσιες χιλιάδες και πλέον πιστοί, πράγμα που φανερώνει την αγάπη που έτρεφαν γι’ αυτόν οι άνθρωποι.

Ήταν ένας Ιεράρχης άξιος να σταθεί πλάι στους Τρεις Μεγάλους Πατέρες και μακάρι να αξιωθούμε κι εμείς έναν τέτοιον κάποτε. Γένοιτο.


Σημείωση: το κείμενο της Ανθίππης Φιαμού βρίσκεται στο τελευταίο τεύχος-46 του περιοδικού, που ήδη κυκλοφορεί...

1 σχόλιο:

Τα σχόλιά σας είναι ευπρόσδεκτα όταν διατυπώνονται με ευπρέπεια και ευγένεια.